Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Νόμοι της Φύσης

Μέρος δεύτερο: Η επινόηση ενός νέου αιτίου

Στο προηγούμενο άρθρο αναφερθήκαμε στις διαφορετικές ιστοριογραφικές θέσεις σχετικά με την καταγωγή των νόμων της φύσης. Οι περισσότεροι ιστορικοί συγκλίνουν στη θέση ότι οι νόμοι της φύσης επινοούνται με τη σημερινή σημασία τους στο έργο του Ρενέ Ντεκάρτ, στο πρώτο μισό του 17ου αιώνα. Ο Ντεκάρτ παρουσίασε τους νόμους της φύσης ως ένα κανονιστικό πλαίσιο που εξηγούσε τις κινήσεις όλων των κινήσεων. Οι νόμοι της φύσης προβάλλονταν ως αίτια για κάθε είδους κινητική κατάσταση των σωμάτων. Ένας πλανήτης, για παράδειγμα, κινείται όπως κινείται επειδή υπακούει σε συγκεκριμένους νόμους. Από αυτή την περίοδο κι έπειτα εδραιώθηκε μια επιστημονική κουλτούρα που έχει ως αίτημα την αναζήτηση και διατύπωση φυσικών νόμων. Το γεγονός, ωστόσο, ότι αυτή η κουλτούρα έχει μια συγκεκριμένη ιστορική διαδρομή αποτελεί ένδειξη μιας ενδεχομενικής και μη αναπόφευκτης πορείας, όπως και κάθε άλλο ιστορικό συμβάν.

Μετά τον Ντεκάρτ, ο Νεύτων θα παρουσίαζε τους δικούς του νόμους της φύσης, οι οποίοι αντικατέστησαν τους νόμους του Ντεκάρτ. Ο Νεύτων, λίγα χρόνια αργότερα (1687), εξασφάλισε μεγαλύτερη ακρίβεια στην περιγραφή και ερμηνεία των κινήσεων, τόσο φυσική όσο και μαθηματική. Το βασικό, αλλά και κοινό, χαρακτηριστικό των νόμων της φύσης, από τον 17ο αιώνα έως σήμερα, είναι ότι αποτελούν αίτια που μπορούν να διατυπωθούν με μαθηματικό - ποσοτικό τρόπο. Αυτή ήταν μια νέα διανοητική κουλτούρα που άλλαξε εντελώς τον τρόπο που μελετάμε τη φύση. Έως τον 17ο αιώνα οι κανονικότητες και τα φαινόμενα που παρατηρούσαν οι άνθρωποι στη φύση εκφράζονταν με ποιοτικούς τρόπους και όχι ποσοτικούς. Εδραιώθηκε, επομένως, σταδιακά μια φιλοσοφική πεποίθηση ότι η φύση υπάκουε μαθηματικούς νόμους.

Νόμοι και νομοθέτης

Το μεγάλο ερώτημα, προφανώς, ήταν: Ποιος ήταν ο νομοθέτης; Η απάντηση κατά τον 17ο αιώνα δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από τον Θεό, ο οποίος έθεσε τους νόμους της φύσης με σκοπό τη συντήρηση μιας έννομης τάξης. Οι νόμοι της φύσης διασφάλιζαν τη σταθερότητα του κόσμου για όσο επιθυμούσε ο Θεός να τη διατηρήσει. Όταν ο Ντεκάρτ μιλούσε για νόμους της φύσης, γνώριζε ότι έπρεπε να βρει, με όρους Φιλοσοφίας, ένα βέβαιο μεταφυσικό θεμέλιο για την ύπαρξή τους. Αυτό το μεταφυσικό θεμέλιο ήταν ο Θεός. Γιατί το έκανε αυτό; Πρώτον, γιατί ήταν χριστιανός. Δεύτερον, γιατί ο τρόπος που επέλεξε να κάνει Φιλοσοφία απαιτούσε μια αιτιακή σχέση τόσο μεταξύ των νόμων και της φύσης όσο και μεταξύ του Θεού και των νόμων. Με απλά λόγια, ήταν φιλοσοφικά συνεπές, με βάση τον δικό του τρόπο σκέψης, να ορίσει τον Θεό ως αίτιο της ύπαρξης των νόμων. Νόμοι χωρίς νομοθέτη δεν έχουν λόγο ύπαρξης. Τρίτον, προσπάθησε να απαντήσει στην κριτική ότι τα άψυχα σώματα δεν μπορούν να υπακούσουν νόμους. Ο νόμος, ως έννοια, απαιτεί λογική από εκείνον που τον εφαρμόζει. Μια πέτρα, όμως, τι είδους νόηση μπορεί να έχει ώστε να κατανοήσει και να ακολουθήσει τον νόμο; Σύμφωνα με τη φιλοσοφία του Ντεκάρτ, δεν ήταν απαραίτητη μια τέτοια μορφή νόησης. Τα άψυχα σώματα υπάκουαν τους νόμους γιατί οι νόμοι ήταν άμεσα εξαρτημένοι από τον Θεό.

Κόσμος χωρίς νόμους

Το πρόβλημα με τον Ντεκάρτ ήταν ότι ο κόσμος του θα μπορούσε να οδηγηθεί σε μια φιλοσοφική υπόθεση όπου ο Θεός δεν θα ήταν πλέον απαραίτητος. Θα μπορούσε, δηλαδή, κάποιος να υποθέσει ότι αν ο Θεός έπαυε να υπάρχει, ο κόσμος θα συνέχιζε στην κανονική του πορεία εξαιτίας των νόμων που είναι εντυπωμένοι σ’ αυτόν. Ο Ντεκάρτ είχε επιχειρήσει να αποτρέψει αυτή τη φιλοσοφική συνέπεια, αλλά δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχής για λόγους που δεν μας αφορούν στο παρόν άρθρο. Ο Βρετανός χημικός φιλόσοφος Ρόμπερτ Μπόιλ, το 1686, επέμενε να μην θεωρεί τη φύση σύστημα φυσικών νόμων, αλλά σύστημα κανόνων. Ο νόμος ήταν ένας κανόνας δράσης υπό τις προσταγές μιας ανώτερης θέλησης. Μόνο όντα με λογική θα ήταν ικανά να δεχτούν νόμους, κάτι που προφανώς δεν ίσχυε για τα άψυχα σώματα. Η επιλογή του Μπόιλ είχε να κάνει, προφανώς, με την αντιμετώπιση του αθεϊσμού και τις απόψεις που παρουσίαζαν τη φύση ως αίτιο ανεξάρτητο από τον Θεό. Επιθυμία του ήταν να διατηρήσει την έννοια του νόμου εντός ενός πλαισίου ορθολογικής δράσης και όχι παθητικής και μηχανιστικής αποδοχής. Ήταν θεολογικά κρίσιμο, δηλαδή, για τον Μπόιλ να δείξει ότι ο νόμος αφορά τον Θεό και τους ανθρώπους και όχι την άψυχη ύλη. Αυτός ο κίνδυνος είχε όνομα; Φυσικά τον Τόμας Χομπς, το «κοράκι της Βρετανίας».

Ο Βρετανός φιλόσοφος Τόμας Χομπς (1588-1679) είχε τοποθετηθεί λέγοντας ότι δεν πρέπει να μιλάμε για νόμους γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει κάποιος Θεός που να ορίζει τις κινήσεις των σωμάτων. Για τον Χομπς υπήρχαν γενικές αρχές της κίνησης που αποτελούσαν παγκόσμιες γεωμετρικές αρχές. Τα σώματα απλώς συμπεριφέρονταν με βάση αυτές τις αρχές. Υπήρχε, δηλαδή, τάξη στον κόσμο, αλλά είναι θεμελιωμένη στην αλήθεια αρχών που περιγράφουν πώς κινείται η ύλη. Υπάρχουν, δηλαδή, κανονικότητες στη φύση (η πέτρα πάντα πέφτει και η Σελήνη περιστρέφεται γύρω από τη Γη) και ο άνθρωπος έχει βρει αρχές για να περιγράφει αυτές τις κανονικότητες. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν απαιτείται ένα πρωταρχικό αίτιο για την ύπαρξη αυτών των αρχών. Απεναντίας, για την ύπαρξη των νόμων απαιτείται το αίτιο του Θεού. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Χομπς κατηγορήθηκε ως άθεος. Είναι αρκετά ενδιαφέρον, ίσως και ειρωνικό, ότι ο τρόπος με τον οποίο ασκείται η επιστήμη σήμερα μοιάζει αρκετά με την περιγραφή του Χομπς, ενώ την ίδια στιγμή η έννοια του νόμου της φύσης συνεχίζει να είναι λειτουργικά παρούσα.

Παρεμβαίνει ο Θεός στη φύση;

Με τον Νεύτωνα έχουμε μια εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση των νόμων της φύσης. Ο Νεύτων έκανε διάκριση ανάμεσα σε παθητικούς και ενεργητικούς νόμους. Με αυτόν τον τρόπο έσωζε το σύστημά του από την κριτική που ασκήθηκε στον Ντεκάρτ, ότι ο Θεός θα μπορούσε να είναι απών. Ο Νεύτων είχε παθητικούς νόμους οι οποίοι ήταν εντυπωμένοι στον κόσμο και αποτελούσαν μέρος της άψυχης ύλης. Η αδράνεια ήταν ένας τέτοιος παθητικός νόμος. Ένα σώμα, για παράδειγμα, αν κινείται, θα κινείται ευθύγραμμα για πάντα και, αν δεν κινείται, θα θέλει να μείνει σε ηρεμία για πάντα. Η κατάστασή του αλλάζει μόνο αν του ασκηθεί μια εξωτερική δύναμη, ένας ενεργητικός νόμος δηλαδή. Κι αυτός ο ενεργητικός νόμος για τον Νεύτωνα ήταν η δύναμη της βαρύτητας. Ποιος την ασκούσε; Φυσικά, ο Θεός. Ένα σώμα, επομένως, κινούνταν με βάση εντυπωμένους παθητικούς νόμους και η μόνη περίπτωση να αλλάξει η κίνησή του ήταν να ασκηθεί ένας ενεργητικός νόμος. Ο Θεός, με λίγα λόγια, παρενέβαινε διαρκώς στον κόσμο και ασκούσε τις δυνάμεις του. Ακόμη και τα θαύματα, πλέον, ερμηνεύονταν με βάση τους νόμους της φύσης. Στις αρχές του 18ου αιώνα, οι περισσότεροι διανοητές θεωρούσαν ότι τα θαύματα δεν ήταν παραβιάσεις των νόμων, αλλά ο θαυματουργός τους χαρακτήρας έγκειται στην ιστορική σημασία τους. Ο Κατακλυσμός του Νώε, για παράδειγμα, δεν ήταν ένα θαύμα που παραβίαζε τους νόμους. Απλώς ο Θεός είχε παρέμβει με τέτοιον τρόπο ώστε ο Κατακλυσμός να γίνει σε ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο και με φυσικά μέσα.

Οι νόμοι της φύσης αποτέλεσαν μια νέα κανονιστική κατηγορία. Οι διανοητές μπορούσαν να εξηγούν και να ερμηνεύουν τα φυσικά φαινόμενα διατυπώνοντας νόμους που ήταν γραμμένοι σε μαθηματική γλώσσα και έδιναν ποσοτικές μετρήσεις. Αυτή η νέα επινόηση άλλαξε οριστικά τον τρόπο που κάνουμε επιστήμη. Στο επόμενο και τελευταίο άρθρο του αφιερώματος θα δούμε πώς οι νόμοι της φύσης αποτύπωναν και ευρύτερα πολιτισμικά και ιδεολογικά αιτήματα.

 

Δημήτρης Πετάκος

Δείτε όλα τα σχόλια