Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Πριν και μετά...

Η κριτική και αυτοκριτική έχει ουσιαστικό νόημα όταν παρεμβαίνει στο γίγνεσθαι και το μεταβάλλει

Του Ροίκου Θανόπουλου*

 

Με τις εθνικές εκλογές του 2019 κλείνει μια σημαντική φάση της μεταπολιτευτικής περιόδου, φάση Μνημονίων, εξόδου από αυτά, επιστροφής μια δεξιότερης Δεξιάς και εδραίωσης ενός αριστερού κόμματος στην αντιπολίτευση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ που αποτελεί την πολιτική και ιδεολογική συνέχεια της ανανεωτικής Αριστεράς και του Συνασπισμού, από εκεί που χαροπάλευε να μπει στη Βουλή πριν από μερικές δεκαετίες, βρίσκεται σήμερα να εκφράζει ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Στη συγκυρία της βαθιάς κρίσης για πρώτη φορά στην ελληνική Ιστορία οι πολίτες το 2015 επιλέξανε ένα αριστερό κόμμα να αναλάβει την κυβερνητική εξουσία.

Ο ΣΥΡΙΖΑ κλήθηκε να διαχειριστεί ως κυβέρνηση με τους ΑΝ.ΕΛΛ. μια κοινωνική και οικονομική κρίση με ένα φιλόδοξο πρόγραμμα με αρνητικούς συσχετισμούς στο εξωτερικό αλλά και στο εσωτερικό. Ο συμβιβασμός ήταν ο μόνος ρεαλιστικός δρόμος μπροστά σε μια συντριπτική ήττα, όχι μόνο -και κυρίως- για την Αριστερά, αλλά και για την κοινωνία. Εκ των υστέρων, μπορούμε να δούμε καθαρά τι θα σήμαινε κάθε επιλογή έχοντας το παράδειγμα του πώς εξελίσσεται η έξοδος της Βρετανίας από την Ε.Ε., αλλά και των οικονομικών πόλεμων, μέσω δασμών, που έχουν ξεσπάσει μεταξύ μεγάλων κρατών. Με αφετηρία τον συμβιβασμό, ο ΣΥΡΙΖΑ εξάντλησε μέχρι τα «άκρα» κάθε περιθώριο λήψης ανακουφιστικών μέτρων, μια καθαρή αριστερή αντίληψη της δυναμικής των συσχετισμών. Ενδεικτική περίπτωση ήταν το μοίρασμα του πρώτου πλεονάσματος και οι αντιδράσεις που αντιμετώπισε εντός και εκτός. Η πραγματικότητα των συσχετισμών και του συμβιβασμού διέλυσε και την εδραιωμένη εδώ και δεκαετίες αριστερή μεταφυσική εντός του ΣΥΡΙΖΑ. Του έθεσε άμεσα προβλήματα που έπρεπε να απαντήσει ως κυβέρνηση και ως κόμμα και του στέρησε την πολυτέλεια των θεωρητικών και ανέξοδων προτάσεων.

Πλευρές της κυβερνητικής λειτουργίας

Η λειτουργία της κυβέρνησης καθορίστηκε σε πρώτη φάση από τις διαπραγματεύσεις, δεν μπόρεσε, όμως, να οργανώσει σωστά τομείς που δεν σχετίζονταν με αυτές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ΕΡΤ που δεν καταφέρνει να λειτουργήσει με άλλα πρότυπα και βέβαια ευθύνη φέρουν οι αρμόδιοι υπουργοί αλλά και ο πρωθυπουργός που τους αντιμετώπισε με ανοχή, παρ’ όλο που εκθέτανε την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Ενώ οι υπουργοί σε μεγάλο βαθμό διαβουλεύονταν ουσιαστικά με τις μαζικές οργανώσεις, από την άλλη παρουσιάζονταν στοιχεία αλαζονείας είτε με κατεπείγοντα νομοσχέδια, διατάξεις νομοθετημάτων που πάρθηκαν πίσω (βλέπε ορισμό βιασμού), υπουργικές αποφάσεις που αναιρούσαν τους αγώνες των τοπικών οργανώσεων και κινημάτων (π.χ. ανεμογεννήτριες στα Άγραφα), συντεχνιακός ρόλος συμβούλων, προσωπικές και όχι συλλογικές τοποθετήσεις κυβερνητικών στελεχών, αναπάντητες επιστολές φορέων σε υπουργεία, μη ενσωμάτωση κομματικών επεξεργασιών στην κυβερνητική πολιτική, άστοχοι διορισμοί στελεχών σε δημόσιους οργανισμούς. Παρ’ όλα αυτά, το συνολικό κυβερνητικό έργο πρέπει να αποτιμηθεί θετικά, ιδιαίτερα τα περιφερειακά αναπτυξιακά συνέδρια.

Ο ΣΥΡΙΖΑ

Ο συμβιβασμός με την Ε.Ε. αποτέλεσε μια δομική δοκιμασία για το κόμμα, ιδεολογική και πολιτική, που συνοδεύτηκε με αποχωρήσεις και την αδρανοποίηση του σε μεγάλο βαθμό. Άρα το κόμμα ήταν απροετοίμαστο για μια τέτοια εξέλιξη. Ο τρόπος λειτουργίας του (βλέπε τάσεις) όχι μόνο δεν επέτρεπε στα μέλη να συμμετέχουν ενεργητικά στις δραματικές εξελίξεις τού πρώτου χρόνου και να ζυμωθούν μαζί τους αλλά αγνοούνταν ακόμα και τα κομματικά όργανα μπροστά σε ένα πολιτικό τοπίο που άλλαζε από ώρα σε ώρα. Όμως η αδυναμία σύλληψης μιας συνολικής κομματικής λειτουργίας σε εκείνες τις συνθήκες δείχνει υποχώρηση μπροστά στον κυβερνητισμό, αδυναμία προσαρμογής και παρέμβασης από τις οργανώσεις στην κοινωνία. Γεγονός που σχετίζεται με το ιστορικό λειτουργίας του ΣΥΡΙΖΑ. Η ηγεσία του έχασε, από επιλογή, την ευκαιρία μετά την αποχώρηση του Αριστερού Ρεύματος να ξεπεράσει τις τάσεις και να αποκτήσει το κόμμα πραγματική δημοκρατική λειτουργία. Με αυτόν τον τρόπο οι τάσεις παραμένουν ένα υπόλειμμα του παρελθόντος που εμποδίζει τις αναγκαίες αλλαγές, δηλαδή να γίνει ο ΣΥΡΙΖΑ ένα μαζικό κόμμα που δεν θα αντιστοιχεί στο 4% της παλιάς εκλογικής του δύναμης, αλλά στα σημερινά μεγέθη. Αν οι τάσεις δεν θέλουν το άνοιγμα, μήπως αυτό οφείλεται στο ότι μπορεί να απωλέσουν τους ενδοκομματικούς συσχετισμούς και την ανάδειξη των στελεχών τους στα όργανα; Τι βάζουν μπροστά λοιπόν, την «τασική» και προσωπική επιβίωση των στελεχών τους ή τη μαζικοποίηση και το άνοιγμα του κόμματος σε νέες κοινωνικές δυνάμεις; Αν ισχύει το πρώτο, τότε πού είναι το ηθικό πλεονέκτημα; Τελικά το κόμμα δεν «ανακάλυψε» τον ρόλο του ως συλλογικός φορέας παραγωγής πολιτικής, αλλά και κριτικής και παρέμβασης, τόσο απευθείας, όσο και μέσω των κινημάτων. Γιατί η κριτική και αυτοκριτική έχει ουσιαστικό νόημα όταν παρεμβαίνει στο γίγνεσθαι και το μεταβάλλει και όχι μετά τα αρνητικά αποτελέσματα, όπως έγινε στις ευρωεκλογές.

Το ηθικό πλεονέκτημα

Είναι λάθος που ο ΣΥΡΙΖΑ ανάδειξε ως μέτρο σύγκρισης το ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς. Και μόνο να μιλάς και να επαίρεσαι για το ηθικό πλεονέκτημα, έχεις χάσει ένα μέρος του, μέσω του ναρκισσισμού. Πρώτα από όλα, είναι ένα ζήτημα εξόχως υποκειμενικό. Για παράδειγμα, οι πέραν του ΣΥΡΙΖΑ πολιτικές δυνάμεις δεν θεωρούν τον ΣΥΡΙΖΑ καν αριστερά. Επίσης, από ποια εποχή αντλείται το ηθικό πλεονέκτημα; Από την αντίσταση, τον εμφύλιο και τις βάρβαρες εξορίες, τη μετεμφυλιοπολεμική Ελλάδα, τη γενιά του Πολυτεχνείου; Από τους ανώνυμους αριστερούς, τις μεγάλες μορφές, όπως ο Πλουμπίδης, ο οποίος αποτελεί την επιτομή του τραγικού; Τι σχέση έχει το ηθικό πλεονέκτημα του Πλουμπίδη με την αντιμετώπισή του από την τότε ηγεσία του ΚΚΕ; Από τη γενιά του Πολυτεχνείου, πόσοι διάλεξαν την αφομοίωση και τον καριερισμό; Το ηθικό πλεονέκτημα λοιπόν ήταν και είναι περισσότερο ατομική επιλογή που εμπνεόταν από τα αριστερά ιδανικά κάθε εποχής, ενθαρρυνόταν από τη συλλογική προσπάθεια, παρά από την κομματική «πολιτική», η οποία μπορεί και να το υπονόμευε με τους τακτικισμούς και τις προσωπικές ηγετικές φιλοδοξίες. Σε κάθε περίπτωση ο λαός θα κρίνει αν το κατακτάς από τις πράξεις σου και όχι με τα λόγια σου.

Το μαζικό κίνημα

Ιδιαίτερα αρνητικά βάρυνε αυτό το διάστημα το γεγονός ότι δεν υπήρχε ένα αυτόνομο συνδικαλιστικό κίνημα που θα διεκδικούσε από την κυβέρνηση, αλλά και την Ε.Ε. μια πιο δίκαια οικονομική πολιτική. Αυτό λοιπόν ήταν και παραμένει ακόμα ένα δομικό πρόβλημα που για να ξεπεραστεί θα πρέπει να εργαστεί όλο το δυναμικό του ΣΥΡΙΖΑ - Προοδευτικής Συμμαχίας στα πρωτοβάθμια σωματεία και στα τοπικά και θεματικά κινήματα. Μόνο ένα αυτόνομο συνδικαλιστικό κίνημα μπορεί να συσπειρώνει εργαζόμενους στη βάση των προβλημάτων και όχι των κομματικών γραμμών. Η δουλειά στα πρωτοβάθμια σωματεία και τα κινήματα είναι αυτή που θα αλλάξει τους συσχετισμούς.

Οι δημοτικές - περιφερειακές εκλογές

Τα αποτελέσματα των δημοτικών και περιφερειακών εκλογών είναι η «θριαμβευτική» διάψευση της επιλογής του ΣΥΡΙΖΑ να τις πολιτικοποιεί. Φυσικά έχουν και πολιτικό νόημα, αλλά πρώτα από όλα, οι πολίτες πρέπει να καλούνται να επιλέξουν πολιτικές για τους δήμους και ικανούς ανθρώπους για να τις κάνουν πράξη. Τι δείχνουν τα αποτελέσματα του 2019 σε μεγάλους δήμους και περιφέρειες; Ότι οι συνδυασμοί που υποστήριξε ο ΣΥΡΙΖΑ έλαβαν λιγότερες ψήφους από τις αντίστοιχες των ευρωεκλογών. Στον Δήμο Αθήνας 35.400 (Ευρωεκλογές: 56.378), Πειραιά 10.662 (Ε: 22.129), Θεσ/νίκης 16.666 (Ε: 63,733), Αττική 314.320 (Ε: 404.832) και Κ. Μακεδονίας 105.710 (Ε:187.400). Ενώ έπρεπε να γινόταν το αντίστροφο, δηλαδή να συσπειρώνει και πολίτες που πολιτικά δεν συμφωνούν με τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά αναγνωρίζουν στον συνδυασμό και στον υποψήφιο την ικανότητα να διοικήσουν σωστά.

Αντίθετα, δεν έπεισαν οι αυτοδιοικητικοί συνδυασμοί του, ούτε καν τους ψηφοφόρους του! Αυτή η στρατηγική επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ είναι πιο «στενή» από την επιτυχημένη πολιτική ευρύτερων συσπειρώσεων που εφάρμοζε το ΚΚΕ επί Φλωράκη. Όχι μόνο αυτό, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ δεν φτιάχνει δημοτικές παρατάξεις με ουσιαστικό και αποφασιστικό ρόλο, αλλά κομματικά παραρτήματα. Γιατί λοιπόν να συμμετέχει ο μη κομματικός δημότης; Ο ΣΥΡΙΖΑ επιλέγει υποψήφιους που μπορεί να είναι αξιόλογοι, αλλά δεν έχουν σχέση με την αυτοδιοίκηση και δεν τους αφήνει να την αποκτήσουν. Έτσι χρησιμοποιεί τα στελέχη του ευκαιριακά, π.χ. στις προηγούμενες εκλογές όρισε τον Σακελλαρίδη υποψήφιο δήμαρχο και μετά τον τοποθέτησε στην κυβέρνηση. Αυτά όμως δεν δείχνουν σεβασμό ούτε στον θεσμό, ούτε στους δημότες ψηφοφόρους. Τι θα κάνει λοιπόν ο ΣΥΡΙΖΑ με την Κ. Νοτοπούλου και τον Χ.Γιαννούλη; Θα μείνουν επικεφαλής των αυτοδιοικητικών παρατάξεων τους ή θα αθετήσουν την ηθική δέσμευση προς τους πολίτες που πρέπει να υπάρχει από ένα υποψήφιο στην αυτοδιοίκηση;

Ανάγκη για ένα ευρύ σχήμα

Όπως αναφέρθηκε, ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να ανασυγκροτηθεί σε δημοκρατική βάση δείχνοντας εμπιστοσύνη στον κόσμο που τον υποστήριξε σε δύσκολες συνθήκες. Αυτό σημαίνει το ξεπέρασμα των τάσεων και την ενίσχυση του πολιτικού ρόλου των οργανώσεων. Σημαίνει να καλέσει τον κόσμο που συμμετείχε προεκλογικά να συνομιλήσει ουσιαστικά μαζί του και να εμβαθύνει τις πολιτικές του. Να μπορεί να επεξεργάζεται και να ενσωματώνει στις αποφάσεις τον προβληματισμό της βάσης. Να καλέσει, να τιμήσει και να αξιοποιήσει πρώτα από όλα όλους τους υποψήφιους βουλευτές του. Μετά από δύο χρόνια θητείας να παραιτηθούν μερικοί βουλευτές για να αναδειχτούν και άλλοι.

Οι ψήφοι που έλαβαν τα ψηφοδέλτια ανήκουν στον ΣΥΡΙΖΑ, στην Προοδευτική Συμμαχία, στους Οικολόγους - Πράσινους, στη ΔΗΜ.ΑΡ., σε άλλες κινήσεις και σε ανένταχτους. Όλοι αυτοί πρέπει να βρεθούν μαζί σε ένα σχήμα που οι ίδιοι θα προσδιορίσουν και που θα συσπειρώνει όλο αυτό το δυναμικό ανθρώπων. Δυναμικό που έχει έναν μεγάλο πλούτο εμπειριών και προβληματισμών, που το κάνει ξεχωριστό και που πρέπει να παρεμβαίνει μέσα στην κοινωνία. Όμως πολλοί από τους 1.781.174 πολίτες που ψήφισαν τον ΣΥΡΙΖΑ - Προοδευτική Συμμαχία δεν είναι δεδομένοι. Αυτοί και άλλοι πολίτες που έχουν ανοιχτό «αυτί» προς τον ΣΥΡΙΖΑ -Προοδευτική Συμμαχία χρειάζεται να προσεγγίζονται με έναν ουσιαστικό και συνεχή διάλογο και όχι ευκαιριακά, προ των εκλογών.

Μεταξύ των πρώτων στόχων μιας προοδευτικής συσπείρωσης πρέπει να είναι η αντιμετώπιση της Ακροδεξιάς. Η Ακροδεξιά στις εθνικές εκλογές φαίνεται να συρρικνώθηκε αλλά δεν πρέπει να υπάρξει ο ελάχιστος εφησυχασμός. Για την πολιτική επιρροή της ακροδεξιάς πρέπει να υπολογίζονται και τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών, όπου συγκεντρώνει περίπου ένα 15% μέσω της Χρυσής Αυγής, της Ελληνικής Λύσης και μέρους της Ν.Δ. Αυτό το ακροδεξιό συνονθύλευμα φασισμού, εθνικισμού, ρατσισμού κ.λπ. μπορεί να μην είναι ενιαίο αποτελεί όμως ένα επικίνδυνο μίγμα που δρα στην κοινωνία και σπρώχνει κοινωνικές ομάδες σε αντιδραστικές απόψεις και ενέργειες. Άρα η αντιπαράθεση με αυτό πρέπει να είναι συνεχής με πολιτικά και ιδεολογικά επιχειρήματα ώστε να του αφαιρεί κοινωνικά ερείσματα.

 

Ροίκος Θανόπουλος είναι ανένταχτος αριστερός, πρώην μέλος του ΚΚΕ και του Συνασπισμού. (Ολόκληρο το κείμενο στo www.avgi.gr)

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Τα ψέματα κάποτε τελειώνουν

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη συμπλήρωσε 100 μέρες. Ο απολογισμός είναι μια πολιτική fast track, που έχει στόχο βασικά τρεις στόχους. Την παλινόρθωση του παλαιοκομματισμού, την εξυπηρέτηση κάθε είδους συμφερόντων και την επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο