Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η αμερικανική διπλωματία, ένας τομέας για λίγους

Η συζήτηση για την «εθνική ασφάλεια» μοιάζει δομημένη σχεδόν με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκλείει όσους βρίσκονται έξω από τον στενό κύκλο αυτών που παίρνουν τις αποφάσεις. Ελλείψει γνώσεων και εμπιστοσύνης στον εαυτό τους, οι Αμερικανοί πολίτες βρίσκονται αποκλεισμένοι από έναν χώρο που μπορεί, ωστόσο, να καθορίσει την ύπαρξή τους

Επιμέλεια: Θανάσης Κούτσης

 

Το γεγονός ότι η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, η οποία επικαλείται την άμυνα της δημοκρατίας, παραμένει μια αυταρχική και στεγανοποιημένη λειτουργία δεν είναι καινούργιο. Ο Eric Alterman, είκοσι χρόνια πριν, εξηγεί ότι η εξωτερική πολιτική υπακούσει σε τρεις παράγοντες: τα συμφέροντα ισχυρών κλάδων, τον «πατριωτισμό» των προέδρων και τη δράση της γραφειοκρατίας και το λόμπι. Και σε αυτό το πλαίσιο, η δημοκρατία δεν έχει πλέον θέση. Το άρθρο που ακολουθεί έχει αναφορά στο βιβλίο του Alterman «Who Speaks for America: Why Democracy Matters in Foreign Policy».

 

Του Eric Alterman*

Εδώ και πολλές δεκαετίες, η αμερικανική δημοκρατία φθίνει. Η ζωτικότητά της θα απαιτούσε μια επιπλέον προσπάθεια εκ μέρους των πολιτών, που είναι ήδη απορροφημένοι από τη δουλειά τους και την οικογένειά τους. Προϋποθέτει, επίσης, θεσμούς διαμεσολάβησης (κόμματα, ενώσεις) που λειτουργούν και στους οποίους οι άνθρωποι μπορούν να συναντιούνται για να ανταλλάσσουν τις ιδέες τους. Απαιτεί, τέλος, μια ομάδα έντιμων πολιτικών διαμεσολαβητών, διατεθειμένων να εξηγήσουν στη χώρα τη σημασία των κρίσιμων ζητημάτων και κατόπιν να εκτελέσουν τη θέληση των εκλογέων. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, κανένας από αυτούς τους όρους δεν εκπληρώνεται.

Πολύ περισσότερο από τις επιλογές που αφορούν την εσωτερική πολιτική, εκείνες της εξωτερικής και στρατιωτικής πολιτικής έχουν υπαχθεί σε μια λειτουργία που κυριαρχείται από τα συμφέροντα ισχυρών κλάδων οι οποίοι τις χειραγωγούν και είναι ικανοί να εκμεταλλεύονται την άγνοια του αμερικανικού λαού για να υποτάσσουν καλύτερα την εθνική πολιτική στην υπηρεσία των συμφερόντων τους. Όσο για τους Προέδρους, αυτοί επωφελούνται από την πατριωτική διάθεση και τον σεβασμό που τρέφει για το αξίωμά τους η πλειοψηφία των πολιτών. Από την πλευρά τους, οι επιχειρήσεις, οι γραφειοκρατίες και τα εθνικά λόμπι αντιπαρατίθενται στο Κογκρέσο και στα μέσα ενημέρωσης, για να καθορίσουν τις παραμέτρους των επιλογών του Λευκού Οίκου. Και το κάνουν συχνά χωρίς το πλατύ κοινό να συμμετέχει κατ' ελάχιστον σ' αυτόν τον διάλογο.

Ελάχιστα πληροφορημένοι από την επιπόλαιη αντιμετώπιση που επιφυλάσσουν τα μέσα ενημέρωσης της χώρας τους στον υπόλοιπο πλανήτη, οι Αμερικανοί αμφιβάλλουν εύκολα για την αρμοδιότητά τους να καθορίσουν την εξωτερική πολιτική της χώρας τους. Προτιμούν μάλιστα, χωρίς αμφιβολία, να μην ερωτώνται γι' αυτό το θέμα.

Η συζήτηση για την «εθνική ασφάλεια», εξάλλου, μοιάζει δομημένη σχεδόν με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκλείει όσους βρίσκονται έξω από τον στενό κύκλο αυτών που παίρνουν τις αποφάσεις. Ελλείψει γνώσεων και εμπιστοσύνης στον εαυτό τους, οι πολίτες βρίσκονται, λοιπόν, αποκλεισμένοι από ένα χώρο που μπορεί, ωστόσο, να καθορίσει την ύπαρξή τους.

Η δυναμική του Ψυχρού Πολέμου συνέχισε να φέρνει εμπόδια σε μια δημοκρατική συζήτηση γύρω από τα θέματα εξωτερικής πολιτικής, ακόμη και όταν εξέλιπε κάθε στρατιωτική απειλή κατά των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό φάνηκε ιδιαίτερα το 1990-1991, όταν ο πρόεδρος Μπους αποφάσισε να εξαπολύσει τον πόλεμο του Κόλπου και είχε την υποστήριξη αυτού που είχε απομείνει από τη Σοβιετική Ένωση. Μερικές μέρες μετά την εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ, ο Αμερικανός Πρόεδρος έστειλε, ωστόσο, στρατεύματα στη Σαουδική Αραβία χωρίς έγκριση του Κογκρέσου και χωρίς να υπάρξει συζήτηση στους κόλπους του. Οι εκπρόσωποί του υποστήριξαν τη θέση ότι, με το αξίωμά του ως Προέδρου, ο Μπους διέθετε την απαιτούμενη αρμοδιότητα σύμφωνα με την οποία, εφόσον το επιθυμούσε, μπορούσε να αποφασίσει την εμπλοκή της χώρας του στον πόλεμο. Η θέση του Λευκού Οίκου έγινε αμέσως αποδεκτή από την πλειοψηφία των Ρεπουμπλικανών και σχεδόν ομόφωνα από τους σχολιαστές.

Τα ζητήματα του πολέμου και της ειρήνης συνεχίζουν να κρίνονται ως πολύ σοβαρά για να υπόκεινται στη διαιτησία μιας δημοκρατικής συζήτησης. Από την αρχή της διακυβέρνησης Κλίντον, το Κογκρέσο δεν έπαψε να εκφράζει την αποδοκιμασία του για την πολιτική του Προέδρου στα Βαλκάνια. Χωρίς, ωστόσο, να μπορεί να την τροποποιήσει ή να υποβάλει μια συνεκτική εναλλακτική λύση. Προς τι λοιπόν η κατάπληξη; Παρά τον θόρυβο που προκάλεσαν μερικά μεμονωμένα μέλη του, με αφορμή τη Βοσνία και τη γιουγκοσλαβική κατάρρευση, το Κογκρέσο δεν οργάνωσε καμία δημόσια ακρόαση για το θέμα τη στιγμή της διάσπασης της ομοσπονδίας. Κανένα από τα ψηφίσματα που προτάθηκαν από τη μία ή την άλλη πλευρά δεν τέθηκε σε ψηφοφορία. Οι επιτροπές Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων κατήγγειλαν συχνά την πολιτική του Λευκού Οίκου, χωρίς όμως να προτείνουν μια εναλλακτική στρατηγική.

Οι Αμερικανοί είναι πολύ λιγότερο ενημερωμένοι για τις «εξωτερικές υποθέσεις» παρά για τα θέματα εσωτερικής πολιτικής, που και αυτή τους ενδιαφέρει ελάχιστα. Τα δεδομένα που στοιχειοθετούν τον βαθμό άγνοιας των κατοίκων της αμερικανικής υπερδύναμης είναι ήδη αρκετά γνωστά. Όμως, πώς να μην καταλάβουμε την αδυναμία των πολιτών να συμμετάσχουν συνειδητά στον καθορισμό της εξωτερικής πολιτικής της χώρας τους, όταν, για παράδειγμα, η πλειοψηφία τους αδυνατεί να προσδιορίσει στο πλευρό ποίων επεμβαίνει η κυβέρνησή τους σε μια σύγκρουση που διεξάγεται εκείνη τη στιγμή (όπως στην περίπτωση της δραστηριοποίησης του Ρίγκαν στην Κεντρική Αμερική κατά τη δεκαετία του '80) ή να εξηγήσει εναντίον ποίου ιδρύθηκε το ΝΑΤΟ; Ένας ειδικός, ο Μπρους Ράσετ, εκτιμά ότι σε κανονικές περιόδους (δηλαδή σε περιόδους όπου δεν τίθεται ζήτημα πολέμου), μόλις ένα 5% των Αμερικανών παρακολουθούν πραγματικά τα διπλωματικά θέματα.

Μια τέτοια απουσία πληροφόρησης και προσοχής καθιστά την κοινή γνώμη ιδιαίτερα ευάλωτη στην προπαγάνδα μιας κυβέρνησης που νοιάζεται για την αλήθεια λιγότερο από ό,τι για την ιδεολογική, πολιτική ή προσωπική άνεσή της.

Ένα από τα μειονεκτήματα του αμερικανικού εκλογικού συστήματος, που χαρακτηρίζεται από τις πολυάριθμες αναμετρήσεις (κάθε δύο χρόνια για το Κογκρέσο, κάθε τέσσερα για τον Λευκό Οίκο), είναι η τάση της κοινής γνώμης να συντάσσεται γύρω από τους ηγέτες της σε περιόδους διεθνούς κρίσης. Έτσι, οι πολιτικοί σπάνια διστάζουν να αξιοποιήσουν για εκλογικό και προσωπικό όφελός τους μια τέτοια συλλογική διάθεση. Αφού άλλωστε, σύμφωνα με ορισμένους πολιτικούς επιστήμονες, η τάση των αρμοδίων να κατευθύνουν την επιθετικότητα της χώρας προς έναν εξωτερικό στόχο είναι μεγαλύτερη σε μια δημοκρατία όπου οι εσωτερικές αντιδράσεις δεν μπορούν να κατασταλούν με τη βία.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι στρατιωτικές ενέργειες έχουν μεγάλη πιθανότητα να εκδηλωθούν τις παραμονές ή την επομένη των εκλογών. Το 1962, για παράδειγμα, οι εκλογές για το Κογκρέσο ώθησαν τον Πρόεδρο Τζον Φ. Κένεντι, που τον κατηγορούσαν για μαλθακότητα οι Ρεπουμπλικανοί αντίπαλοί του, να φέρει στο προσκήνιο το ζήτημα των πυραύλων στην Κούβα, μετατρέποντας έτσι μια δυσκολία που θα μπορούσε να διευθετηθεί με τη συνήθη διπλωματική οδό -οι σοβιετικοί πύραυλοι δεν απειλούσαν ούτε την αμερικανική στρατηγική της αποτροπής ούτε την ισορροπία του τρόμου- σε μια κρίση που θα μπορούσε να καταλήξει σε πυρηνική σύγκρουση.

Γιατί το γεγονός ότι η πολεμική ρητορική είναι κατ' αρχάς ελάχιστα δημοφιλής στις Ηνωμένες Πολιτείες παύει να έχει σημασία από τη στιγμή που θα αναπτυχθεί ο στρατιωτικός μηχανισμός. Η υποστήριξη της κοινής γνώμης σε μια πολιτική πυγμής αυξάνεται πράγματι στο μέτρο που περνάμε από το γενικό στο ειδικό. Οι Αμερικανοί, αν ερωτηθούν αφηρημένα για την ιδέα μιας προσφυγής στη βία, έχουν την τάση να την απορρίπτουν. Αλλά η αντίδρασή τους στη χρήση βίας είναι σχεδόν πάντοτε θετική, όπως αποδείχθηκε στην περίπτωση της επέμβασης στον Λίβανο, στη Δομινικανή Δημοκρατία, στο Βιετνάμ, στην υπόθεση Μαγιαγκέζ, στη Γρενάδα, στον βομβαρδισμό της Λιβύης, στην εισβολή στον Παναμά, στον πόλεμο του Κόλπου και στους τελευταίους βομβαρδισμούς εναντίον του Ιράκ.

Το να βεβαιώνουμε ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική δεν καταστρώνεται ούτε εκτελείται με δημοκρατικές διαδικασίες δεν σημαίνει ότι αναπτύσσεται ανεξάρτητα από υπολογισμούς αλλά και από τις ομάδες πίεσης στο εσωτερικό. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, όμως, όταν οι ειδικοί της διπλωματίας μιλούν για εκδημοκρατισμό του τομέα της ειδικότητάς τους, έχουν πρώτα απ' όλα στο μυαλό τους τη διεύρυνση του αριθμού των ομάδων που έχουν λόγο σ' αυτόν. Αν, για παράδειγμα, στη δεκαετία του '50 επρόκειτο κατά κύριο λόγο για τους τραπεζίτες, τις πετρελαϊκές βιομηχανίες, τη Γιουνάιτεντ Φρουτ και το Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων, ο κατάλογος σήμερα περιλαμβάνει επίσης, μεταξύ άλλων, νέες εθνικές ομάδες, ενώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος ή των ανθρώπινων δικαιωμάτων και ίσως κάποια φεμινιστικά κινήματα.

Αλλά ένα τέτοιο μοντέλο δεν δίνει πολλή σημασία στα αισθήματα της πλειοψηφίας του εκλογικού σώματος: δεν επιζητεί ουσιαστικά τίποτε άλλο παρά να συμπεριλάβει ένα μεγαλύτερο αριθμό από τους πολίτες που αποτελούν ήδη μέρος της πολύ μικρής ομάδας εκείνων που ασχολούνται με την πολιτική. Συνεχίζει, λοιπόν, να θέτει ως αξίωμα την παθητικότητα της πλειοψηφίας των Αμερικανών, λες κι όλοι αυτοί που δεν έχουν πρόσβαση στους μηχανισμούς της εξουσίας δεν έχουν, στο επίπεδο της δημοκρατικής εκπροσώπησης, ίσα δικαιώματα με τους άλλους.

 

* Ο Eric Alterman είναι ακαδημαϊκός και δημοσιογράφος

 

Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο στη διεύθυνση:

https://monde-diplomatique.gr/?p=3448

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Πολυτεχνείο

Η σημερινή ημέρα ανήκει δικαιωματικά στη μνήμη της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Αυτής της εξέγερσης των νέων ανθρώπων που αμφισβήτησαν «τη βία ως στοιχείο εξαναγκασμού» και ύψωσαν τη φωνή τους για Ελευθερία και Δημοκρατία.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο