Live τώρα    
13°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Αραιές νεφώσεις
13 °C
11.7°C14.4°C
3 BF 76%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Σποραδικές νεφώσεις
6 °C
5.0°C8.0°C
5 BF 70%
ΠΑΤΡΑ
Ελαφρές νεφώσεις
11 °C
5.6°C16.0°C
3 BF 67%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Σποραδικές νεφώσεις
14 °C
13.3°C14.4°C
1 BF 87%
ΛΑΡΙΣΑ
Αραιές νεφώσεις
9 °C
9.0°C9.4°C
2 BF 87%
Μαρίζα Κωχ: / Μαρίζα Κωχ: Αν δεν πονέσεις ο ίδιος, δεν καταλαβαίνεις τον πόνο των άλλων
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Μαρίζα Κωχ: / Μαρίζα Κωχ: Αν δεν πονέσεις ο ίδιος, δεν καταλαβαίνεις τον πόνο των άλλων

«Το έγραψα και το αφιέρωσα στα παιδιά του πολέμου, του κάθε πολέμου. Δεν τελειώνουν οι άτιμοι. Λες και είναι εποχές του χρόνου, μέχρι να φύγει η μία έρχεται η άλλη» μας αφηγείται με τον γνωστό γοητευτικό τρόπο που ξέρει να λέει ιστορίες η Μαρίζα Κωχ. Αφορμή το βιβλίο της «Το ξανθό κορίτσι της Σαντορίνης», ένα σύντομο αυτοβιογραφικό αφήγημα που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο» και περιγράφει τα παιδικά της χρόνια μετά τον πόλεμο.

Παιδί του πολέμου η ίδια, καρπός ενός μεγάλου έρωτα μεταξύ ενός νεαρού, δημοκράτη και φιλέλληνα Γερμανού αξιωματικού και μιας όμορφης Σαντορινιάς, η Μαρίζα κράτησε το πατρικό επίθετο κάνοντάς το διάσημο μέσα από την τέχνη της και τιμώντας με αυτόν τον τρόπο τον πατέρα που δεν γνώρισε.

«Είναι μια διαμαρτυρία για την αδιαφορία του κόσμου απέναντι σε αυτά που βλέπουμε κάθε μέρα. Τις βάρκες που έρχονται από απέναντι. Τώρα που έγινε αυτό το φοβερό με τη φωτιά, καταλάβαμε και νιώσαμε περισσότερο τον πόνο των ανθρώπων. Αν δεν πονέσεις ο ίδιος, δεν καταλαβαίνεις τον πόνο των άλλων» υποστηρίζει. Το βιβλίο, γραμμένο με τον διάφανο τρόπο που σκέφτεται ένα παιδί, περιγράφει τα παιχνίδια και τις σκανταλιές της μικρής Μαρίζας, που περνά μαζί με την αδελφή της Ειρήνη τα πρώτα χρόνια της ζωής της κοντά σε συγγενείς στη Σαντορίνη, μακριά από τη μητέρα που δουλεύει σκληρά για να ζήσει τα παιδιά της, αφού ο πατέρας έχει χαθεί.

Σύντομες ιστορίες, γεμάτες τρυφερές στιγμές και νοσταλγικές εικόνες από μια μακρινή Ελλάδα, με την ατίθαση Μαρίζα να ομολογεί πως έζησε "μέσα στην αταξία", να κυνηγά χρυσόμυγες κλείνοντάς τις σε σπιρτόκουτα με ζάχαρη, να τριγυρνά στους κάμπους του νησιού, καθώς, όπως γράφει, «τα χωράφια και οι γκρεμοί ήταν το βασίλειό μου», να κολλά με ζυμάρι κομμάτια από σπασμένα αγάλματα που έβρισκε στο αρχαίο θέατρο του Διονύσου, μετατρέποντάς τα σε κουκλάκια για να παίζει, ή να γεμίζει κουτάκια με χάντρες που ξήλωνε κρυφά από την κουρτίνα της Ωραίας Πύλης στην εκκλησία του χωριού.

Ένα βιβλίο στο οποίο το παιχνίδι δεν τελειώνει ποτέ, γεμάτο από εξοχές και εσπερινούς, πολλή αγάπη και γεύσεις από αξέχαστα «χρυσαφένια παξιμάδια» ζυμωμένα με ζαφορά και ρυζόγαλα «που τρώγαμε με μικρά κουταλάκια για να κρατήσει πολλή ώρα η γλύκα», όπως αφηγείται.

Όταν τα πικρά γίνονται γλυκά

Στο βιβλίο "Το ξανθό κορίτσι της Σαντορίνης” πλανώνται ωστόσο η έλλειψη της μάνας και η μοναξιά από την απουσία της: «από τον καημό που η μάνα μου δεν ήταν στη γιορτή του σχολείου, έβγαζα ψιλή φωνή» λέει η Μαρίζα.

Ωστόσο εξηγεί πως δεν έγραψε το βιβλίο για να προκαλέσει πόνο. «Τα πικρά γλυκά τα κάνεις και στο γράψιμο, τα κάνεις και στη ζωή» υποστηρίζει και επιμένει πως αγάπησε τη ζωή που έζησε. Και δεν αποστρέφεται τίποτα, ούτε ακόμα και τη γαλαζόπετρα, με την οποία της έτριβαν τα μάτια για να γιατρευτεί από το τράχωμα, τη λοιμώδη αρρώστια που είχε προσβάλει τα παιδιά της γενιάς της.

«Κάποια στιγμή, που ένιωθα γκαστρωμένη από πόνο, άρχισα να γράφω κάποιες σελίδες πριν κοιμηθώ και να τις βάζω κάτω από το στρώμα. Έγραφα σχεδόν δυο χρόνια κι αυτές πληθύνανε. Χωρίς να αριθμώ τις σελίδες, αφού δεν είχα στον νου μου ότι θα κάνω βιβλίο. Μέχρι που μια μέρα είχαμε βγάλει το στρώμα στον ήλιο. Ήταν εδώ μια καλή μου φίλη, η Φρόσω Πετρίδη, σοβαρή ντοκτόρισσα Βιολογίας, που ξέρει όπως κάθε επιστήμονας πώς να βρει άκρη με τα χαρτιά.

Εκείνη έβαλε σειρά στις σελίδες που εγώ είχα για πέταμα. Τώρα γιατί κάτω από το στρώμα κι όχι σε ένα συρτάρι, δεν το σκέφτηκα ποτέ. Ίσως να ήταν που δεν είχα συρταριέρα στο μέγεθός τους. Αν και με το στρώμα έχω παράδοση, αφού εκεί έκρυβα τις χάντρες που έκλεβα από την εκκλησία. Για μένα το στρώμα ήταν ένας κρυψώνας. Όταν η Φρόσω πήρε τις σελίδες, τις άπλωσε, τις έβαλε σε τάξη και μου απαγόρευσε να τις αγγίξω. Τότε μόνο κατάλαβα ότι άξιζαν τον κόπο».

Η Μαρίζα Κωχ αποκαλύπτει πως το βιβλίο προέκυψε από το δυνατό ερέθισμα που της προκάλεσε «το πνιγμένο προσφυγάκι, το παιδί με το ζακετάκι που ξέβρασε η θάλασσα και που η φωτογραφία του έκανε τον γύρο του κόσμου. Εγκυμονούσα ήδη μια κατάσταση και, όταν το είδα, είπα πως πρέπει να κάνω κάτι για τα συναδελφάκια μου, για να ευαισθητοποιηθεί όσο γίνεται πιο πολύ ο κόσμος, καθώς αυτό που συμβαίνει εκεί μπορεί να συμβεί και σε εμάς. Όχι πως δεν έχει κιόλας συμβεί, γιατί το 1922 τι ήταν;

Οι μνήμες μου είναι πολύ συνδεδεμένες με τους πρόσφυγες. Έγινα τραγουδίστρια τραγουδώντας μαζί τους από τρεισήμισι χρόνων και από ευχή γονιών και παππούδων. Άλλωστε από πολύ μικρή ό,τι με εντυπωσίαζε το έφτιαχνα τραγούδι και το θυμόμουνα μέρες».

Εγγονή παπαδοδάσκαλου, μεγάλωσε δίπλα στο ψαλτήρι της εκκλησίας του χωριού, που ήταν παπάς ο παππούς της. «Όταν έψελνα, φανταζόμουν πως τραγουδούσα κι αυτό το αίσθημα μου χάριζε μεγάλη ελευθερία, την ίδια ελευθερία που νιώθω και τώρα όταν τραγουδώ μπροστά στο κοινό στις συναυλίες» σημειώνει και δεν διστάζει να μας εξομολογηθεί:

«Μια έμφυτη τέχνη να κάνω τα γλυκά πικρά χωρίς να απομακρύνομαι από τον πόνο, αυτή η χαρμολύπη, όπως λένε οι γέροντες, δεν με άφησε ποτέ. Κι ό,τι τραγούδησα είχε σχέση με τις αγωνίες της ψυχής πιο πολύ, δεν ξεφάντωσα μέσα από το τραγούδι μου, καθώς ήταν ενέργεια παρορμητική και διαμαρτυρίας. Ακόμα και ο 'Αραμπάς' ήταν μια πράξη αντίστασης, που έλεγε 'δεν τραγουδώ λογοκριμένα'”.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL