Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Οικογενειακές υποθέσεις ή μια σπουδή στον Σαίξπηρ

Του Λέανδρου Πολενάκη

 

«Ο Ληρ αποτελεί για πολλούς το κορυφαίο δημιούργημα του Σαίξπηρ» γράφει ο Μάριος Πλωρίτης. «Κι ωστόσο η υπόθεσή του είναι ένα απλό παραμύθι: ένας γερο-βασιλιάς μοιράζει το βασίλειό του στις κόρες του - δύο υποκρίτριες κι αχάριστες, μια τρίτη έντιμη, ειλικρινής... και για αυτό αποκληρωμένη: οι καλοί από τη μια πλευρά, οι κακοί από την άλλη. (...) Μόνο στο τέλος του έργου ο θάνατος του Ληρ και της Κορντέλια ξεφεύγει από το σχήμα: 'ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα'.

Γιατί ο Σαίξπηρ πήρε για θέμα του ένα παραμύθι; Η επιλογή, φυσικά, έγινε σκόπιμα: ο Ληρ δεν είναι ένα ρεαλιστικό δράμα, αλλά μια αλληγορία που, ακριβώς για να δείξει πόσο παγκόσμια είναι, ντύνεται το σχήμα ενός παμπάλαιου μύθου. Τα λάθη του Ληρ δεν είναι λάθη ενός ιστορικού προσώπου, είναι τα λάθη κάθε ισχυρού ανθρώπου που τυφλώνεται από την εξουσία. Το πάθος του δεν είναι ο γολγοθάς ενός γέρου που πάσχει από την αχαριστία των παιδιών του, είναι το καθαρτήριο του ανθρώπου όταν ανακαλύπτει τις τρομερές αλήθειες της ζωής, που έκρυβε η εξουσία του (...) Ο Σαίξπηρ σηκώνει την αυλαία πάνω από έναν ταραγμένο κόσμο και μια εξαρθρωμένη κοινωνία. Τα λόγια του, ταυτόχρονη περιγραφή μιας ιστορικής εποχής και μιας διαχρονικής κατάστασης, καθρεφτίζουν την ατμόσφαιρα της Αγγλίας την εποχή του, ενώ εικονίζουν γενικά τον κόσμο με τα δεινά που θα ακολουθήσουν...»

Αυτά τα προβλεπτικά έγραφε ο Μάριος Πλωρίτης σε καιρούς ανύποπτους, όταν δεν είχαν ακόμη εκδηλωθεί σε όλη τους την έκταση τα δεινά, με τη σημερινή παγκόσμια κρίση πολιτισμού και με το δίδυμό της, χαίνον κενό πολιτικής, που σπεύδει να κατακλύσει η ωμή εξουσία... ο Ληρ μπορούσε ακόμη τότε να διαβαστεί σαν ένα ρομαντικό παραμύθι. Τώρα τον ζούμε ως τραγική εμπειρία. Είναι τουλάχιστον καλό, ότι νέοι, σύγχρονοι καλλιτέχνες, μπορούν να δουν καθαρά και να μας μεταφέρουν σε αδρές εικόνες, πώς, ο μεγάλος φασισμός γεννιέται και θεριεύει μέσα από τις μικρές οικογενειακές μας «υποθέσεις».

Από το πρόγραμμα της παράστασης του έργου "Young Lear" στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, μια σπουδή στον Σαίξπηρ, σε σύλληψη, μετάφραση (σε ορισμένα σημεία ήθελε λίγο περισσότερη προσοχή), σκηνοθεσία Ιόλης Ανδρεάδη, κείμενο δικό της και του Άρη Ασπρούλη, μεταφέρω ένα μικρό απόσπασμα που συνοψίζει το σκεπτικό των δημιουργών:

«Η ιδέα που προτείνεται εδώ εστιάζει σε έναν Ληρ με ανάποδη διανομή και δύο επίπεδα αφήγησης. Ο κεντρικός ρόλος ερμηνεύεται από έναν νέο σε ηλικία ηθοποιό, παρά την αντίστροφη ηλικία του ρόλου (...) Η νέα ματιά πάνω στο έργο επικεντρώνεται στο ίδιο θέμα, αυτό των γενεών και της σχέσης τους με τη μνήμη και το παρελθόν, ωστόσο συμπυκνώνει όλη τη δράση εντός ενός νοσοκομειακού θαλάμου αναμονής. Εκεί παρακολουθούμε την αφήγηση δυο ιστοριών παράλληλα. Η μια είναι έκδηλη, η πραγματική ιστορία του Σαίξπηρ ή τουλάχιστον μια ελεύθερη ερμηνεία της και η άλλη η λανθάνουσα, η αφανής, η οποία ερμηνεύεται τόσο με τον λόγο όσο και με τον χώρο: οι πρωταγωνιστές βρίσκονται σε κατάσταση αναμονής και δρουν ως πέντε αδέλφια σε σχέση με το αν θα επιζήσει ή όχι ο πατέρας τους, που χειρουργείται. Είναι οι ήρωες του Ληρ θεματοφύλακες των οικογενειακών δομών και συγκρούσεων; (...) Μπορεί άραγε η γλώσσα του Σαίξπηρ να υποκαταστήσει όσα δε λέγονται στο οικογενειακό τραπέζι;»

Η σκηνοθεσία της Ιόλης Ανδρεάδη απαντάει στο ερώτημα με ένα ανεπιφύλακτο «ναι». Τόσο το διπλό κείμενο με τα αυθεντικά αποσπάσματα του Ληρ και τον σχολιασμό τους όσο και η σκηνική του απόδοση έχουν σχεδιαστεί και εκτελούνται ως ένας συλλογιστικός «σωρείτης», με στόχο την απόδειξη του πιο πάνω θεωρήματος. Το γραπτό κείμενο, όμως, λειτουργεί αποτελεσματικότερα του προφορικού: ο αναγνώστης παρακολουθεί τα δύο επίπεδα του λόγου, συμβολικό και πραγματικό, σημειωμένα στο χαρτί και μπορεί να κάνει την αφαίρεση. Αλλιώς η σκηνική πράξη. Η λειτουργία τους πρέπει να είναι ποιητικά αφαιρετική. Να δίνονται τα δύο επίπεδα του λόγου σε διακριτούς αντιστικτικούς «μουσικούς» ρυθμούς, έτσι ώστε να προκύπτει «διάχυσή» τους, δηλαδή ένα ηδονικό χώνεμα του θέματος μέσα στην ποίηση, αντί της άμεσης προβολής του. Η σκηνοθεσία της Ιόλης Ανδρεάδη επέλεξε το δεύτερο, δίνοντας τα δύο επίπεδα προσθετικά και σωρευτικά, έτσι ώστε να επιτείνουν ενισχυτικά το ένα το άλλο. Κάτι που θα ταίριαζε πιο πολύ, πιστεύω, σε ένα έργο ρεαλιστικό, όχι ονειρικό, όπως το δικό της. Πρόκειται για ένα ευρηματικό σκηνικό παίγνιο που εμπλέκει ειρωνικά το ψέμα της ζωής με την αλήθεια της τέχνης, όπου έξι πρόσωπα «παίζουν» τον Ληρ κάτω από τη βαριά σκιά του «πρώτου διδάξαντος», ήδη ετοιμοθάνατου πατέρα τους... Για να «σοβαρέψει» το παιχνίδι τη στιγμή ακριβώς που πρέπει, με την εμφάνιση του μοιραίου γράμματος, όταν απότομα περνάμε από το θέατρο στην πραγματικότητα («ξυπνάμε»), και αλλάζουν υποχρεωτικά οι ρυθμοί της παράστασης... Εδώ η σκηνοθεσία συμπλέει με τις ανάγκες του έργου.

Οι νέοι ηθοποιοί ενσαρκώνουν αξονικά τους συμπυκνωμένους ρόλους, δίνοντας το άπαν των δυνάμεών τους (Χριστίνα Γαρμπή, Ελεάνα Καυκαλά, Θύμιος Κούκιος, Μαρία Προϊστάκη, Νεκτάριος Σμυρνάκης, Μιλτιάδης Φιορέντζης, Νίκος Νικολαΐδης). Στον στιγμιαίο αλλά καίριο ρόλο του «πατέρα», σε έκτακτη εμφάνιση, ο Δάνης Κατρανίδης. Σκηνικά - κοστούμια (Δήμητρα Λιάκουρα), ηχοτοπίο (Γιάννης Χριστοφίδης), φωτισμοί (Χριστίνα Θανάσουλα) υπηρετούν την κεντρική ιδέα.

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Θλιβερή ουρά της Ακροδεξιάς

Χαρακτηριστική του τρόπου με τον οποίο σκέφτεται ο Κ. Μητσοτάκης είναι η χθεσινή του αναφορά στο σύνθημα “Η δημοκρατία πούλησε τη Μακεδονία”. Το σύνθημα αυτό χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον στις μαθητικές...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο