Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η "Ορέστεια" στην Επίδαυρο: Μη βαράτε τη μαμά

Η “Ορέστεια”, πανθομολογουμένως, βρίσκεται πιο μπροστά όχι μόνο από την εποχή της, αλλά και από τη δική μας. Αυτό σημαίνει ότι, για να μπούμε στο πνεύμα της, πρέπει να σκεφτούμε με τον τρόπο των αρχαίων: κάθε πράγμα, έμψυχο ή άψυχο, περιέχει εν σπέρματι την τέλεια μορφή του, εκείνο που μπορεί να γίνει. Δεν ξεφεύγουν από αυτόν τον κανόνα ούτε οι θεοί. Αυτό μας δίνει ένα κλειδί.

Του Λέανδρου Πολενάκη

Η “Ορέστεια”, πανθομολογουμένως, βρίσκεται πιο μπροστά όχι μόνο από την εποχή της, αλλά και από τη δική μας. Αυτό σημαίνει ότι, για να μπούμε στο πνεύμα της, πρέπει να σκεφτούμε με τον τρόπο των αρχαίων: κάθε πράγμα, έμψυχο ή άψυχο, περιέχει εν σπέρματι την τέλεια μορφή του, εκείνο που μπορεί να γίνει. Δεν ξεφεύγουν από αυτόν τον κανόνα ούτε οι θεοί. Αυτό μας δίνει ένα κλειδί.

Επιχειρώ να συγκεντρώσω τα σημεία κλειδιά: ισχυρό πρόσωπο σε όλη την τριλογία είναι η Κλυταιμνήστρα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να τη δούμε από την πλευρά του σύγχρονου φεμινιστικού κινήματος ή σαν μια εκπρόσωπο της μητριαρχίας. Η Κλυταιμνήστρα έχει ασφαλώς δίκιο να θέλει να εκδικηθεί την άδικη σφαγή του παιδιού της σκοτώνοντας τον Αγαμέμνονα. Αλλά το χάνει, υπερβαίνοντας τα όρια. Μια ικανότατη παίκτρια, που ξέρει να υπολογίζει σωστά τον συσχετισμό των δυνάμεων, αίμα αντί αίματος, και οργανώνει έτσι το πράγμα ώστε να φέρει το έγκλημά της μπροστά στο δικαστήριο των Ερινύων που είναι βέβαιο ότι θα την αθωώσουν. Όχι στο δικαστήριο του Διός, που βεβαιωμένα θα την καταδικάσει. Καταφέρνει γι' αυτό να “εξορίσει” προσωρινά τον Δία από το Άργος, υποκλέπτοντας μαζί την αρμοδιότητά του να τιμωρήσει αυτός τον Αγαμέμνονα (ένοχο εκ προοιμίου για όσα θα κάνει στην Τροία υπερβαίνοντας την εντολή του). Υποκινημένη από εμπαθή προσωπικά κίνητρα, υπερβαίνει το μέτρο, χύνοντας μαζί το αίμα της Κασσάνδρας, που δεν εξαγοράζει τίποτε και, αντίθετα, ζητά την εξαγορά του.

Η Κασσάνδρα ξέρει ότι θα πεθάνει και κάνει το μόνο που μπορεί να κάνει: δίνει στον θάνατό της μια άλλη σημασία, “κατεβάζοντας” με τη βία σχεδόν τον Απόλλωνα ως εκδικητή της και τιμωρό της Κλυταιμνήστρας. Εδώ αλλάζουν άρδην όλοι οι συσχετισμοί. Καλείται πλέον ο Ορέστης να βγάλει το φίδι από την τρύπα.

Η Ιώ Βουλγαράκη σκηνοθετεί τον “Αγαμέμνονα” στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, στη μετάφραση του Κώστα Μύρη, που έχει μεν ηλικία σαράντα ετών, αλλά εξακολουθεί να είναι πιο μοντέρνα από τη μοντερνίζουσα άποψη της σκηνοθέτιδας. Συνοπτικά, επειδή ο χώρος δεν με παίρνει: παρασυρμένη από μια ανάγνωση ατελή του λόγου της Κλυταιμνήστρας μετά τον φόνο του άνδρα της, η σκηνοθέτιδα εκλαμβάνει τη βασίλισσα (Εύη Σαουλίδου) ως μετανοούσα, κάτι που δεν συμβαίνει -θέλει μόνο να εξασφαλίσει ένα άλλοθι- και προσπαθεί να “μαλακώσει” το ήθος της. Εκ παραλλήλου, εμφανίζει τον Αγαμέμνονα (Αργύρης Ξάφης) ως κωμικό πρόσωπο στη βασική σκηνή του τάπητα και την Κασσάνδρα (Δέσποινα Κούρτη) κάτι σαν εξωτική χορεύτρια από το Μπαλί. Εμφανίζει, ακόμη, τον Αίγισθο (Αλέξανδρος Λογοθέτης) ως τον “κακό” ενός σπαγκέτι γουέστερν. Ο χορός κοπιάρει την αρκούντως πεπαλαιωμένη κίνηση - εκφώνηση του Θεάτρου Τέχνης, τα γνωστά γκρουπούσκουλα. Με ρυθμούς που τραβάνε απελπιστικά και “σέρνονται”. Οι ηθοποιοί απλώς ακολουθούν, σε τίποτα δεν φταίνε.

Περνάω στο δεύτερο μέρος της πεντάωρης παράστασης, τις “Χοηφόρους”, σε μετάφραση Μύρη πάλι, που ακόμα κι αν έχει τα χρόνια της, είναι επίσης πιο μοντέρνα από τη σκηνοθεσία της Λίλυς Μελεμέ.

Και εδώ ακολουθείται η γραμμή “μη βαράτε τη μαμά” (Φιλαρέτη Κομνηνού). Έχουμε έτσι στη σκηνή του φόνου έναν Ορέστη νηπιακό (Γιάννης Νιάρος) να τον παίρνει από το χεράκι η μανούλα και να τον οδηγεί μέσα για να τη σφάξει! Παιδαριώδη πράγματα... Ξεχωρίζει η Μαρία Κίτσου (νευρώδης Ηλέκτρα), διακρίνεται ο αδρός Βασίλης Καράμπουλας ως Οικέτης (όχι ικέτης, όπως αναγράφεται στην ελληνική και την αγγλική εκδοχή του προγράμματος έλεος!) και σε έναν βαθμό ο χορός, δουλεμένος πάνω σε παραδοσιακά πρότυπα.

Για το τρίτο μέρος, τις “Ευμενίδες” (σκηνοθεσία Γεωργία Μαυραγάνη), αδυνατώ να ασκήσω κριτική. Ένα “αλαλούμ” με χριστιανίζουσα απόκλιση, με καμπάνες και ύμνους σε ύφος ορατοριακό - οπερετικό, όπου όλοι παίζουν όλους, όπου υπεισέρχονται τελείως άσχετα κείμενα και όπου η μετάφραση του Μύρη περνάει τα πάνδεινα μέχρι να παραδώσει το πνεύμα. Το πέρασμα από την αισχυλική στη χριστιανική εσχατολογία, αν αυτό επιδίωκε η σκηνοθέτιδα, δεν γίνεται με φαμφάρες και λάβαρα. Ξεχώρισα την Αγγελική Παπαθεμελή (χορός) με τα σωστά αρθρωμένα ελληνικά της. Τίποτε άλλο δεν θα προσθέσω.

 

Δείτε όλα τα σχόλια