Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μεθοδολογία, πολιτική και διακυβέρνηση

Φώτης Παλαμιώτης, δικηγόρος

- Η υπερφορολόγηση δεν κόστισε μόνο εκλογικά. Κόστισε και ιδεολογικά. Η επιβάρυνση στρωμάτων που χρήζουν προστασίας έδωσε έρεισμα για ιδεολογική εμβάθυνση του κοινωνικού αυτοματισμού. Όταν η υπερφορολόγηση παρουσιάζεται σαν αναδιανομή των βαρών, καθεαυτή η ιδέα γίνεται λιγότερο ελκυστική. Έτσι, τα διάφορα νεοφιλελεύθερα ιδεολογήματα απέκτησαν πολιτική διεισδυτικότητα. Στη βάση αυτή, η Νέα Δημοκρατία κατάφερε να αντιποιηθεί ένα φιλολαϊκό προσωπείο, γαρνιρισμένο με μία εσάνς διωκόμενης αριστείας.

 

Ύστερα από τέσσερα χρόνια σε κόντρα ρόλο, ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να παγιώνεται ως ο δεύτερος πόλος του πολιτικού συστήματος. Αυτό από μόνο του αποτελεί επιτυχία. Μπορεί το αποτέλεσμα να πλήγωσε τον κόσμο της Αριστεράς, όμως, με μια ψύχραιμη ανάγνωση, δεν είναι κακό.

Απ' αυτή την άποψη, η διαφορά με τη ΝΔ δεν είναι το πρώτιστο∙ ακόμη και μεγάλες διαφορές σε βάθος χρόνου είναι αναστρέψιμες. Με προδιαγεγραμμένη την πρωτιά της ΝΔ, το διακύβευμα των εκλογών είναι η αναδιάταξη του πολιτικού χάρτη. Ένας ΣΥΡΙΖΑ χωρίς εξ αριστερών κοινοβουλευτική παρενόχληση και απαλλαγμένος από σοβαρό ανταγωνισμό στον χώρο του κέντρου, μπορεί να διεκδικήσει με αξιώσεις την επάνοδο στην εξουσία.

Ας μην ξεχνάμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ εκλέχθηκε χωρίς να έχει ιδεολογική ηγεμονία, χωρίς πολιτικό ρίζωμα σε ένα λαό που του ανέθεσε εργολαβικά την «εθνική σωτηρία». Αντλώντας νομιμοποίηση από μία νεφελώδη προσδοκία του ανέφικτου και εφαρμόζοντας ένα πρόγραμμα αντίθετο προς τις αναφορές του, μοιραία θα υποχωρούσε εκλογικά.

Αν όμως η συγκυρία ήταν δυσμενής για την άσκηση αριστερής πολιτικής, ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε κυβερνητικά καθήκοντα χωρίς σχέδιο, χωρίς know-how. Εδώ το πρόβλημα δεν άπτεται της συγκυρίας. Το πρόβλημα βρίσκεται στον πυρήνα του πολιτικού.

Μονοθεματική ατζέντα

Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στηρίχθηκε σε έναν διπλό ιστορικό συμβιβασμό.1 Κατά πρώτον με μία μερίδα της δεξιάς (ΑΝΕΛ, και καραμανλική Δεξιά) και κατά δεύτερον με την Εκκλησία της Ελλάδας

Ο διπλός αυτός συμβιβασμός, σε συνδυασμό με τη μάχη στο χώρο της οικονομίας και την αποφυγή πολλαπλών μετώπων, οδήγησε σε μία μονοθεματική ατζέντα. Μοιραία, η διολίσθηση στον οικονομισμό στέρησε πνοή και όραμα. Ύστερα από μία παρατεταμένη καθοδική πορεία και ενώ η οικονομία είχε αρχίσει να σταθεροποιείται, η κοινωνία είχε ανάγκη από μία γενικότερη ανάταση. Το σήμα δεν εκπέμφθηκε. Τομείς όπως ο πολιτισμός, το περιβάλλον ή ο εκσυγχρονισμός του κράτους παραμελήθηκαν, ενώ σε ουκ ολίγες περιπτώσεις η διαχείρισή τους ήταν άτεχνη.

Ταυτόχρονα διαφάνηκε ένα έλλειμμα διοικητικής κουλτούρας. Τα υπουργικά γραφεία περισσότερο πνίγηκαν στη γραφειοκρατία παρά κατανόησαν τους κανόνες με τους οποίους αυτή λειτουργεί. Τούτο, σε συνδυασμό με τις χρόνιες παθογένειες της διοίκησης, οδήγησε σε μία πολιτική απονεύρωση και σε μία αδυναμία διοικητικής εξυγίανσης. Η μάχη της καθημερινότητας υποτιμήθηκε, η σχέση του πολίτη με τη διοίκηση δεν βελτιώθηκε.

Με την οικονομία στο επίκεντρο, το κόμμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς δεν επέδειξε ριζοσπαστισμό στις -κατά το παλαιώς λεγόμενο- δευτερεύουσες αντιθέσεις. Έτσι, οι δυνατότητες για ένα συνολικό όραμα περιορίστηκαν.

Η μεσαία τάξη

Ο ΣΥΡΙΖΑ επιφορτίστηκε με την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης. Στο πεδίο αυτό σημείωσε εντυπωσιακές επιτυχίες. Η χρηματοδότηση όμως φιλολαϊκών μέτρων από τους φόρους της μεσαίας τάξης υπονόμευσε τη σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με δυναμικά στρώματα της κοινωνίας και τον απομάκρυνε από ένα τμήμα του (υπό διεκδίκηση) μεσαίου χώρου.

Σε ένα πολιτικό περιβάλλον εμπεδωμένου κοινωνικού αυτοματισμού, η υπερφορολόγηση των ελευθέρων επαγγελματιών αναπαρήγαγε τις συγκρούσεις ανάμεσα σε πληττόμενα στρώματα και διέρρηξε την προοπτική μίας ευρύτερης κοινωνικής συμμαχίας. Αδυνατώντας να ενοποιήσει σε επίπεδο κυβερνητικής πολιτικής τα αιτήματα μεσαίων και κατώτερων ομάδων, ο ΣΥΡΙΖΑ απώλεσε το έδαφος επί του οποίου και μόνο θα μπορούσε να διεκδικήσει με αξιώσεις την ανανέωση της εντολής.

Η υπερφορολόγηση δεν κόστισε μόνο εκλογικά. Κόστισε και ιδεολογικά. Η επιβάρυνση στρωμάτων που χρήζουν προστασίας έδωσε έρεισμα για ιδεολογική εμβάθυνση του κοινωνικού αυτοματισμού. Όταν η υπερφορολόγηση παρουσιάζεται σαν αναδιανομή των βαρών, καθεαυτή η ιδέα γίνεται λιγότερο ελκυστική. Έτσι, τα διάφορα νεοφιλελεύθερα ιδεολογήματα απέκτησαν πολιτική διεισδυτικότητα. Στη βάση αυτή, η Νέα Δημοκρατία κατάφερε να αντιποιηθεί ένα φιλολαϊκό προσωπείο, γαρνιρισμένο με μία εσάνς διωκόμενης αριστείας.

Η υποτίμηση όμως της μεσαίας τάξης επηρέασε την εκλογική συμπεριφορά και άλλων ομάδων, όπως των ανέργων και της νεολαίας. Οι σπουδές τους, η κοινωνική ζωή τους ή η ταξική τους καταγωγή, προόριζε πολλούς από αυτούς να ενταχθούν στη μεσαία τάξη, από την οποία και αποκόπηκαν βίαια. Οι άνθρωποι αυτοί δεν κερδίζονται με παροχές. Οι άνθρωποι αυτοί αναζητούν προοπτική. Και οι (αναγκαίες) παροχές δεν αρκούν για να καταπραΰνουν ματαιώσεις ανθρώπων που για αλλού προορίζονταν και αλλού βρέθηκαν.

Θεσμοί, βούληση και αντίβαρα

Ήδη από την παραμονή της διακυβέρνησης, ο ΣΥΡΙΖΑ επέδειξε έναν θεσμικό πρωτογονισμό. Νομικοφανή[2] επιχειρήματα περί επαχθούς χρέους, δηλώσεις ότι θα εγγραφούν στον κρατικό προϋπολογισμό οι γερμανικές αποζημιώσεις, και υποσχέσεις για ανάκτηση ήδη ιδιωτικοποιημένης περιουσίας, έδειχναν ένα κόμμα που δυσκολεύεται να κατανοήσει τη λειτουργία των θεσμών.

Η στρεβλή αυτή αντίληψη διατηρήθηκε και μετά τον Σεπτέμβριο του 2015. Ενδεικτικά, επισημαίνονται οι εξαγγελίες για συνταγματική αναθεώρηση με συμβουλευτικό δημοψήφισμα, η τουλάχιστον άτεχνη διαχείριση του σκανδάλου Novartis, η «υπόθεση Θάνου», οι προεκλογικές τροπολογίες και η ατυχής διαχείριση της επιλογής ηγεσίας της δικαιοσύνης - τουλάχιστον μέχρι την ορθή πρωτοβουλία του Υπουργού Δικαιοσύνης για διακομματική συναίνεση.

Κουβαλώντας μία κνίτικη κληρονομιά, ο ΣΥΡΙΖΑ έδειξε να αντιλαμβάνεται τους θεσμούς περισσότερο σαν στεγανά ενός αστικού κράτους που εμποδίζουν την κατίσχυση μιας πρωτοπόρας βούλησης, παρά ως απαραίτητα συστήματα αντιβάρων που οριοθετούν την άσκηση της πολιτικής εξουσίας.

Οι στρεβλώσεις αυτές απώθησαν τμήματα του μεσαίου χώρου. Αν το κρίσιμο είναι η κυριαρχία του ΣΥΡΙΖΑ στην δημοκρατική παράταξη και η ριζοσπαστικοποίησή της, οι θεσμικές παλινωδίες δεν βοηθούν.

Συγκρούσεις χωρίς διακύβευμα

Με τη σύγκρουση εγγεγραμμένη στο DNA του και χωρίς απτό, ηγεμονικό πρόταγμα, ο ΣΥΡΙΖΑ αναλώθηκε σε συγκρούσεις χωρίς διακύβευμα.

Θεσμικοί ακροβατισμοί, αλαζονικές συμπεριφορές, τηλεοπτικές ατάκες, και μία παρατεταμένη σκανδαλολογία, εξέτρεψαν την ατζέντα και επικάλυψαν το κυβερνητικό έργο. Πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο δαπανήθηκε σε συγκρούσεις που δεν αφορούσαν την κοινωνία. Φαίνεται να μην έγινε κατανοητό ότι η σύγκρουση έχει νόημα, όταν αφορά στην ικανοποίηση κοινωνικών αιτημάτων, ενώ η παρατεταμένη σκανδαλολογία πλήττει κυβερνήσεις, όχι αντιπολιτεύσεις.

Έλλειμμα μεθοδολογίας

Όλα τα παραπάνω αναδεικνύουν πολιτικό έλλειμμα. Μία κυβέρνηση χωρίς υλοποιήσιμο σχέδιο μοιραία διολίσθησε στον εμπειρισμό. Και μπορεί μεν να κατέγραψε αξιοσημείωτες επιτυχίες στην οικονομία, αυτό όμως δεν ήταν αρκετό. Νομίζω ότι αυτό ακριβώς το πολιτικό έλλειμμα είναι που πρέπει να απασχολήσει μετεκλογικά.

Η διακυβέρνηση δεν βασίζεται στις καλές προθέσεις. Η μεθοδολογία είναι που εγγυάται το αποτέλεσμα. Και στο κομμάτι αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ανταποκρίθηκε.Ας το θέσουμε ωμά. Το πρόβλημα δεν είναι καθεαυτό το αποτέλεσμα. Το πρόβλημα είναι ότι το Μαξίμου εξεπλάγη από το αποτέλεσμα. Και αυτό είναι η κορυφή του παγόβουνου.

Σκάβοντας προς τα κάτω βρίσκουμε έναν γενικότερο ερασιτεχνισμό. Εκεί εντοπίζεται και η -κατά κοινή ομολογία- επικοινωνιακή αποτυχία. Έτσι λειτουργεί η πολιτική. Ουσία και επικοινωνία είναι συνδεδεμένα μεγέθη. Και το έλλειμμα πολιτικής αναπόφευκτα συνδέεται με επικοινωνιακές αστοχίες.

Το μοντέλο οργάνωσης του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να εγγυάται την παραγωγή αντιπολιτευτικού λόγου, δεν οδηγεί όμως στην εκπόνηση δημοσίων πολιτικών. Η εφαρμογή ριζοσπαστικής πολιτικής και η αντιμετώπιση πανίσχυρων αντιπάλων απαιτεί αξιολόγηση των δεδομένων, χάραξη ηγεμονικής ατζέντας, μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, οργάνωση συναινέσεων και επιλεγμένες συγκρούσεις με πραγματικό πολιτικό διακύβευμα. Κοντολογίς, απαιτεί επαγγελματισμό.

Η επόμενη ημέρα

Ο ΣΥΡΙΖΑ βασίζεται σε δύο σημαντικές παρακαταθήκες. Παρ’ όλες τις αντιξοότητες, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι η Αριστερά έριξε τη χώρα στα βράχια. Η έξοδος από τα μνημόνια φέρει τη σφραγίδα του ΣΥΡΙΖΑ. Όσο για τη Συμφωνία των Πρεσπών, όχι μόνο δεν κόστισε εκλογικά, αλλά χάραξε μία διαχωριστική γραμμή της οποίας τα δυνητικά οφέλη δεν έχουν αποδώσει ακόμη.

                Η αυτοκριτική, λοιπόν, δεν πρέπει να μας παραλύσει. Ο ΣΥΡΙΖΑ, με όλες τις αδυναμίες του, φαίνεται να παγιώνεται ως πόλος του δικομματισμού και βλέπει την επόμενη ημέρα με αξιώσεις. Ως αυριανός εκπρόσωπος της δημοκρατικής παράταξης οφείλει να την εμποτίσει με ριζοσπαστισμό, εκπονώντας ταυτόχρονα υλοποιήσιμες πολιτικές επεξεργασίες.

Σημαντικότερη απειλή είναι η παραλυτική εσωστρέφεια – πάγιο ελάττωμα της Αριστεράς. Ας την αποφύγουμε. Και ας βαπτιστούμε στην τεχνική της διακυβέρνησης. Όσο την φοβόμαστε τόσο θα οδηγούμαστε σε αστοχίες.

 

 

Αντώνης Λιάκος, «Ο ελληνικός ιστορικός συμβιβασμός», Εφ.Συν.,22.10.2018

Γιώργος Νικολαΐδης-Κρασσάς, «Το δόγμα του επαχθούς χρέους κατά το δημόσιο διεθνές δίκαιο», Θέσεις, τχ. 123, Απρίλιος - Ιούνιος 2013

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Επιτελικό ξέπλυμα

Όσο θορυβώδης είναι η κυβέρνηση στην «πάταξη της ανομίας» και την κλιμακούμενη αποχαλίνωση της αστυνομικής αυθαιρεσίας, άλλο τόσο διακριτική είναι όταν τακτοποιεί τις δουλίτσες της και όταν εξυπηρετεί τους κολλητούς της. Και πάντα έχει και μια ηθική δικαιολογία να επικαλεστεί.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο