Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Brexit, Ελλάδα και Ευρώπη

Του John Milbank

Ομότιμος καθηγητής θεολογίας, πολιτικής και ηθικής στο Πανεπιστήμιο του Νότιγχαμ. Πρωτοπόρος της πολιτικής τάσης του βρετανικού Εργατικού Κόμματος «Μπλε Εργασία»

Σε διαμετρικά αντίθετα θαλάσσια άκρα της Ευρώπης, τόσο η Μεγάλη Βρετανία όσο και η Ελλάδα έχουν αναταράξει σημαντικά τις σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τι μπορούν να διδάξουν και τι να μάθουν η μία από την άλλη;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ελληνική εμπειρία υπήρξε αποκαλυπτική της πραγματικής φύσης της Ε.Ε. Τα όσα ένιωσε ο ελληνικός λαός στο πετσί του αποτέλεσαν ίσως κάτι περισσότερο από έναν παράγοντα που καθόρισε την ψήφο για το Brexit.

Αυτό δεν έρχεται να απορρίψει τη νομιμότητα και τη σημασία του ευρωπαϊκού ομοσπονδιακού πειράματος. Όμως, αμφισβητεί τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώθηκε σταδιακά, ανεξάρτητα από τα ελαττώματα του πειράματος που υπήρχαν σχεδόν από την αρχή.

Αρχικά, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τα προβλήματα μιας πρωτίστως οικονομικής ένωσης, που υπάρχει κυρίως για να υπηρετεί κυρίαρχα οικονομικά συμφέροντα. Αυτή η συνθήκη εντάθηκε, όπως έχει παρατηρήσει ο Κώστας Λαπαβίτσας, από την αναδυόμενη μεροληψία υπέρ νεοφιλελεύθερων προσεγγίσεων, που απορρέει από την έλλειψη μιας πραγματικά ουσιαστικής Ευρωπαϊκής Ένωσης βασισμένης στην προσωπική προσχώρηση.

Απουσία βούλησης για αμοιβαίο μοίρασμα και αυτοθυσία στα πρότυπα μιας οργανικής εθνικής κοινότητας, είναι πιθανό μόνο ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής της οικονομικής πρακτικής να αποσπάσει συλλογική συναίνεση. Αυτό αναπόφευκτα περιλαμβάνει κοινούς και αδιαφοροποίητους τυπικούς κανόνες για τις συναλλαγές που συγκεντρώνονται στις περίφημες τέσσερις ελευθερίες της απεριόριστης μετακίνησης προσώπων, αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίου. Οποιαδήποτε μετατροπή αυτών των κανόνων προς όφελος των ουσιαστικών συμφερόντων ενός συγκεκριμένου έθνους ή περιφερειών θα συναντήσουν μάλλον την αντίσταση άλλων περιφερειών ή εθνών ως άδικες.

Όμως το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Η κατάρρευση της συμφωνίας του Μπρέτον Γουντς και του κανόνα του χρυσού άφησε τα έθνη ευάλωτα στις κυμαινόμενες συναλλαγματικές ισοτιμίες και τις ανεξέλεγκτες εισροές κεφαλαίου. Η Ε.Ε. προστατεύει από όλα αυτά. Όμως, μια κοινή συναλλαγματική ισοτιμία τείνει αναπόφευκτα να αναληφθεί από ένα κυρίαρχο νόμισμα ή, αλλιώς, το νόμισμα του Ευρώ τείνει τελικά να αναληφθεί από την οικονομία μιας κυρίαρχης χώρας.

Είτε στη μία είτε στην άλλη περίπτωση, στην Ευρώπη αυτή η χώρα είναι φυσικά η Γερμανία. Όπως επίσης υποστηρίζει ο Λαπαβίτσας, μια κυμαινόμενη συναλλαγματική ισοτιμία σημαίνει πως το χρήμα είναι περισσότερο από ένα εμπόρευμα και ταυτόχρονα καθόλου εμπόρευμα πια, αλλά παραστατικό χρήμα το ποσό και η ισοτιμία του οποίου μπορούν να καθορίζονται πλήρως από το κράτος. Κατά συνέπεια, ο νεοφιλελευθερισμός δεν συνεπάγεται μόνο την απελευθέρωση των παγκόσμιων αγορών από τον έλεγχο του κράτους, αλλά και έναν καινοφανή νεο-μερκαντιλισμό μέσω του οποίου τα κράτη επιστρατεύουν το μονεταρισμό και τις πειθαρχημένες δυνάμεις της αγοράς για να ενισχύσουν τη δική τους εξουσία.

Και πάλι αυτό βρίσκει εφαρμογή στη Γερμανία. Δεν είναι εγγενώς τόσο ισχυρή, χάρη στη δική της επάρκεια και παραγωγικότητα. Αντίθετα, η ισχυρή θέση της οφείλεται στη δύναμη της διάβρωσης των παραδοσιακών της δομών κορπορατισμού και κοινωνικής αγοράς. Οι μισθοί και τα προνόμια των εργατών έχουν μειωθεί δραστικά, τα κέρδη έχουν όλο και περισσότερο μεταφερθεί σε χρηματοπιστωτικούς και όχι παραγωγικούς σκοπούς. Όμως, το εθνικό πλεόνασμα έχει διατηρηθεί και τα δάνεια στο εξωτερικό έχουν βοηθήσει ώστε να διατηρηθούν οι γερμανικές εξαγωγές.

Μόνο μέσω της διατήρησης αυτών των άδικων πλεονεκτημάτων, σε συνδυασμό με τη μονεταριστική και την αντιδημοκρατική διαχείριση του Ευρώ είναι που οι χώρες του Νότου έχουν βρεθεί σε τέτοια θέση μειονεξίας και φτωχοποίησης. Φυσικά, έχουν το δικό τους μερίδιο εσωτερικής διαφθοράς και ευνοιοκρατίας, όμως αυτοί οι παράγοντες έχουν εξισορροπηθεί περισσότερο δια της σύνθεσης και λιγότερο διά της τροποποίησης μέσω άσκησης πίεσης από την Ε.Ε. Χάρη σε αυτό και μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ, στο τέλος, ήταν ανέτοιμος να αναλάβει το ρίσκο της εξόδου από το Ευρώ, η τρέχουσα διαχείριση του οποίου είναι απαράδεκτη.

Κατά δεύτερον, υπάρχουν μακροπρόθεσμα πολιτικά προβλήματα με την ΕΕ. Στη μόνιμη διακυβέρνηση στη βάση του Συμφώνου και στη σταθερή γραφειοκρατία υπάρχει αναπόφευκτα έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης. Στο φόντο της τριπλής επίδρασης του μεταναστευτικού, της νεοφιλελεύθερης λιτότητας και της διεθνοποιημένης διάβρωσης του τοπικού πολιτισμού, αυτό πυροδοτεί μια «λαϊκιστική» ανταρσία παντού ενάντια στην Ευρώπη.

Δεδομένων των πρόσφατων οικονομικών και των παλαιότερων πολιτικών εντάσεων, οι αντιδράσεις του εσώτερου ευρωπαϊκού πυρήνα είναι, τυφλά και πεισματικά, η αναζήτηση βαθύτερης ενοποίησης. Όμως, δεν υπάρχει ενότητα ως προς τον τρόπο που θα μπορούσε αυτό να επιτευχθεί. Η Γερμανία είναι ικανοποιημένη με την επέκταση της τρέχουσας οικονομικής κυριαρχίας της. Η Γαλλία επιθυμεί να την ξανακερδίσει με ένα νέο τρόπο πολιτικής αυτοκρατορίας που θα ήταν πάλι περισσότερο ανυπόλογος.

Πρέπει λοιπόν η Βρετανία και η Ελλάδα να εγκαταλείψουν το εγχείρημα; Νομίζω πως όχι, διότι οι μετά το Μπρέτον Γουντς επείγουσες συνθήκες παραμένουν. Η Ευρώπη χρειάζεται μια εσωτερική συνεργασία, αλλιώς θα χαθεί.

Η τιθάσευση της οικονομικής παγκοσμιοποίησης προϋποθέτει διεθνείς πολιτικούς θεσμούς. Αν και με ακραία ελαττώματα, οι ευρωπαϊκοί είναι από αυτή την άποψη μοναδικοί. Και η λαϊκιστική ανταρσία προσφέρει τη συγκυρία για μια πιθανή αλλαγή κατεύθυνσης.

Ωστόσο, προκειμένου να επιλυθεί αμέσως το πρόβλημα μιας φυσικής κοινότητας που μπορεί να διατηρήσει την οικονομική αμοιβαιότητα και τη δημοκρατική νομιμότητα είναι αναγκαίο να χτιστεί ένας πραγματικά ευρωπαϊκός δήμος, μια πραγματικά Ηπειρωτική πολιτική εκλογική περιφέρεια.

Αυτό δεν μπορεί να αφορά μόνο νέους ελιτίστικους εκπαιδευτικούς θεσμούς, όπως προτείνει ο Μακρόν. Πρέπει αντ’ αυτού να επιφέρει ουσιαστικές πολιτισμικές ανταλλαγές σε κάθε επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων μεταξύ των πιο ευάλωτων λαών και περιφερειών.

Επιπλέον, δεν μπορεί να έχει να κάνει μόνο με την τεχνοκρατική κληρονομιά του Διαφωτισμού. Πρέπει να έχει αναφορές στο παρελθόν, στις βαθύτερες κοινές ριζωμένες παραδόσεις του Ισραήλ, της Ελλάδας και της Ρώμης, της Μεσαιωνικής Χριστιανοσύνης, της Αναγέννησης και του Ρομαντισμού. Να επικαλείται μια μακρόχρονη κληρονομιά της αποτίμησης της σχεσιακής και δημιουργικής προσωπικότητας.

Με οικονομικούς όρους αυτό ενέχει την εγκατάλειψη των τεσσάρων ελευθεριών προς όφελος της ενδυνάμωσης των κοινών προτύπων απασχόλησης, τιμολόγησης, ποιοτικού ελέγχου των αγαθών και περιβαλλοντικών βελτιώσεων. Προς όφελος επίσης της ενθάρρυνσης του επαγγελματισμού και της συμμετοχής των εργαζομένων ως ενδιαφερόμενων παραγόντων.

Με πολιτικούς όρους, επιφέρει το παράδοξο της ενδυνάμωσης των τοπικών και εθνικών δυνάμεων, πλάι σε ένα πιο ορατό κέντρο, πιο άμεσα υπόλογο στους ευρωπαϊκούς δήμους. Αυτό θα έπρεπε να συμπεριλάβει μια ευρωπαϊκή βουλή ικανή για νομοθετική πρωτοβουλία, καθώς και Ευρωπαίους υπουργούς. Ωστόσο, στις πολύ περιορισμένες αρμοδιότητές της θα πρέπει να ενσωματωθούν η ευρωπαϊκή εξωτερική και στρατιωτική πολιτική, πέραν των θεμάτων μιας αυθεντικά κοινής οικονομικής ευημερίας.

Αυτό είναι το όραμα που πρέπει να προωθήσει τώρα το Ηνωμένο Βασίλειο. Η χώρα μου οφείλει να δεσμευτεί σε ένα τέτοιο αναθεωρημένο, κοινοτιστικό ευρωπαϊκό εγχείρημα που δυνητικά θα είναι σε θέση τόσο να επικρατήσει του λαϊκισμού όσο και να νικήσει, μαζί με πολλά άλλα περιφερειακά έθνη, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, τα εναλλακτικά γερμανικά ή γαλλικά οράματα της μη δημοκρατικής συγκεντρωτικής κυριαρχίας.

 

Μετάφραση: Έλενα Ψυλλάκου

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Απόψε στο Σύνταγμα

Σήμερα η Αριστερά και ο δημοκρατικός κόσμος θα στείλουν ένα μεγάλο μήνυμα από την πλατεία Συντάγματος. Ένα μήνυμα συσπείρωσης και αγώνα για την Ελλάδα των πολλών. Για την Ελλάδα της δημοκρατίας, της...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο