Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Λεξιλογικά του τσιγάρου

Του Νίκου Σαραντάκου

 

Πριν από δέκα μέρες, στη Βουλή, ο Κυριάκος Μητσοτάκης παραπονέθηκε στον Αλέξη Τσίπρα για την ερώτηση που του είχε υποβάλει: «Γιατί με ρωτάτε για τη διαφθορά και τα οικονομικά εγκλήματα; Χάθηκε να με ρωτήσετε για τον αντικαπνιστικό νόμο;» -όταν τα έχεις βρει όλα εύκολα στη ζωή σου, δυσφορείς με τις δύσκολες ερωτήσεις.

Αλλά παρόλο που όλες σχεδόν οι πολιτικές δυνάμεις υπερψήφισαν τα μέτρα ελέγχου του καπνίσματος, η εφαρμογή του νόμου στην πράξη δεν είναι και τόσο εύκολη υπόθεση. Όμως αυτό το θέμα είναι αρμοδιότητα άλλων στηλών της Αυγής -εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε θα αφιερώσουμε το σημερινό άρθρο στις λέξεις του τσιγάρου και του καπνίσματος.

Με τη λέξη καπνός, βέβαια, εννοούμε τόσο το φυτό από το οποίο παράγονται τα τσιγάρα όσο και το μίγμα από αέρια και στερεά σωματίδια που εκπέμπει ένα σώμα που καίγεται· το φυτό μάς ήρθε από το νέο κόσμο, αλλά ο καπνός είναι μαζί μας από την αυγή της ανθρωπότητας ή και νωρίτερα, αφού συνόδευε τη φωτιά, βασικό μέσο εξανθρωπισμού του πιθήκου. Η λέξη είναι ομηρική («καπνόν αποθρώσκοντα» λαχταρούσε ν’ αντικρίσει ο Οδυσσέας), ενώ ομηρικό είναι και το ρήμα «καπνίζω», φυσικά με τη σημασία «προκαλώ, σηκώνω καπνό». Σε κείμενα της ελληνιστικής εποχής βρίσκουμε τη λέξη «καπνιστήριο» που βέβαια δεν σημαίνει τον ειδικό χώρο για καπνιστές, αλλά ένα είδος ατμόλουτρου (στο μεσαίωνα, καπνιστήρι ήταν το θυμιατήρι).

Η εθιστική αλκαλοειδής ουσία που περιέχεται στον καπνό λέγεται «νικοτίνη». Δεν ονομάστηκε έτσι από τους χημικούς που την απομόνωσαν, αλλά από τον Jean Nicot de Villemain, το Γάλλο πρεσβευτή στην Πορτογαλία, που το 1560 έστειλε φυτά και σπόρους καπνού ως δώρο στο Γάλλο βασιλιά, για φαρμακευτική χρήση -ένας θρίαμβος της διπλωματίας πάνω στην επιστήμη.

Η επιστημονική ονομασία του φυτού είναι Nicotiana tabacum, και στη δεύτερη λέξη αναγνωρίζουμε το ισπανικό tabaco ή το αγγλικό tobacco και τις άλλες συναφείς λέξεις που ονοματίζουν το φυτό στις ευρωπαϊκές γλώσσες, και που προέρχονται από μια λέξη των Ινδιάνων της Καραϊβικής, που όμως πιθανώς συμφύρθηκε με περίπου ομόηχες λέξεις που υπήρχαν ήδη στην ισπανική γλώσσα και χρησιμοποιούνταν για άλλα φαρμακευτικά φυτά, με ετυμολογία από το αραβικό tubbaq. Εμείς λέμε ταμπάκο τον ψιλοκομμένο καπνό που ρουφιέται από τη μύτη, ενώ ίδια προέλευση έχει και το χρώμα ταμπά (από γαλλ. tabac). Ο ταμπάκης, δηλαδή ο βυρσοδέψης, είναι ετυμολογικά άσχετος.

Το τσιγάρο, πάλι, είναι δάνειο από το βενετικό cigaro, και αυτό από το ισπανικό cigaro, που προέρχεται από γλώσσα της Αμερικής. Βέβαια, στα ισπανικά cigaro(και παρόμοια σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες) είναι το πούρο, χοντρό, ακριβό και με βαριά μυρωδιά. Το καημένο το τσιγαράκι ετυμολογικά είναι υποκοριστικό του πούρου, cigarette, και γι’ αυτό η καθαρεύουσα και οι κυρίες του καλού κόσμου έλεγαν για «σιγαρέτο». Τελικά, ο λαός επέβαλε τη δική του ονομασία, κι έχουμε τσιγάρα, ενώ το πούρο το πήραμε, μόνο εμείς, από το ισπανικό puro tabaco, καθαρός καπνός, χωρίς δηλαδή τσιγαρόχαρτο. Περιέργως, το τσιγαρίζω είναι συμπτωματικά ομόηχο χωρίς ετυμολογική συγγένεια.

Εκτός από τσιγάρα, τον καπνό τον καπνίζουμε και σε πίπα, δάνειο από τα ιταλικά που ανάγεται στο λαϊκό λατινικό pippare, «πιππίζω», ηχομιμητικό, διότι αρχικά η λέξη σήμαινε ένα είδος αυλού. Συνώνυμο είναι το τσιμπούκι, τουρκικής προέλευσης αυτό (çubuk).

Και έτσι μπαίνουμε κατά κάποιο τρόπο στα εξ ανατολών καπνιστικά δάνεια -για παράδειγμα, όταν ένας χώρος έχει πλημμυρίσει καπνούς λέμε ότι έχει ντουμανιάσει· το ντουμάνι είναι δάνειο από τα τουρκικά, όπου duman είναι ο καπνός στην αέρια μορφή του· το φυτό καπνός λέγεται στα τουρκικά tütün, λέξη που δεν πέρασε στα ελληνικά παρά μόνο σε επώνυμα όπως Τουτουντζάκης. Να πούμε παρεμπιπτόντως ότι για το βαρύ καπνιστή, εκεί που εμείς λέγαμε «καπνίζει σαν αράπης», εννοώντας τον Άραβα, οι Γάλλοι λένε fumer comme un turc, σαν Τούρκος.

Εκτός από το ρήμα καπνίζω έχουμε το συνώνυμό του φουμάρω, πιο λαϊκό, που χρησιμοποιείται και στην έκφραση «τι καπνό φουμάρει ο τάδε;», δηλαδή τι είδους άνθρωπος είναι; τι διαθέσεις έχει; που τη λέμε για κάποιον που δεν τον γνωρίζουμε και τον αντιμετωπίζουμε με καχυποψία. Πρόκειται για δάνειο από το ιταλικό fumare, καπνίζω. Από εκεί και τα φούμαρα. Το φούμο όμως δεν είναι ο καπνός (όπως το fumo στα ιταλικά), αλλά η καπνιά, η μαύρη σκόνη, η μαύρη μπογιά· «έφαγε φούμο» λέγανε παλιότερα για υποψήφιο που απέτυχε στις εκλογές: κοινώς, τον μαύρισαν.

Ο τελευταίος νεολογισμός στο καπνιστικό λεξιλόγιο είναι το «άτμισμα» και το ρήμα «ατμίζω», που είναι το αντίστοιχο του καπνίσματος αλλά με ηλεκτρονικό τσιγάρο -το οποίο, αν με ρωτήσετε, κακώς αντιμετωπίζεται ισότιμα με το τσιγάρο από τον αντικαπνιστικό νόμο.

Όσο για την εφαρμογή του νόμου, μακάρι να τα καταφέρει η κυβέρνηση. Έτσι κι αλλιώς, έχουμε αμέτρητους βάσιμους λόγους να της ασκούμε δριμεία κριτική.

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Αφήστε, κ. Μητσοτάκη

Πραγματικά εντυπωσίασε ο Κυριάκος Μητσοτάκης με όσα δήλωσε στη Βουλή εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ. Παραπονέθηκε ότι, ενώ βρισκόταν απέναντι στον Τούρκο Πρόεδρο, ο Αλ. Τσίπρας έκανε απρεπείς δηλώσεις εις βάρος του.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο