Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η κοινωνία του αθλητισμού και οι ελίτ

Της Παναγιώτας Δριτσέλη*

Με την αφορμή της πρόσφατης κατάθεσης του μίνι αθλητικού νομοσχεδίου για τον αθλητισμό, θα είχε αξία να ερμηνεύσει κανείς τα πρώτα δείγματα γραφής της νέας κυβέρνησης σε σχέση με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται την κοινωνία του αθλητισμού, αλλά και τις ελίτ που τον διαχειρίζονται εδώ και χρόνια. Το νομοσχέδιο αυτό, η συζήτηση του οποίου εξελίσσεται στη Βουλή, επιχειρεί να παρέμβει σε δύο δέσμες ζητημάτων. Αφενός, στο πάγιο πρόβλημα της χειραγώγησης των αθλητικών αγώνων από τη βία, αφετέρου στην απάτη και στο θέμα της διοίκησης του αθλητισμού, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη διοίκηση των ομοσπονδιών των αθλημάτων. Διευκρινιστικά, θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι το επόμενο διάστημα είναι προγραμματισμένες οι αρχαιρεσίες στις αθλητικές ομοσπονδίες για την εκλογή των διοικήσεών τους.

Και τα δύο αυτά ζητήματα, η προστασία δηλαδή του αθλητισμού από την βία και την απάτη και η σχέση της κοινωνίας του αθλητισμού με κλειστές αναπαραγόμενες ελίτ, αποτελούν στοιχεία του πυρήνα της αθλητικής πολιτικής κάθε κυβέρνησης, αλλά και πεδία αγώνα και διεκδίκησης για την ίδια την αθλητική κοινότητα. Τα δεδομένα του νομοσχεδίου λοιπόν είναι τα ακόλουθα.

Ως προς το θέμα της βίας, περιέχονται στο νομοσχέδιο παρεμβάσεις στην κατεύθυνση της περιστολής των ελευθεριών των φιλάθλων. Μέσα στη γενική θεματική «βία στα γήπεδα», εντάσσονται - κι αυτό είναι το πρώτο ανησυχητικό δείγμα του νομοσχεδίου - ασαφείς και αόριστες προβλέψεις, η διασταλτική ερμηνεία των οποίων θα μπορούσε να ποινικοποιήσει την προοδευτική πολιτική δράση και τον αριστερό πολιτικό ακτιβισμό στον αθλητισμό. Συγκεκριμένα, με τα άρθρα του νομοσχεδίου προβλέπεται η δυνατότητα ψηφιακής καταγραφής, ακόμα και με ιδιωτικά μέσα, της δράσης φιλάθλων εκτός αγωνιστικών χώρων, ακόμα και για περιπτώσεις που δεν σχετίζονται με τη βία, αλλά αφορούν ευρύτερα τη «δημόσια τάξη». Με άλλα λόγια, η ακτιβιστική δράση την Ανεξάρτητης Θύρας 10 του Ηρακλή το 2018 στο Παλαιοχώρι της Χαλκιδικής, ενάντια στην εξόρυξη χρυσού, θα μπορούσε να θεωρηθεί με τις διατάξεις του νομοσχεδίου ως διασάλευση αθλητικού γεγονότος και να υπαχθεί στις ποινές του αθλητικού νόμου. Αντίστοιχα, πράξεις όπως η είσοδος των Femen στο Μουντιάλ της Ρωσίας πλέον ποινικοποιούνται και στην ελληνική έννομη τάξη, με το νομοσχέδιο να προβλέπει ένα έτος φυλάκισης για τέτοιες μη βίαιες πράξεις, καθώς και σημαντικό χρηματικό πρόστιμο.

Σε σχέση με το ζήτημα της αναπαραγωγής των ελίτ στον αθλητισμό, το νομοσχέδιο επίσης κάνει βήματα προς τα πίσω. Υπενθυμίζεται ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, στην τελευταία της νομοθετική παρέμβαση για τον αθλητισμό, είχε θεσπίσει τρία εξαιρετικά σημαντικά μέτρα για την ανανέωση των ελίτ στην αθλητική διοίκηση. Το πρώτο ήταν το όριο θητειών στους κατέχοντες θέση διοίκησης στις αθλητικές ομοσπονδίες. Στην Ελλάδα παρατηρείται το φαινόμενο οι πρόεδροι  και τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων πολλών αθλητικών ομοσπονδιών να είναι οι ίδιοι εδώ και 30 χρόνια. Το αποτέλεσμα είναι οι ομοσπονδίες να έχουν μεταβληθεί σε «στεγανοποιημένα κουτιά» αναπαραγωγής συγκεκριμένων μηχανισμών. Η δεύτερη μεταρρύθμιση, που σχετίζεται με την προαναφερθείσα, ήταν η καθιέρωση της απλής αναλογικής στις εκλογές σε αθλητικά σωματεία και ομοσπονδίες. Τα συστήματα που ίσχυαν μέχρι σήμερα ήταν αμιγώς πλειοψηφικά, με αποτέλεσμα ο πρώτος σε ψήφους να καταλαμβάνει το 70% ή και το 80% των θέσεων στα διοικητικά συμβούλια, με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτή η αναπαραγωγή των ίδιων ελίτ, οι οποίες ελέγχουν τους εκλογικούς μηχανισμούς, επειδή κατέχουν μεγαλύτερες δυνατότητες προβολής. Το τρίτο μέτρο ήταν η υποχρεωτική ποσόστωση φύλου και η υποχρεωτική συμμετοχή κατά 30% των γυναικών στα ψηφοδέλτια για τα όργανα διοίκησης του αθλητισμού. Το θέμα αυτό είναι επίσης κομβικό διότι, ενώ στην κοινωνία του αθλητισμού οι γυναίκες αθλήτριες πλειοψηφούν, στην διοίκηση του αθλητισμού η εκπροσώπησή τους είναι εξαιρετικά χαμηλή.

Τότε, λοιπόν, οι κραταιές ελίτ του αθλητισμού είχαν ξιφουλκήσει λέγοντας ότι οι παρεμβάσεις αυτές πλήττουν το αυτοδιοίκητο των αθλημάτων και είχαν λάβει τις σχετικές υποσχέσεις από τη Νέα Δημοκρατία ότι θα τις καταργήσει. Αυτός είναι συνεπώς και ο πυρήνας του νομοσχεδίου. Η κατάργηση των μέτρων εκδημοκρατισμού της αθλητικής διοίκησης, με στόχο την απρόσκοπτη συνέχιση της αναπαραγωγής των ίδιων συντηρητικών ελίτ. Η σημασία μιας τέτοιας κίνησης ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι επικείμενες αρχαιρεσίες στις αθλητικές ομοσπονδίες θα διαμορφώσουν την εικόνα της αθλητικής διοίκησης μέχρι τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο, καθώς και το τοπίο στην Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή.

Η ακύρωση αυτών των προοδευτικών μεταρρυθμίσεων, μαζί με τη «συντηρητικοποίηση» της κοινωνίας του αθλητισμού, μέσω της καταστολής και της αποπολιτικοποίησής της, αποτελούν τα πρώτα διαπιστευτήρια της νέας κυβέρνησης προς το «βαθύ κράτος» του αθλητισμού στη χώρα. Ταυτόχρονα, βέβαια, συνεχίζεται η προσπάθεια δημιουργίας μίας νέας «παράγκας», με την συσσώρευση εξουσιών σε συγκεκριμένους επιχειρηματικούς πόλους, ενώ δεν θα πρέπει να αγνοηθεί καθόλου και το φαινόμενο της «εθνικιστικής κερκίδας» που καλλιεργήθηκε συστηματικά το προηγούμενο διάστημα από διοικήσεις ομάδων, ιδιαίτερα στο ποδόσφαιρο, με στόχο την πραγματική χειραγώγηση της συνείδησης των οπαδών για εθνικιστικούς λόγους. Για τους λόγους αυτούς, είναι επιβεβλημένη μία συστηματική προσπάθεια για τη δημιουργία και τη μετάδοση ενός νέου αθλητικού προτύπου, με προοδευτικό πρόσημο, το οποίο θα στηριχθεί ουσιαστικά από την αθλητική κοινότητα. Σε διαφορετική περίπτωση, θα γυρίσουμε πίσω στην πεπατημένη των προηγούμενων δεκαετιών στον αθλητισμό, όπου τίποτα δεν άλλαζε, και ο αθλητής, ο αθλούμενος, δηλαδή η βάση του αθλητισμού, δεν είχε φωνή.

* Κοινωνιολόγος του αθλητισμού, πρώην βουλευτής Τρικάλων ΣΥΡΙΖΑ

 

Δείτε όλα τα σχόλια