Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Πρέπει να είμαστε το "άλλο", γιατί κανείς δεν αντέχει άλλο

ICON

Θεωρείται απολύτως φυσιολογικό να μπαίνουν οι ΝΟΔΕ της Νέας Δημοκρατίας σε όλα τα κρατικά πόστα και να μη συμβαίνει τίποτα. Αν τολμούσε ο ΣΥΡΙΖΑ να διορίσει μαζικά στις διοικήσεις κρίσιμων κρατικών φορέων μέλη Ο.Μ., θα μας ξέσκιζαν. Δικαίως. Εμείς είμαστε και πρέπει να είμαστε «αλλιώς». Ένα «αλλιώς» δύσκολα επιτεύξιμο, όχι ακριβώς γιατί έχουμε ορέξεις εξουσίας, αλλά γιατί δεν φτάνει ο νους του κοινού ότι όντως είμαστε αλλιώς (ίσως γι' αυτό μερικοί από μας φρόντιζαν να μην είναι αλλιώς).

Τέλος πάντων, η χωρίς καμιά ανασφάλεια και αναστολή αναβίωση ενός στενά κομματικού κράτους δείχνει ότι τα πράγματα είναι ανεπίστρεπτα και αδιόρθωτα. Οι «αγωνιστές» (τι λέξη κι αυτή) του κόμματος δικαιούνται, μετά τέσσερα και μισό χρόνια χαρμανιάς, να μπουν μέσα. Η αριστεία και η αξιοκρατία είναι το face control για τους άλλους, είναι το αδίστακτο προκάλυμμα μιας εξουσιαστικής βιομηχανίας: «Δουλειά μου είναι να είμαι τα πράγματα κι όχι να κάνω πράγματα». Άρα εμείς του «άλλου» και του «αλλού» πρέπει να επεξεργαστούμε τις ποιότητες, τις λύσεις και τις εσωτερικές, οργανωτικές δομές, ώστε στον χρόνο που θα κληθούμε, να μπορούμε.

Είχαμε πάει, πριν χρόνια, αρχές καλοκαιριού του 2015, οι βουλευτές Αιγαίου, σε μια «ψυχή», να ζητήσουμε να διατηρηθεί ο μειωμένος ΦΠΑ, τουλάχιστον για τα νησιά των συνόρων. Ήταν κατηγορηματικός, σειόταν, «δεν γίνεται, γιατί να υπάρχει εξαίρεση, διαφωνώ, δεν υπάρχει περίπτωση». Κάθε τόσο χτύπαγε το λευκό i-phone, «συγγνώμη, με παίρνουν από Βερολίνο» κι έφευγε από τον χώρο. Σε τρία λεπτά ξαναρχόταν. «Λοιπόν, με πείσατε, θα το στηρίξω το αίτημα». Ο τύπος δεν εννοεί τίποτα, λέω. Δεν μετακινείται από την επιφύλαξη στην κατάφαση, αλλά από την απολύτως αρνητική θέση στην απολύτως καταφατική μέσα σε ελάχιστα λεπτά. Πολιτική ευκοιλιότητα που γοήτευσε έναν ασύλληπτο επαρχιωτισμό.

Αυτό που περιγράφω δεν είναι το «αλλιώς», αλλά το λίγο πιο κοσμικό «ίδιο». Ο δεξιός παλαιοκομματικός που θα πάρει το πόστο (αργότερα θα βρεθεί το τέχνασμα να μονιμοποιηθεί ως πάγια ανάγκη, ως κάποιος που κάνει την «ανάγκη» του εξυπηρετώντας πάγιες «ανάγκες»), είναι η πρωτόγονη εκδοχή του (απολύτως υπαρκτού) τύπου με το λευκό i-phone που περιγράφω.

Ναι, ο σειόμενος άπιστος είναι ίδιος με τον διοριζόμενο πιστό (το κομματόσκυλο ντε, που γράφουμε στην αρχή του κειμένου). Έτοιμοι να δώσουν οτιδήποτε σε έναν αυτοσυντηρητικό παροξυσμό, με μια αυτοϊκανοποιούμενη προσήλωση.

Επιστρέφουμε, λοιπόν, στο «αλλιώς» και το «άλλο», που πρέπει να είμαστε. Το ερώτημα είναι πώς τα υπερασπιζόμαστε. Πώς αποφεύγουμε την οξείδωση, το σάπισμα του τραυματισμένου μέλους, μετά τις εκλογές. Το πεδίο των μηχανορραφιών για να «φάμε» τους εσωκομματικούς αντιπάλους στην κρίση δεν εξασφαλίζει διαρκείς και ανθεκτικές σχέσεις. Το παιχνίδι του μετεκλογικού θρήνου, επίσης, αφού επικυρώνει μια ήττα που δεν είναι ήττα. Το παιχνίδι της δολοφονικής αυτοσυντήρησης, της σιωπής (δεν τρέχει τίποτα, σωθήκαμε με το ποσοστό μας), επίσης δεν ασφαλίζει το μέλλον.

Ο δρόμος της ανοιχτής, μη αμυντικής συζήτησης, είναι ο πιο κουραστικός, ίσως σπάταλος, σίγουρα ο πλέον ελπιδοφόρος. Είναι ο δρόμος της πιο επώδυνης συντροφικότητας. Από το 1974 που ασχολούμαι ενεργά και οργανωμένα με την Αριστερά, οσάκις κυριάρχησε η αυτοσυντήρηση, το να μην ειπωθεί εκείνο ή το άλλο για να μη θιγεί κανείς ή να μη σπάσουν αυγά, οδηγούσε σε κρίσεις. Η Αριστερά, έχοντας τα σύνδρομα του Εμφυλίου, θέλει να επουλώνει ακαριαία. Ενώ, αντιθέτως, είναι η παράταξη που δεν έχει να φοβηθεί τίποτα. Γι' αυτό μένουν τα τραύματα ανοιχτά.

Δείτε όλα τα σχόλια