Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ένας επιζήσας από τη Χιροσίμα διηγείται: Εικόνες από την κόλαση που χαράχτηκαν στην ψυχή μου

Πέρασαν 74 χρόνια από την ημέρα που ένα αμερικανικό βομβαρδιστικό έριξε την πρώτη ατομική βόμβα πάνω από τη Χιροσίμα. Ήταν 6 Αυγούστου του 1945. Η “little boy” προκάλεσε τη μεγαλύτερη πυρηνική καταστροφή στην Ιστορία: κατέστρεψε ολοσχερώς την ιαπωνική πόλη, σκότωσε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, μόλυνε για δεκαετίες με ραδιενέργεια την περιοχή. Η δεύτερη βόμβα έπεσε στις 9 Αυγούστου στο Ναγκασάκι. Ευτυχώς, ποτέ ξανά. Μέχρι τώρα. Σε έναν πλανήτη που διαθέτει αρκετές πυρηνικές κεφαλές για να τινάξει πολλές φορές τον εαυτό του στον αέρα.

Ο Σιγκέμι Ιντεγκούσι ήταν 26 χρόνων εκείνη την ημέρα. Φαντάρος σε καταφύγιο στη Χιροσίμα. Ήταν ένας από αυτούς που επέζησαν. Το 1989 κατάφερε να γράψει τις αναμνήσεις του από την κόλαση σε ένα βιβλίο με τίτλο “Τα αηδόνια και τα κοράκια δεν ήταν πια εκεί”. Ο Ιντεγκούσι πέθανε το 2001.

Η “Α” παραθέτει σήμερα ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο του. Για να θυμόμαστε τη φρίκη, για να μην αφήσουμε κανέναν να την επαναλάβει...

“Τη στιγμή που έχασα την ισορροπία μου, είδα να λάμπει μπροστά μου μια γαλάζια αστραπή στο χρώμα του κοβαλτίου. Κι αμέσως μετά άκουσα έναν κούφιο θόρυβο. Ταυτόχρονα ένιωσα ένα χτύπημα στο δεξί μου μάγουλο κι ένιωσα το κορμί μου να εκτοξεύεται στον αέρα. Πλάκωσε το σκοτάδι. Δεν μπορούσα να αναπνεύσω, δεν υπήρχε αέρας. Έφτασε το τέλος, σκέφτηκα. Ενστικτωδώς σύρθηκα στο σκοτάδι (...)

Νόμισα ότι ούρλιαξα, αλλά το ουρλιαχτό δεν βγήκε απ’ τον λαιμό μου. Από το στήθος μέχρι την κοιλιά πονούσα φριχτά, σαν να είχα καταπιεί φαρμάκι. Ξυπόλητος έτρεξα έξω από το καταφύγιο. Το έδαφος ήταν καυτό, σαν αναμμένο σίδερο, οι πατούσες μου καίγονταν, δεν μπορούσα να σταθώ. Δεν ήξερα σε ποια κατεύθυνση κινούμουν. Υποθέτω ότι κατάφερα να απομακρυνθώ 14- 15 μέτρα από την είσοδο του καταφυγίου (...)

Εκεί υπήρχε αέρας. Πήρα βαθιά ανάσα κι αυτό με καθησύχασε κάπως. Παντού βρομούσε καμένο άχυρο. Μου θύμισε τη δυσάρεστη μυρωδιά της σκόνης των σπιτιών που γκρεμίσαμε για λόγους πυροπροστασίας. Έμοιαζε και με τη μυρωδιά των πτωμάτων που καίγονται πάνω σε αχυροστρώματα.

Στο σκοτάδι ήρθα στα συγκαλά μου. Απίστευτη, ούτε καν τρομακτική, η σιγαλιά. Ούτε πνοή ανέμου, μόνο σκοτάδι. Από ψηλά άρχισε να φωτίζει - κάπως σαν πολύ αργόσυρτη ανατολή. Από μακριά είδα τις φλόγες να κυκλώνουν το νοσοκομείο. Κι άκουσα κάποιον να με φωνάζει. Ένας φαντάρος από τον λόχο μου.

Με πολύ κόπο περπάτησα προς τη φωνή. Πλάι μου άκουσα έναν στεναγμό. Στο έδαφος πεσμένη μια νοσοκόμα, προφανώς είχε εκτοξευτεί μέχρι εδώ. Απόλυτα ακίνητη, αν και τα ρούχα της καίγονταν, με απλωμένο το δεξί της χέρι. Πάλι ο στεναγμός. 'Μάνα'. Στ’ αλήθεια την άκουσα να το λέει. Δεν ήταν κραυγή βοήθειας, μόνο μια χαμηλή, ξέπνοη φωνή, που με τράβηξε σ’ αυτή την μπάλα της φωτιάς.

Προσπάθησα ν’ αρπάξω το χέρι της για να την τραβήξω από τη φωτιά, αλλά το άφησα αμέσως. Το δέρμα της διαλυόταν μέχρι τον αγκώνα. Τρόμαξα, αλλά την έπιασα ξανά. Μ’ ένα καπέλο προσπάθησα να σβήσω τις φλόγες που τύλιγαν το κορμί της. Οι στεναγμοί σταμάτησαν. Δεν ξέρω αν ανέπνεε ακόμη.

Είχε φωτίσει πια αρκετά - και δεν θα ξεχάσω ποτέ την εικόνα που είδα. Παντού νοσοκόμες, είτε ολόγυμνες, είτε με κουρέλια στο σώμα τους, είτε με τη στολή τους να φλέγεται. Όσες στέκονταν έμοιαζαν με σπασμένες κούκλες. Το δέρμα τους ξεφλούδιζε, μεγάλες λωρίδες, όπως οι παραβρασμένες πατάτες. Στα πρόσωπά τους καμένο δέρμα, ωμό κρέας, αλλά καθόλου αίμα. Τα μαλλιά τους εξαφανισμένα ή μόνο μια δυο - τούφες όρθιες σαν σύρματα. Έτσι φανταζόμουν τον διάβολο. Κάποιες χτυπιούνταν για να σβήσουν τη φωτιά στα κουρέλια τους, οι περισσότερες κείτονταν ακίνητες κι ας κάπνιζαν τα απομεινάρια από τις στολές τους.

'Τι συνέβη; Τι συνέβη;', Μάλλον ήταν η προϊσταμένη, που μονολογούσε με σπασμένη φωνή.

Όρθια μαζί με κάποιες ακόμη αδελφές κινούνταν σαν υπνοβάτισσες ανάμεσα στις πεσμένες συναδέλφους τους, που έμοιαζαν με φαντάσματα πάνω σε σπασμένες ταφόπλακες. Καμιά δεν είχε τη δύναμη να βοηθήσει τις άλλες. Καμιά δεν έκλαιγε. Καμιά δεν ούρλιαζε, καμιά δεν στέναζε.

Ήταν εικόνες από την κόλαση, χωρίς ήχο.

Ήταν εικόνες από την κόλαση, μέσα σε τρομακτική σιγαλιά.

Ένιωθα χαμένος.

Τρομακτικές εικόνες στο μισοσκόταδο. Γιατί; Φρίκη, συμπόνια, φόβος, δεν ένιωθα τίποτα από αυτά. Στην ψυχή μου, στο μυαλό μου δεν είχα αισθήματα, δεν είχα σκέψεις. Ακίνητος κοιτούσα γύρω μου. Θαρρώ ότι η σκηνή κράτησε αιώνες, αλλά ήταν μόλις λίγα λεπτά. Αυτές οι εικόνες της κόλασης χαράχτηκαν βαθιά στην ψυχή μου. Και η φωτιά της απέχθειας απέναντι σ’ αυτούς που ζωγράφισαν αυτές τις εικόνες καίει ακόμη μέσα μου.

Ένιωσα έναν καυτό, αβάσταχτο πόνο στο στομάχι κι έπεσα στα γόνατα. Στην πλάτη μου ένιωθα φωτιά να καίει. Σιγά - σιγά άρχισα να βλέπω τη μεγάλη εικόνα γύρω μου λες και σηκώθηκε η αυλαία.

Όπου έφτανε το μάτι μου, έβλεπα μόνο καταστροφή”.

Για τα αγέννητα παιδιά της Χιροσίμα

Το Παρατηρητήριο Διεθνών Οργανισμών και Παγκοσμιοποίησης (ΠΑΔΟΠ) συμμετέχει στις αντιπυρηνικές εκδηλώσεις του Διεθνούς Γραφείου Ειρήνης για την Ημέρα της Χιροσίμα που πραγματοποιούνται σήμερα σε όλο τον κόσμο.

Οργανώνει, λοιπόν, εκδήλωση με θέμα «Τα αγέννητα παιδιά της Χιροσίμα» στην Αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου Βύρωνα (δημαρχείο), την Τρίτη 6 Αυγούστου, ώρα 7.30 μ.μ., που περιλαμβάνει και την προβολή του ντοκιμαντέρ «Η κραυγή της Χιροσίμα», βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του Μιχάλη Περιστεράκη, σε σκηνοθεσία Γιάννη Κατωμερή και αφήγηση από την ηθοποιό Μάνια Παπαδημητρίου.

Στην εκδήλωση θα διαβαστεί ειδικά σταλμένο μήνυμα του δημάρχου της Χιροσίμα Καζούμι Ματσούι με την ιδιότητα και του προέδρου του παγκόσμιου δικτύου «Δήμαρχοι για την Ειρήνη», στο οποίο συμμετέχει και ο δήμαρχος Βύρωνα Γρηγόρης Κατωπόδης.

Δείτε όλα τα σχόλια