Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το μεγάλο ξεπούλημα της σωστικής αρχαιολογίας

Επιμέλεια: Βασίλης Παπακριβόπουλος

 

Οι εκσκαφές που πραγματοποιούνται κατά την εκτέλεση των δημοσίων έργων μπορεί να φέρουν στο φως σημαντικά ευρήματα που είχαν καταχωθεί εδώ και αιώνες από διάφορες προσχώσεις... ή να τα εξαφανίσουν για πάντα. Η σωστική αρχαιολογία επιτρέπει τη διάσωση ενός τμήματος αυτής της πολιτιστικής κληρονομιάς. Όμως η συρρίκνωση των υπηρεσιών του γαλλικού κράτους μετά το 2003 επηρεάζει σοβαρά την αποστολή της.

Της Judith Chetrit*

Στη Βιαρμ, μικρή πόλη της Βαλ-ντ' Ουάζ,1 η ανάπλαση της μεγάλης πλατείας του Δημαρχείου έφερε στο φως ένα πλούσιο μεσαιωνικό παρελθόν. Τον Ιούνιο του 2013, η απομάκρυνση των όγκων χώματος γύρω από τα ερείπια ξανάδωσε ζωή στο οχυρωμένο κάστρο που στέγαζε τον οίκο των Σαμπλί, μιας δυναστείας αυλαρχών του βασιλιά της Γαλλίας. Στη Μασσαλία, την άνοιξη του 2017, οι εκσκαφές για την ανέγερση ενός συγκροτήματος κατοικιών στη λεωφόρο Κορντερί αποκάλυψαν ένα αρχαιοελληνικό λατομείο ασβεστόλιθου, στο οποίο κατασκευάζονταν κίονες και σαρκοφάγοι πριν από κάπου 2.500 χρόνια! Ο ιδιαίτερος ιστορικός χαρακτήρας της τοποθεσίας οδήγησε στον χαρακτηρισμό της ως ιστορικού μνημείου - ακόμη κι αν οι πιέσεις του δήμου και της κατασκευαστικής εταιρείας Vinci περιόρισαν την περίμετρο του προστατευόμενου χώρου και εξακολουθούν να θέτουν προσκόμματα στην ανάδειξή του.

Σε αυτές τις δύο τοποθεσίες, όπως εξάλλου και σε πολλές άλλες, η ανακάλυψη μιας αξιόλογης πολιτιστικής κληρονομιάς οφείλεται στο έργο του γαλλικού Εθνικού Ινστιτούτου Ερευνών Σωστικής Αρχαιολογίας (INRAP). Κάθε χρόνο, μετά από αίτηση του κράτους, πραγματοποιείται διαγνωστική παρέμβαση του οργανισμού στο 8% των πολεοδομικών σχεδίων. Όταν τα δείγματα που λαμβάνονται με τη δειγματοληπτική γεώτρηση κριθούν ενδιαφέροντα, στη συνέχεια πραγματοποιούνται κανονικές ανασκαφές.

Όταν κατασκευάζεται μια σιδηροδρομική γραμμή για τρένα υψηλών ταχυτήτων (TGV)εντοπίζεται κατά μέσο όρο μία τοποθεσία αρχαιολογικού ενδιαφέροντος ανά χιλιόμετρο, ελάχιστες όμως διατηρούνται πλήρως. Οι χώροι συχνά καταστρέφονται από τη συνέχιση των έργων. Ωστόσο, έχει προηγηθεί η καταγραφή τους, ενώ διατηρούνται και τα ωραιότερα κομμάτια τους. Δρώντας συμπληρωματικά στις προγραμματισμένες ανασκαφές, η σωστική αρχαιολογία αποτελεί πλέον τον τομέα που προσφέρει τις περισσότερες επιστημονικές γνώσεις. Αναζωογονεί τις έρευνες ενθαρρύνοντας νέες προσεγγίσεις (όσον αφορά την καθημερινή ζωή, το κλίμα, τη θρησκευτική λατρεία κ.λπ.) σε αρκετές γαλλικές περιφέρειες. «Μας επέτρεψε να ανανεώσουμε ορισμένες προβληματικές σχετικά με την ιστορική επιστήμη, εστιάζοντας τις έρευνές μας σε ζώνες που μέχρι τότε είχαν μείνει στη σκιά και δεν είχαν ποτέ συμπεριληφθεί στον προγραμματισμό των αρχαιολογικών ανασκαφών, όπως τα χωριά και τα αγροκτήματα» εξηγεί η Σαρλότ Μπλεν, ιδρύτρια της ArcheVive («Ζωντανή Κιβωτός»), μιας πρωτοβουλίας για την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Ο νόμος του 2001 δημιούργησε ένα στέρεο νομικό πλαίσιο, δίνοντας έμφαση στην επιστημονική αποστολή και στον δημόσιο χαρακτήρα της σωστικής αρχαιολογίας, η οποία ανατέθηκε στο INRAP, τον δημόσιο οργανισμό που δημιουργήθηκε για αυτόν τον σκοπό. Ωστόσο, το INRAP αναλαμβάνει πλέον μονάχα τα μισά αρχαιολογικά εργοτάξια. Πράγματι, ένας νέος νόμος, ψηφισμένος την 1η Αυγούστου 2003,2 τροποποίησε βαθύτατα το σύστημα: ναι μεν η διαγνωστική παρέμβαση εξακολουθεί πάντα να ανήκει στην αρμοδιότητα του δημόσιου τομέα (του INRAP ή της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας όσων φορέων Τοπικής Αυτοδιοίκησης διαθέτουν αντίστοιχη υπηρεσία), αλλά οι ανασκαφές είναι ανοιχτές στον ελεύθερο ανταγωνισμό. Έντεκα ιδιωτικές εταιρείες και εξήντα περίπου υπηρεσίες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης ανταγωνίζονται πλέον το INRAP σε ένα πεδίο που έχει πλέον μετατραπεί σε αγορά. Ο ανταγωνισμός έχει καταστεί ακόμη πιο ανελέητος από το γεγονός ότι αυτή η αγορά συρρικνώθηκε κατά το ήμισυ την περίοδο 2012-2017: «Στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, η μείωση των κονδυλίων για επενδύσεις σε οδικά έργα ή σε βιομηχανικές και εμπορικές ζώνες οδήγησε στην κατακρήμνιση του αριθμού των ανασκαφών» εξηγεί ο Ετιέν Λουί, αρχαιολόγος και έφορος της υπηρεσίας πολιτιστικής κληρονομιάς του πολεοδομικού συγκροτήματος του Ντουέ (Βόρεια Γαλλία).

Σε μια αναφορά που υπέβαλε τον Μάιο του 2015 στην τότε υπουργό Πολιτισμού η Μαρτίν Φορ, σοσιαλίστρια βουλευτής του νομού Ζιρόντ, ανέφερε ότι στον κλάδο είχε αρχίσει να χάνεται το νόημα της αποστολής του, ενώ επικρατούσε «ξέφρενος ανταγωνισμός»: «Ορισμένες ιδιωτικές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στον κλάδο (...) με κύρια μέριμνα την αποκόμιση εμπορικού κέρδους. Υιοθετώντας συχνά μια ιδιαίτερα αρπακτική συμπεριφορά προκειμένου να επιτύχουν την κατακύρωση όσο το δυνατόν περισσότερων συμβάσεων για ανασκαφές, προσφέρουν ασυνήθιστα χαμηλές εκπτώσεις (-30% έως -40% για ορισμένες ανασκαφές), θέτοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο σε κίνδυνο την επιστήμη της αρχαιολογίας».3

Ορισμένες ιδιωτικές εταιρείες δεν υπάρχουν πλέον (AFT Archéologie, Chronoterre και Archéoloire). Η Éveha, η πρώτη εταιρεία που αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα, ζήτησε το 2017 προστασία από τους πιστωτές της και από το 2019 έχει τεθεί σε διαδικασία οικονομικής εξυγίανσης. Ο ιδιωτικός και ο δημόσιος τομέας αλληλοκατηγορούνται. «Χάσαμε μερίδια της αγοράς: απόδειξη ότι κρατήσαμε ψηλά τις τιμές μας», υπερασπίζεται το INRAP ο πρόεδρός του Ντομινίκ Γκαρσιά. Ο Σεμπαστιέν Βαρεά, ιδρυτής της AFT, θυμάται: «Όταν αρχίσαμε, έπρεπε να είμαστε δύο φορές φθηνότεροι από το INRAP. Πρόκειται για έναν ιδιαίτερο χώρο: δύσκολα αποδέχεται το γεγονός ότι οι ανασκαφές μπορούν να γίνουν από τον ιδιωτικό τομέα».

Το 2018, η Éveha κατέθεσε μήνυση κατά του INRAP για παράβαση καθήκοντος δημοσίων υπαλλήλων, θεωρώντας ότι υπήρχε στρέβλωση του ανταγωνισμού όταν η κατακύρωση του διαγωνισμού των ανασκαφών πραγματοποιούνταν από τη δημόσια υπηρεσία που προηγουμένως είχε κάνει και τη διάγνωση. Το INRAP ανταπάντησε με μήνυση για συκοφαντική δυσφήμηση. Έκτοτε, το κράτος δημιούργησε μια ψηφιακή πλατφόρμα στην οποία αναρτάται και τίθεται στη διάθεση όλων των επιχειρήσεων το σύνολο των πληροφοριών από τις ανασκαφές.

Ευνοημένο από τις φορολογικές διευκολύνσεις μέσω της επιστροφής του φόρου ερευνητικών υπηρεσιών, το άνοιγμα της αγοράς στον ανταγωνισμό συνοδεύτηκε από τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την επαγγελματοποίηση των δραστηριοτήτων. Όμως, μετά την αλλαγή της οικονομικής συγκυρίας το 2008, οι αρχαιολόγοι τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημόσιου τομέα παραπονούνται για την υποβάθμιση των συνθηκών εργασίας, για τη γενίκευση των βραχυχρόνιων συμβάσεων εργασίας, αλλά και για την επιτάχυνση του ρυθμού των ανασκαφών ή της ανάλυσης των ευρημάτων, σε βάρος της ποιότητας. Η συγγραφή υποχρεώσεων κάθε ανασκαφής που εγκρίνεται από τις περιφερειακές αρχαιολογικές υπηρεσίες δεν αποτελεί ασπίδα προστασίας, όπως θα όφειλε: «Όταν μελετάμε τις προκηρύξεις διαγωνισμών, διαπιστώνουμε ότι η πλειονότητα των επιλεγμένων ιδιωτών είναι οι φθηνότεροι. Ο εκ των προτέρων έλεγχος θα έπρεπε να αποκλείει τις ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές, έτσι ώστε τα κείμενα που θα παραλάβουμε να μην είναι μια απλή απογραφή ευρημάτων. Θα έπρεπε όλες οι επιχειρήσεις να έχουν τα ίδια πρωτόκολλα έρευνας και καταγραφής ευρημάτων» συνοψίζει ο Φρεντερίκ Ζοζέφ, γενικός γραμματέας του συνδικάτου αρχαιολογικού προσωπικού και μέλος της CGT-Culture.

Εκτός από τις οικονομικές δυσκολίες του κλάδου, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους υπογράμμιζε πρόσφατα το έλλειμμα σχεδιασμού, το οποίο δημιουργεί περιφερειακές ανισότητες.4 Όπως εξηγεί η Νιριά Νιν, προϊσταμένη της αρχαιολογικής υπηρεσίας της Αιξ-αν-Προβάνς, «η σωστική αρχαιολογία είναι αξεδιάλυτα συνυφασμένη με την πολεοδομική δραστηριότητα μιας περιοχής. Όμως, η έλλειψη προσωπικού έχει ως αποτέλεσμα να μην είμαστε πάντα σε θέση να ακολουθήσουμε τον ρυθμό της κατασκευαστικής δραστηριότητας. Μερικές φορές μας ξεφεύγουν σημαντικά πράγματα, εάν οι υπεύθυνοι της πολεοδομίας δεν είναι επαρκώς ευαισθητοποιημένοι πριν δρομολογηθεί ένα πρόγραμμα ή εάν οι χάρτες με τις ζώνες όπου πιθανολογούνται ευρήματα αρχαιολογικού ενδιαφέροντος δεν είναι ενημερωμένοι». Αν και η πολιτιστική κληρονομιά δεν ήταν ποτέ άλλοτε τόσο πολύ της μόδας, η κατάσταση στην οποία βρίσκεται η αρχαιολογία αποδεικνύει ότι ούτε η αγορά ούτε τα τηλεοπτικά θεάματα μπορούν να αντικαταστήσουν μια δημόσια πολιτική που σέβεται τον εαυτό της.

 

 

1 (Σ.τ.Μ.) Νομός στο βόρειο τμήμα του ευρύτερου πολεοδομικού συγκροτήματος του Παρισιού.

2 (Σ.τ.Μ.) Το 2001, στην εξουσία βρισκόταν η κυβέρνηση της «πληθυντικής Αριστεράς» του Λιονέλ Ζοσπέν (Σοσιαλιστές, Οικολόγοι, Κομμουνιστές, Κεντροαριστεροί). Τον Μάιο του 2002 τη διαδέχθηκε στην εξουσία δεξιά κυβέρνηση.

3 Martine Faure, «Pour une politique publique équilibrée de l’archéologie préventive», έκθεση της βουλευτού που υποβλήθηκε στην υπουργό Πολιτισμού και Επικοινωνίας, Παρίσι, Μάιος 2015.

4 «Rapport public annuel», Παρίσι, 2016.

 

* Η Judith Chetrit είναι δημοσιογράφος

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Πολυτεχνείο

Η σημερινή ημέρα ανήκει δικαιωματικά στη μνήμη της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Αυτής της εξέγερσης των νέων ανθρώπων που αμφισβήτησαν «τη βία ως στοιχείο εξαναγκασμού» και ύψωσαν τη φωνή τους για Ελευθερία και Δημοκρατία.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο