Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

David Lynch: Ονειροπόλος ταξιδευτής της μουσικής

David Lynch με τους Human Touch στη σκηνή του The Zoo

Οι πιο ευχάριστες στιγμές της ζωής του είχαν πάντα σχέση με τη Φύση. Έχει ανάγκη να φεύγει, συχνά μόνος. Στο Μεξικό των πρώτων του νεανικών χρόνων έβλεπε τις φώκιες να περνούν, συνομιλούσε με το κύμα. Εκεί, ένιωσε τη δύναμη της ύπαρξης να φωλιάζει μέσα του.

Του Ιλάν

 

Οι πιο ευχάριστες στιγμές της ζωής του είχαν πάντα σχέση με τη Φύση. Έχει ανάγκη να φεύγει, συχνά μόνος. Στο Μεξικό των πρώτων του νεανικών χρόνων έβλεπε τις φώκιες να περνούν, συνομιλούσε με το κύμα. Εκεί, ένιωσε τη δύναμη της ύπαρξης να φωλιάζει μέσα του.

Είκοσι πέντε χρόνια μετά, γεμάτος εμπειρίες, επέστρεψε στα ίδια βράχια που καθόταν τότε και ένιωσε την ίδια δύναμη. Όλα ήταν ίδια. Στιγμή δεν είχε περάσει. Αναρωτιόταν αν το παρόν, το παρελθόν ή το μέλλον συνυπάρχουν. Εκείνο το παιδί των δώδεκα χρόνων ήταν πάλι εκεί, όταν συνειδητοποίησε ότι ο χρόνος είναι μια ανθρώπινη σύμβαση, δημιούργημα του νου.

Πιτσιρικάς, στο αυτοκίνητο της μάνας του, θυμάται κάποια πρωινά μια φωνή να του λέει: "Μουσικός θα γίνεις!". Χρόνια μετά, στην Ελλάδα πια, κατάλαβε το μήνυμα. Κάποιος, κάτι, του έλεγε πως δεν είχε άλλη επιλογή. Γιατί η μουσική είναι μια απέραντη έκφραση που τον έφερε σε σύγκρουση με τον εγωισμό του. Του χάρισε εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Κι από τότε δεν τον πρόδωσε.

Από Εβραία μάνα και Ιρλανδό πατέρα

Γεννήθηκε στην Καλιφόρνια από Εβραία μάνα -με Πολωνέζα γιαγιά και ρίζες στην Τσεχία-, που υποστήριζε πάντα με ενθουσιασμό τις επιλογές του, και έναν ανοιχτών οριζόντων Ιρλανδό πατέρα, επαγγελματία μοντέρ της μουσικής για πολλές ταινίες του Χόλιγουντ κι ερασιτέχνη ποιητή. Κάθε λέξη τού 82 ετών σήμερα Michael Lynch ήταν σημαντική για το γιό του. Η επικοινωνία πατέρα - γιού έμεινε ζωντανή πέρα από τόπο και χρόνο, βοηθώντας τον να ξεπεράσει προσωπικές του ήττες, φέρνοντάς τον πιο κοντά στην αυτογνωσία.

Στη γειτονιά του, στο Los Angeles, οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από τα ναρκωτικά που πούλαγαν οι συμμορίες των Chicanos φίλων, μεταναστών στον παράδεισο της χώρας των μεγάλων αντιθέσεων. Όμως οι τέχνες, το θέατρο, το σινεμά που συναντούσε στο άμεσο οικογενειακό του περιβάλλον τον κράτησαν μακριά από περιπέτειες.

Το πρώτο σαξόφωνο

Στο Δημοτικό, ο δάσκαλος τον βοήθησε να διαλέξει το πρώτο μουσικό όργανο. Ο David πείσμωσε και πάλεψε για ν’ αποδείξει πως μπορεί με ένα φλάουτο να κάνει θαύματα. Στη γυμνασιακή Concert Band είχε πίσω του ένα καλό σαξοφωνίστα. Τον ζήλευε. Τα Χριστούγεννα των 12 χρόνων του, η μάνα τού αγόρασε ένα παλιό ταλαιπωρημένο σαξόφωνο κι ο μικρός μουσικός έβαλε τα δυνατά του για να του μοιάσει. Η εξέλιξη ήταν γοργή. Κάπου εκεί ήρθε και η απόλαυση.

Στα πρώτα μικρά γκρουπ, η μουσική του Basie συναντούσε τους δυνατούς ρυθμούς των Chicago Transit Authority, πράγματα που έκαναν τους περαστικούς να χορεύουν. Ακολούθησαν οι μέρες -οι νύχτες ιδίως- στο Las Vegas. Εκεί το νεαρό λυκειόπαιδο έμαθε κατ’ ανάγκην να ενορχηστρώνει και να μεταγράφει τις πρώιμες συνθετικές ιδέες του, όταν έγινε leader μιας δεκαμελούς ορχήστρας με δύο τρομπέτες, τέσσερα σαξόφωνα, rhythm section και φωνές, με ρεπερτόριο μακριά από την πεπατημένη της soul funk & disco χορευτικής μουσικής που ζητιόταν τότε πολύ. Ο David έγραψε για δύο μιούζικαλ και σήμερα θεωρεί τον εαυτό του τυχερό γι’ αυτό το έμπρακτο μάθημα που του χάρισε σιγουριά και αυτοπεποίθηση. Πίσω πάλι στο LA -στα περίφημα Dick Grove Music Workshops της Δυτικής Ακτής- η αίσθησή του αυτή εδραιώθηκε.

Οι σπουδές τελείωσαν και για δύο μάλλον πληκτικά χρόνια ο David δούλεψε σε ένα μεγάλο γραφείο μάνατζμεντ γνωστών καλλιτεχνών. Τα μεσημέρια όμως ανέβαινε στην ταράτσα του κτηρίου του Beverly Hills και χάζευε τη θάλασσα, προβάροντας τα νέα του κομμάτια και όσα έπαιζε τα βράδια αυτός, ο μόνος λευκός μουσικός σε μια ολόμαυρη πολυμελή χορευτική μπάντα με πολλά πνευστά, μια μουσική κολεκτίβα η οποία λειτουργούσε με τους κανόνες της κοινοκτημοσύνης, ικανοποιώντας τις βασικές ανάγκες των μελών, αναλογικά.

«Ήταν καλά, αλλά όχι μαγικά»

Οι Big Bands του LA με το αβίαστο τους swing -μια ακόμα εμπειρία ζωής -λειτούργησαν σαν καταλύτης για τον άπειρο ακόμα μουσικό. "Ήταν καλά, αλλά όχι μαγικά", θυμάται. Και τότε, μ’ ένα σακίδιο στον ώμο και το σαξόφωνο στο χέρι έφτασε στο Παρίσι, όπου έμεινε και έπαιξε για ένα μήνα. Τα λεφτά ήταν αρκετά για έναν ακόμα. Εξωστρεφής, αποφασισμένος να τα δει και να τα ζήσει όλα, συνάντησε και γνώρισε τους πάντες και τα πάντα στην Πόλη του Φωτός.

Στο Άμστερνταμ έπαιζε δίπλα στα πολύβουα κανάλια για φιλοδωρήματα, τα tips των περαστικών. Ανεξάρτητος οικονομικά πια, αποφάσισε να πάει σε όποιον τόπο τον καλεί. Αφήνει το "βολικό" Παρίσι και φτάνει στο San Sebastian της χώρας των Βάσκων, στον δρόμο για την Πορτογαλία και τη "νότια" Ανδαλουσία. Από τα στενά του Γιβραλτάρ περνάει με φουρτούνα στο Μαρόκο - έτσι, για την εμπειρία. Τα ισπανικά των παιδικών του καλοκαιριών στο Μεξικό ήταν αρκετά για να πείσουν τους ντόπιους πως ήταν μόνο ένας φτωχός Ισπανός και όχι ένας τυπικός "Αμερικανός τουρίστας". Αμέσως μετά, το ζεστό κλίμα του ελληνικού χειμώνα τον έφερε, παραμονές Χριστουγέννων του 1982, στην Αθήνα. Η πόλη, οι άνθρωποί της, η αμεσότητά τους και ο τότε ακόμα πρόσχαρός τους χαρακτήρας, του προκάλεσαν μια πρωτόγνωρη οικειότητα που τον κατέκτησε.

O Αμερικανός φίλος...

Η ψυχή της Αθήνας τού μίλησε. Γνώρισε μουσικούς, έπαιξε στα κλαμπ της, κοιμήθηκε σε πατώματα φίλων, ώσπου το αποφάσισε. Το πρώτο του υπόγειο σπίτι στα Εξάρχεια είχε και τηλέφωνο -μεγάλη πολυτέλεια- και το πρώτο καλό μεροκάματο το έκανε σαν μέλος της ορχήστρας του αξέχαστου Γιάννη Σπανού, που αναζητούσε έναν καλό φλαουτίστα.

Έπαιξε με τον Ρακόπουλο, τον Φαραζή και τον Φακανά στο πρώτο Half Note Jazz Club της Μιχαλακοπούλου, όπου πήγαινε συχνά. Ο Μηνάς Αλεξιάδης, ο Γιώργος Τρανταλίδης, ο Βαγγέλης Κατσούλης, ο Γιώργος Μαγκλάρας ζήτησαν τα πνευστά του για τους δίσκους τους. Η φήμη του νέου Αμερικάνου μουσικού απλωνόταν στην πόλη. Βροχή άρχισαν να πέφτουν οι προτάσεις από τα μαγαζιά της νύχτας. “Δειλινά”, “Φαντασία”, ολόκληρη η "παραλία" με τους superstars του ελαφρολαϊκού τον ήθελε για ατραξιόν, αυτόν τον "φλογερό μακρυμάλλη σαξοφωνίστα".

Η έλλειψη ειλικρίνειας, τα πολλά "δήθεν" αυτής της πιάτσας με τα εύκολα λεφτά, τον απώθησαν. Έμεινε μακριά από τα κυκλώματα των πολύ καλών κατά τ’ άλλα μουσικών που τα έκαναν όλα - δουλειές με "φίρμες" με ελάχιστη μουσική αξία.

Αυτό δεν το μετάνιωσε όταν πια έπαιζε μουσικές με σημασία, δίπλα στον Θάνο Μικρούτσικο, τον Μίμη Πλέσσα, την Ελένη Καραΐνδρου, την Έλλη Πασπαλά ή όταν πειραματιζόταν και δημιουργούσε με το γκρουπ των "Iskra" δίπλα στον Φαραζή, τον Τουλιάτο, τον Φακανά ή τον Μπαρμπέρη, μέχρι να γνωρίσει την παγκόσμια φήμη με σύντροφους στη μουσική τους πολυμήχανους και πάντα δημιουργικούς Γιώτη Κιουρτσόγλου και Σταύρο Λάντσια, με τους, και δικούς του, "Human Touch" δηλαδή.

Ένα «Μικρό Τραγούδι»

Όταν έπαιξε τις μουσικές του Κυριάκου Σφέτσα, ή στο φουαγιέ του ακόμα ημιτελούς καλλιμάρμαρου Μεγάρου της Μουσικής δίπλα στον μεγαλειώδη δημοτικό καλλιτέχνη Βασίλη Σούκα, είχε φτάσει η ώρα του άλμπουμ "Lit’l song" για την FM Records. Ο David συνειδητοποίησε πως έγραφε συνθέσεις που αποτύπωναν βαθιά την "ελληνική εμπειρία" του. Ιδέες, βιώματα ελληνικά είχαν μπολιαστεί με τις μουσικές που έφερνε μαζί του αυτός ο "ταξιδευτής" της μουσικής.

Η World Music ήταν ακόμα στα σπάργανα όταν αυτός, ένας "επισκέπτης" της ντόπιας παράδοσης, υποσυνείδητα άνοιγε τον δρόμο που λίγοι άλλοι Έλληνες αυτοσχεδιαστές είχαν πατήσει, χωρίς να την έχουν υποτιμήσει ή αγνοήσει. Αυτά τα μουσικά του βιώματα, έβγαιναν από τα τρίσβαθα της ψυχής του και αποτυπώθηκαν στο "Lit’l song", το πρώτο προσωπικό του άλμπουμ, που εντυπωσίασε. Απέργης, Καπηλίδης, Καρίπης, Κιουρτσόγλου, Κούρτης, Λάντσιας, Ξυδάκης, Τσιαμούλης, Τουλιάτος και άλλοι πολλοί και καλοί φίλοι μουσικοί ήρθαν και έπαιξαν στο στούντιο της ηχοληψίας, "συστημένοι" από τον ευαίσθητο και διορατικό άνθρωπο και μουσικό, τη "γεννήτρια των ρυθμών" που ακούει στο όνομα Νίκος Σιδηροκαστρίτης.

‘‘Human Touch’’, μια ανθρώπινη επαφή

Τα τελευταία χρόνια, παραμένοντας πάντα στο προσκήνιο σαν ένας από τους περισσότερο in demand (όπως λένε στο χωριό μου) session ή σόλο μουσικούς, κρατώντας πάντα ζωντανή μαζί με τον Σταύρο και τον Γιώτη τη φλόγα των περιζήτητων και ανεξάντλητων "Human Touch", ο David Lynch συνεργάζεται με τα "παιδιά" αυτής της μαγικής νέας γενιάς Ελλήνων μουσικών που σπούδασε την τζαζ σε μουσικά κολέγια και πανεπιστήμια σαν το "κρυφό σχολειό" του Ιόνιου Πανεπιστήμιου της Κέρκυρας που διευθύνει και εμπνέει ο δάσκαλος Δήμος Δημητριάδης και στηρίζουν -συχνά με αυτοθυσία- άνθρωποι σαν τον κοσμαγάπητο Γιώργο Κοντραφούρη. Τις συνεργασίες αυτές τις θεωρεί πρόκληση για ακόμα περισσότερη μελέτη, αφορμή για να αναζητήσει μια νέα αισθητική στο περιβάλλον κάποιων νέων παιδιών με όραμα, που τον είχαν εντυπωσιάσει.

Εντυπώσεις και εμμονές

Σαν αποτέλεσμα, τώρα που όλα τον προκαλούν, φτάνει η ώρα του νέου του project. Ένα απόσπασμα από το υπέροχο αλλά παραγνωρισμένο "Wandering home", άλμπουμ του 1999, που ηχογραφήθηκε στο Μέγαρο Μουσικής τις μέρες που οι άνθρωποι της καλής μουσικής κηδεύαμε τον πρωτεργάτη της τζαζ στην Ελλάδα, τον αξέχαστο Κώστα Γιαννουλόπουλο, ιρλανδικά ηχοχρώματα από την γενιά του πατέρα του, τα blues της ελληνικής υπαίθρου, στοιχεία από την αγροτική country music της γενέτειράς του, ψάχνουν τη θέση τους στο "Impressions & Obsessions", δισκογραφικό του πόνημα, που έρχεται σύντομα. Γράφει, σκέφτεται, προβάρει και πάλι απ’ την αρχή. Είναι μια οργανική διαδικασία καθημερινή, που συνεχώς αλλάζει μορφή και που "ζυμώνεται" αυτή τη στιγμή. "Η πηγή ποτέ δεν στερεύει. Οι ιδέες, οι εμπνεύσεις είναι ανεξάντλητες. Σε εμάς μένει να τις εκφράσουμε", λέει ο Lynch.

Τους μαθητές του, τα τυχερά παιδιά που σπουδάζουν δίπλα του, τα καλεί να επισκεφτούν μαζί του την ίδια "πηγή" έμπνευσης που κάποτε επισκέφθηκαν ο Βούδας, ο Sonny Rollins ή ο Χριστός, αναζητώντας το παράδειγμα όσων λούστηκαν εκεί, στην πηγή της δημιουργίας, της επικοινωνίας, της ουσίας της ύπαρξης, της ζωής.

Αυτό, ο σαξοφωνίστας της τζαζ David Lynch το συναντά τα βράδια που "δεν θυμάται τι έπαιξε" πάνω στη σκηνή. Που δεν ήταν "εκεί" για να εμποδίσει τη ροή της μουσικής που πήγασε ανεμπόδιστη από την ψυχή του.

“Impressions & Obsessions” live!

Το βράδυ της Πέμπτης 26 Δεκεμβρίου θα ακουστεί το "Impressions & obsessions" νέο project του David Lynch, για πρώτη φορά μπροστά στο κοινό του Jazzét Café στο Χαϊδάρι (Στρ. Καραϊσκάκη 99-101, τηλ. 210-5815626). Μαζί με τα σαξόφωνά του, τα πλήκτρα του Βαγγέλη Στεφανόπουλου, η κιθάρα του Μπάμπη Τυρόπoυλου, ο Ντίνος Μάνος στο μπάσο και στα τύμπανα ο Δημήτρης Κλωνής.

 

 

φωτογραφίες: Γιώργος Φραγκίσκος

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Η κατάντια της Προανακριτικής

Η πλειοψηφία της Προανακριτικής, εγκαταλείποντας κάθε πρόσχημα, θα επιχειρήσει σήμερα να αποκαλύψει την ταυτότητα των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος της υπόθεσης Novartis. Οι μάρτυρες αυτοί έχουν καταθέσει για χρηματισμό πολιτικών προσώπων.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο