Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ένας εμπεδόκλειος επίγονος

ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΖΗΡΑ

 

ΝΙΚΟΣ ΑΝΤΩΝΑΤΟΣ, Τα χειρόδεικτα, Εκδόσεις Θεμέλιο, σελ. 111

 

Με τα χρόνια και με την ολοένα και εντεινόμενη συνάφειά του με τη σκέψη και τη ρητορική ακρίβεια της αρχαίας ελληνικής (ενδείξεις βρίσκουμε ακόμα και στις επιλογές των τίτλων του: Δέδυκεν, 1983· Αλίκυρνα, 2003· Εικών η λίθος, 2014) ο Νίκος Αντωνάτος (γ.1937) σχημάτισε αθόρυβα το δικό του στίγμα στα νεώτερα ποιητικά μας. Ξεκίνησε λίγο αργά, όπως μαρτυρούν τα εργογραφικά του, στα σαρανταέξη του, με τη συλλογή Δέδυκεν, στην οποία και παραπέμπει αναδρομικά και τώρα, στα Χειρόδεικτα, υπονοοώντας μάλλον ή υποδεικνύοντας κάτι που θα το αντιληφθούμε ευθύς αμέσως όσοι έχουμε στα υπ΄όψιν μας τα τεκμήρια της φωνής του: την ανακύκλησή της. Παραθέτει το δίστιχο «όταν η μια θάλασσα στην άλλη/ τη θάλασσά της δίνει», χρησιμοποιώντας το ως έναυσμα για τη δημιουργία ενός τωρινού σονέτου του, «Τα νερά που δέθηκα» (σ.59), αλλά και σαν ένα είδος αντιφώνησης προς την αίσθηση της αλλοτινής υδάτινης και μνημονικής ροής: «μέσα σ΄ όλα με λαχτάρα όσα πρωτοδέχτηκα / τα θυμάμαι ν’ ανταλλάσσουν τα νερά που δέθηκα». Ασφαλώς, αυτή η αντιφώνησή του, όπου συμπλέκεται το υποκειμενικό με το εξ αντικειμένου, ατενίζοντας τη θάλασσα, «που σαν παιδί σαν πρωτοείδα μες στη ζάλη θαύμασα», μας μεταφέρει ένα από τα σταθερά χαρακτηριστικά του έργου του: ότι πρόκειται για μια ποίηση που φτιάχνεται με συγγενικά θέματα. Δεν αλλάζουν ιδιαίτερα, δεν σκορπίζουν· εξακτινώνονται, εν τέλει, από το ίδιο υπαρξιακό κέντρο. Κάτι ασφαλώς όχι περίεργο, αφού ο Αντωνάτος ανοίχτηκε ή δόθηκε στην ποίηση όταν πλέον είχε συγκροτηθεί εσωτερικά, όταν ήταν στοχαστικά κατασταλαγμένος.

Ένα από τα ειδοποιά στοιχεία που συναινούν εξ αρχής για το στοχαστικό καταστάλαγμα του Αντωνάτου, είναι και το ότι η ποίησή του αποφεύγει να κρύβεται πίσω από το απρόσωπο, το αφηρημένο της γενικής διαπίστωσης. Αντίθετα, σ’ αυτήν παρίσταται πρωταγωνιστικά το προσωπικό βίωμα, ο διάλογος με μορφές του εγγύς ή του απώτερου, ακόμα και του μυθικού παρελθόντος, οι οποίες ωστόσο δεν παύουν να αποτελούν, μέσω της αναπόλησης βέβαια, περσόνες του ποιητικού δραματολόγιου. Παράδειγμα, το «Βρέχει ακόμα...» (σ.56), όπου σ’ ένα είδος νέκυιας με τον ίσκιο της μητέρας του, επαναφέροντας την εποχή που ο ίδιος ο ποιητής ήταν παιδί, της ομολογεί, εις εαυτόν πλέον, ότι «το πιο σπουδαίο, τώρα, είναι που δεν θα μάθεις πια, τι κρίμα, το πόσα ποιήματα εμπιστευτικά για σένα έχω γράψει». Αλλά, πέρα από αυτή την άμεσα βιωματική μνήμη, τη σκορπισμένη σε αρκετά ποιήματα και φτιαγμένη από σπαράγματα της οικογενειακής γενεαλογίας στο Μεσολόγγι, η ευρύτερη ταυτοτική μνήμη του Αντωνάτου προστρέχει και σε άλλου είδους παραδειγματικών βιωμάτων, συνθεμένων από την στοχαστική ανάπλαση «αναγνωσμάτων» διαχρονικού συμβολισμού που κίνησαν ποιητικά τη φαντασία του: μύθοι της αρχαιότητας, το τραγουδιού του νεκρού αδελφού, πρόσωπα από διηγήματα του Παπαδιαμάντη κλπ. Ας πούμε, στοχάζεται ότι ένας παραδειγματικά άξιος θάνατος είναι του Εμπεδοκλή στη λάβα της Αίτνας, αφού δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερη επιβεβαίωση της κοσμολογικής του ερμηνείας (όλα πηγάζουν και καταλήγουν στα τέσσερα γενετικά στοιχεία : πυρ, αέρα, ύδωρ και γη) από τον ίδιο τον χαμό του. «Ο σιωπηλός Εμπεδοκλής/ περνούσε όταν ήθελε/ ακόμα κι απ’ τον ίσκιο του/ απαρατήρητος [...] Μόνο της σιωπής του σώθηκε/ μέσα στην πακτωμένη λάβα/ καρβουνιασμένο το Ένα» (σ. 67).

Απ΄ όλα τα ποιήματα της συλλογής, εκτός από εκείνα της προτελευταίας ενότητας, «Τα πνευστά της σιωπής», όπου η ερωτική/αισθησιακή έξαρση ανεβάζει κατακόρυφα τον τόνο και μάχεται τη μελαγχολία που διοράται παντού το αναπόδραστο τέλος, αναδύεται μια λυγμική αίσθηση, συγκρατημένη όμως καθώς ο στοχασμός δημιουργεί μια απόσταση και δεν αφήνει τη λύπη να κυριαρχήσει και να μεταβληθεί σε θρήνο. Διαπερνώντας την αναπαράσταση του αισθητού σαν πνοή κατευναστική, ο στοχασμός επιβραδύνει τον χρόνο μέσα στον οποίο αλλιώς η ύπαρξη, ασπαίροντας από τα δεινά που τη βρίσκουν, παραδίδεται στην οιμωγή. Κι έτσι, εκ παραλλήλου, με τη σοφία της, δεν αφήνει την ίδια την ποιητική φαντασία να παραλογιστεί, να δοθεί στο ακατανόητο, στο συγχεχυμένο. Ακόμα και το τελευταίο ποίημα των Χειρόδεικτων, το «Ψυχής κόμιστρα», ένα ποίημα αποχαιρετισμού ή εγγύς αναμενόμενου περάσματος στην άλλη όχθη, τελικά είναι ένας ύμνος για τα επίγεια, για την ήρεμη αποδοχή της ενότητας των πάντων, για την αμοιβαία άρση της χαράς και της θλίψης, αφού στο εμπεδόκλειο Εν, δεν υπάρχει αρχή και τέλος: «Στον όρθρο των δέντρων από κάτω/ στερνή στιγμή και αποθαρρημένη / στάθηκε η ψυχή μου// Την ακριβή ελπίδα ν’ αποθέσει/ προσευχή στην πλάση που τη δέχτηκε/ τόσον καιρό δική της» (σ.101) Τα Χειρόδεικτα, ως επιλογή, δεν είναι απλώς ή κατά τύχη ο τίτλος μιας ενότητας των ποιημάτων του Αντωνάτου. Πολύ περισσότερο υπονοεί, μέσω του τίτλου, μια κατάσταση πραγμάτων, μια κατάσταση που χαρακτηρίζει, πέρα από τα ποιήματα, πέρα από τις λέξεις με τους συμβολισμούς τους, πέρα από τις εικόνες, την ουσία του ζωϊκού φαινομένου με τον τρόπο που αυτό σχηματίζεται ως υλικός, σταθερός πυρήνας, πίσω από τις φαινομενικότητες της ποιητικής ομιλίας και της γραφής.

Χειρόδεικτος, σύμφωνα με την συνηθισμένη εννοιολόγηση των αρχαίων, ήταν αυτός που δείχνεται με το χέρι, ο δακτυλοδεικτούμενος, ή, αλλιώς, ο πασιφανής, μ’ έναν τρόπο διαυγή και αναντίρρητο. Το εναρκτήριο ποίημα στη συλλογή, οι «Απαρχές» (σ.13) είναι απολύτως χαρακτηριστικό αυτής της φιλόσοφης, ελλογής ποίησης, όπου σώμα και σκιά, ηδονή και θλίψη, θέωση και γείωση, σκέψη και γλώσσα, αποτελούν τις δισημίες ενός παιχνιδιού ασταμάτητου: «Έρχονται οι λέξεις/ με νοήματα προσπαθούν/ να σε μεταπείσουν// ω, σεσημασμένο Εγώ!». Όταν λοιπόν ο ποιητής, σε πλείστα όσα ποιήματά του επικαλείται ή υμνεί τη σιωπή, στην ουσία επικαλείται και υμνεί όχι τον θάνατο αλλά εκείνη την αρχέγονη κατάσταση που δεν είχε προλάβει ακόμα να τη στολίσει ή να τη ντύσει με λέξεις η ανάγκη της ανθρώπινης επικοινωνίας. Η ίδια η ποίηση! Την αρχέγονη κατάσταση που η πληρότητά της δεν ήταν ακόμα περιγράψιμη αλλά μόνο φύσει αισθητή για τον δεκτικό ως προς το θαύμα άνθρωπο: «Ω σιωπή!/ πόσο το λόγο ομορφαίνεις/ με παύσεις ή καταλήψεις/ χώρου...» (σ.14), όπως διαβάζουμε στο σπονδυλωτό ποίημα «Ενδοχώρα», ή, επαρκέστερα, στο ποίημα «Τόπος βαθύς - αμέγαρτος», (σ.17) δηλαδή τόπος που κανείς δεν τον επιθυμεί, όπως χρησιμοποιεί τη λέξη ο Όμηρος στην XVII ραψωδία της Οδύσσειας: «ως αεί τον ομοίον άγει θεός ως τον ομοίον πη δη τόνδε μολόβρον άγεις, αμέγαρτε συβώτα», και όπως τον οικειοποιείται στη δική του μελέτη θανάτου ο Αντωνάτος: «Τόπος βαθύς προφταίνει το σκοτάδι/ αθόρυβα και μυστικά να σε σκεπάσει// κι ο επιλήσμων χρόνος να περιπολεί/άλλο ξημέρωμα σ΄ εσέ μη φτάσει// τόπος βαθύς κι η μέλλουσα σιωπή/ από το πριν που θα σε αποσπάσει». Νομίζω ωστόσο, κλείνοντας αυτή την περιδιάβαση, ότι πολύ πιο ολοκληρωμένα αυτό το δίσημο ζεύγος του μείζονος-ελάσσονος, φύσης και ανθρώπου, μας δίνεται από τον ποιητή των Χειρόδεικτων στην «Επίσκεψη» (σ.45), ένα από 2-3 καλύτερα ποιήματα της συλλογής. Πώς το άκτιστο της κοσμικής αρμονίας και σοφίας χτίζεται με τον ιστό μιας αράχνης, πλεγμένο στις κερκίδες ενός αρχαίου θεάτρου: «Τα μάτια έπεσαν στο κοίλο/του αρχαίου θεάτρου της Πλευρώνας/μπαίνοντας από την κεντρική της πύλη/ και πλησιάζοντας ... δίπλα ... εκεί στα// χορταράκια που φύτρωναν ανάμεσα/ στις πέτρες των καθισμάτων, μισοπρόβαλε/ με την υφαντική του ιδιόρρυθμη δομή/ λαμπερός μιας αράχνης ο επίλεκτος ιστός// Και είπα: Θεέ μου, να το αρχαίο θέατρο!/ το κοίλο του σε κυκλική διάταξη και τα/ διαζώματα με των κερκίδων τις σειρές// Και είπα: όπως το άπειρο είναι ο ίδιος/ ο Θεός, το θέατρο είναι ο επίλεκτος ιστός/ που μέσα κατοικεί ... ο πλάστης του!»

Δείτε όλα τα σχόλια