Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Αρχείο Καβάφη: η ώρα της απόφασης

Προφανώς υπάρχει ένα πραγματικό ζήτημα και μια καλή αφορμή για τη σημερινή συνάντηση [στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών]: το Αρχείο Καβάφη. Αναπόφευκτα τα πρακτικά ζητήματα διαχείρισης ενός αρχείου και ο θεωρητικός προβληματισμός περί αρχείου συνυφαίνονται και συνεκφέρονται...

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΗΜΗΡΟΥΛΗ

 

Προφανώς υπάρχει ένα πραγματικό ζήτημα και μια καλή αφορμή για τη σημερινή συνάντηση [στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών]: το Αρχείο Καβάφη. Αναπόφευκτα τα πρακτικά ζητήματα διαχείρισης ενός αρχείου και ο θεωρητικός προβληματισμός περί αρχείου συνυφαίνονται και συνεκφέρονται. Υπάρχει όμως και μια ιδιαιτερότητα: το συγκεκριμένο αρχείο είναι ίσως το πιο γνωστό και το πιο μυθολογημένο στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας. Γιατί άραγε; Γιατί δεν υπάρχει το ίδιο ενδιαφέρον (ιδιωτικό ή δημόσιο) για το αρχείο Παλαμά ή Σικελιανού; Ακόμη πιο εντυπωσιακά: γιατί δεν έχουν αποκτήσει την ίδια αίγλη τα αρχεία του Σεφέρη και του Ελύτη;

Το Αρχείο Καβάφη πήρε τεράστιες διαστάσεις που υπερβαίνουν την πραγματικότητα, όπως ανακαλείται από την εικόνα της βαλίτσας (μιας ή δυο δεν έχει σημασία) που φιλοξένησε τα κατάλοιπα του ποιητή. Γιατί λοιπόν τόσο ενδιαφέρον, γιατί τέτοια περιέργεια ακόμη και για την αποτίμησή του με οικονομικούς όρους; Επίσης, πώς συνδέεται το Αρχείο με τη Βιβλιοθήκη Καβάφη και με την πιθανότητα ενός Μουσείου στην Αθήνα (αν κάτι τέτοιο καταστεί δυνατό με ό,τι περισώθηκε από τα αντικείμενα του βίου του); Φαντάζομαι ότι αυτά είναι αυτονόητα ερωτήματα και δεν πρωτοτυπώ αναφέροντάς τα. Πρέπει όμως να υπάρξει υπενθύμιση, εάν κανείς έχει κάτι να προτείνει αξιοποιώντας τη σημερινή ευκαιρία.

Αλλά και στο θεωρητικό πεδίο τα δεδομένα είναι λίγο πολύ αυτονόητα. Ξεκινούν σχεδόν πάντα με Φουκώ και Ντεριντά. Για ορισμένους κάτι τέτοιο ισοδυναμεί με κήρυξη πολέμου. Ακόμη και τώρα. Όταν πριν χρόνια πρότεινα να διαβαστεί ο Σολωμός ως αρχείο και όχι ως έργο, βιβλίο, αποσπάσματα, ευρισκόμενα, χειρόγραφα ή φωτογραφίες υλικού, εντυπωσιάστηκα από την αυτοματοποιημένη αντίδραση: άμεση άρνηση ή σαρκάζουσα σιωπή. Αλλά τα πράγματα είναι απλά: είναι δύσκολο να αποφύγει κανείς τους δύο στοχαστές όταν πρόκειται να μιλήσει για την έννοια του αρχείου.

Συζητώντας για οποιοδήποτε αρχείο, είμαστε υποχρεωμένοι να εξετάσουμε τη λειτουργία του, καθώς και τις δικτυώσεις με το ευρύτερο πολιτισμικό σύστημα στο οποίο ανήκει. Κάτι τέτοιο, αν δεν γίνει άμεσα, στη δημόσια έκθεση του αρχείου, γίνεται ούτως ή άλλως στην εκταμίευση και μελέτη του περιεχομένου του. Κάθε μελέτη του αρχείου συνδέεται με την κατάσταση του υλικού αλλά και με τη συνολική πορεία των σχετικών ερευνών. Ο χρήστης του αρχείου, δηλαδή ο ενδιάμεσος ανάμεσα στο υλικό και στο κοινό, είναι αυτός που δίνει νόημα στη σιωπή του αρχείου και αγωνίζεται να βρει τρόπο να το οικειοποιηθεί, να το καταστήσει προσπελάσιμο, να το αιχμαλωτίσει στον καλπασμό του χρόνου. Αρχειογράφος, αρχειοκράτης και αρχειοδίφης συγκροτούν την πραγματικότητα του αρχείου, το υλικό του οποίου δεν αξιοποιείται με τον ίδιο τρόπο από όλους τους επισκέπτες.

Στην πραγματικότητα κάθε πράξη ανάγνωσης πρέπει να δημιουργήσει το κείμενό της, όχι μόνον στο επίπεδο της ερμηνείας (όπως συμβαίνει με τα περισσότερα έργα) αλλά και στο επίπεδο του πρωτογενούς υλικού. Για να γίνει «κείμενο» το «υλικό» του αρχείου χρειάζεται μεθοδική επεξεργασία. Ο συγγραφέας προσφέρει, συνήθως, τη δυνατότητα του κειμένου, όχι το ίδιο το κείμενο. Ο αναγνώστης έχει να αναμετρηθεί με την αβεβαιότητα της μορφής ή με τις παραδοξότητες του λόγου ή με τα χάσματα της σύνθεσης

Καμιά μελέτη του αρχείου δεν μπορεί ασφαλώς να υπάρξει ανεξάρτητα από την πολιτισμική του ιστορία. Χρειάζεται ιστορική συνείδηση και κριτική γνώση για να συγκροτηθούν προτάσεις ως προς την καταγωγή, την εξέλιξη, τις μεταβολές, τις περιπέτειες, τις χρήσεις και καταχρήσεις, τις κορυφαίες στιγμές ανάδειξης του αρχείου. Επίσης, σε κάθε απόπειρα έκδοσης ο ειδήμων ασκεί ταυτόχρονα όλες τις τεχνικές και ερμηνευτικές του ικανότητες. Αν ανήκει στην κατηγορία εκείνων που θεωρούν ότι η έκδοση κειμένων πρέπει να περιοριστεί αυστηρά και μόνο στη φιλολογική αποκατάσταση, τότε είναι βέβαιο ότι, από πολλές πλευρές, ένα μεγάλο μέρος του αρχείου θα μείνει στο σκοτάδι ή θα εμφανιστεί με ακατάλληλη αμφίεση.

Όταν το περιεχόμενο του αρχείου είναι η ποίηση και όχι απλώς ένα κείμενο σημαίνει ότι πρέπει να το πλησιάσει κανείς καλά προετοιμασμένος στην ανάγνωση της ποιητικής γλώσσας. Επίσης το αρχείο δεν μπορεί να αποκτήσει νόημα, αν ο ειδήμων δεν παρουσιάσει μια εκδοχή που να δίνει λόγο στην ιστορική του διάσταση, στον τρόπο που τα σημεία του απορρόφησαν την επίδραση του χρόνου χρειάζεται δηλαδή να γνωρίζει τι σημαίνει ότι εκδίδει ένα ποίημα και όχι απλώς ένα κείμενο. Το αρχείο διαθέτει υλικό όχι τελικά κείμενα.

Καθώς εγκαθίσταται στον δημόσιο χώρο, το αρχείο αποκτά συγκεκριμένα θεσμικά γνωρίσματα, χωρίς τα οποία η λειτουργία του είναι ανέφικτη. Ξεκινώντας από τον ίδιο τον «χώρο», από την τοπολογία του αρχείου, διαπιστώνουμε ότι είναι συνάμα χώρος επικοινωνίας και χώρος διεκδίκησης. Η διεκδίκηση είναι μέρος του ευρύτερου επικοινωνιακού καθεστώτος που ορίζει σε ποιο βαθμό και σε ποιους διατίθεται το αρχείο. Δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι είναι διαθέσιμο σε όλους, μολονότι εκ πρώτης όψεως φαίνεται να μην υπάρχουν περιορισμοί. Στην πραγματικότητα οι ίδιες οι διαδικασίες της ταξινόμησης και της ιεράρχησης απαιτούν απαγορεύσεις και αποκλεισμούς, επιβάλλουν τους κανόνες της χρήσης. Το θεσμικό καθεστώς δεν επενδύει εξωτερικά το περιεχόμενό του αλλά υπεισέρχεται στη δόμηση ως κανονιστικό πλαίσιο και ενισχύει τις ομάδες των μυημένων, οι οποίοι θεωρούν ότι αντλούν από το αρχείο την εξουσία να εκφέρουν έγκυρες απόψεις. Κανείς δεν μπορεί να εισέλθει σε αυτό χωρίς να συναντήσει τον έλεγχο αυτών των «προνομιούχων» διαχειριστών.

Η οικονομία που διέπει τη λειτουργία του είναι μια οικονομία βασισμένη, άμεσα ή έμμεσα, στην επιτήρηση, η οποία νομιμοποιεί τους τρόπους της με το κύρος που αντλεί από την «εξουσία παρακαταθέσεως», όπως σημειώνει ο Ντεριντά.1 Δεν θα είχε νόημα η συγκρότησή του, εάν κάποιοι δεν επιθυμούσαν την περιχαράκωση ενός χώρου όπου κατατίθεται, ως «παρακαταθήκη», το υλικό που πρόκειται να διασωθεί, όπου κεφαλαιοποιείται η μνήμη2 και όπου η αρχειοθέτηση αναπροσαρμόζει διαρκώς την κατανομή του νοήματος: «Το αρχειοθετήσιμο νόημα αφήνεται επίσης και από τα πριν να συν-καθοριστεί από την αρχειοθετούσα δομή. Αρχίζει εντυπώνοντάς την».3 Με αυτή τη διαδικασία το αρχείο αποκτά κοινωνική υπόσταση, εξωτερικεύει δηλαδή τις πιο κρυφές ή σκανδαλώδεις πλευρές του ή απλώς κοινοποιεί την ύπαρξή τους διεγείροντας το ενδιαφέρον του κοινού. Όσο απόκρυφο θεωρείται ένα αρχείο και δύσκολο στην προσέγγιση, τόσο περισσότερο προσελκύει την περιέργεια των μη μυημένων και εντείνει της διαμάχες των μυημένων.

Όταν περνά στη δημόσια σφαίρα, είναι πάντοτε ευάλωτο στους εισβολείς όσο καλά και αν είναι προφυλαγμένο. Για κάθε ασφαλή μέθοδο προφύλαξης υπάρχει πάντα μια εξίσου ασφαλής μέθοδος διείσδυσης. Άλλωστε η διάθεση του υλικού ως παρακαταθήκης αφήνει πολλά περιθώρια για καταγραφές, επανεγγραφές, επαναλήψεις και διορθώσεις από τους επιγόνους. Η εξουσία της παρακαταθήκης ευνοεί τη διεκδίκηση του «αληθινού νοήματος» και αυτή η διεκδίκηση επιτείνει τον έλεγχο από το κατεστημένο του αρχείου: «Δεν υπάρχει εξουσία του αρχείου χωρίς αρχειακό έλεγχο, αν όχι έλεγχο της μνήμης. Ο έμπρακτος εκδημοκρατισμός υπολογίζεται πάντα με βάση αυτό το ουσιώδες κριτήριο: τη μετοχή και την πρόσβαση στο αρχείο, στη συγκρότηση και στην ερμηνεία του».4

Από τη φύση του το υλικό αντιστέκεται στην ολική ερμηνεία και στην οριστική ταξινόμηση. Αν έχει κάποια αξία ως αρχείο, και όχι ως κάτι άλλο, είναι γιατί δεν αποκτά ποτέ πλήρη μορφή, αφού προσφέρεται για διαρκή επανεξέταση και αναθεώρηση. Πρόσβαση σε αυτό σημαίνει δυνατότητα αναθεώρησης και δυνατότητα αναθεώρησης σημαίνει σύγκρουση με τους θεματοφύλακες της νομιμότητας, με αυτούς που κάθε φορά εγγυώνται προς τα έξω την ορθότητα του νοήματος. Η αντίσταση του υλικού ενισχύεται επίσης και από τη γενικότερη απροσδιοριστία που επικρατεί στη διάταξη του αρχείου: όσο πιο εκτεταμένο, περίπλοκο και αντιφατικό είναι το υλικό του τόσο μεγαλώνει η απροσδιοριστία στη χρήση του. Επειδή αρχείο χωρίς κενά, ελλείψεις, απουσίες και εκκρεμότητες δεν υπάρχει, η έννοια του απόλυτα προσδιορίσιμου αρχείου είναι μύθος. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι θα προκύψει από τις επισκέψεις διαφορετικών μελετητών.

Το αρχείο κρατά πολλά μυστικά και κρύβει πολλές παγίδες. Η αντιμετώπισή τους ωστόσο είναι δημόσιο ζήτημα και όχι ιδιωτική υπόθεση. Η απόλυτη λογοκρισία είναι συνεπώς αδύνατη, μολονότι ορισμένοι διαχειριστές δρουν κρυφίως λογοκριτικά για να διασφαλίσουν την αποκλειστικότητα της ορθής χρήσης. Επίσης η απροσδιοριστία ή η αταξία δεν αποτρέπουν την ανάγνωση του αρχείου. Ίσα ίσα που την καθιστούν περισσότερο ευφάνταστη και δημιουργική. Η παραγωγή νοήματος είναι συνεχής αλλά όχι απόλυτη. Η χαώδης συχνά κατάσταση του υλικού δεν αποτρέπει το αναγνωστικό εγχείρημα, αντίθετα ενισχύει την αγωνία για την έκβασή του.

Τα κείμενα του αρχείου αποκτούν νόημα (συντίθενται) μέσα από τη σχέση τους με άλλα κείμενα. Δεν υπάρχει κείμενο καθαυτό. Η διακειμενική υπόσταση του αρχείου παράγει ένα πολύπλοκο και απέραντο δίκτυο αλληλεξαρτήσεων και παρεκκλίσεων, έτσι ώστε η σχέση του γενικού (αρχείο) προς το ειδικό (υλικό) να μην ολοκληρώνεται ποτέ σε μια ταυτότητα και να μην εξαντλείται σε μια πληρότητα. Όταν ένα αρχείο θεωρηθεί σημαντικό το περιεχόμενό του αποκτά ιδιαίτερη αίγλη και ενεργοποιεί υψηλές προθέσεις για τη διαφύλαξη και την ορθή χρήση του. Από τη στιγμή που ένα αρχείο εισέρχεται στην περιοχή του συλλογικού διαφέροντος οι δεσμεύσεις (πραγματικές και φαντασιακές) για την ανάγνωση μπορεί να γίνουν ασφυκτικές. Οι θεματοφύλακες και οι ταξινόμοι είναι πολλοί, μαχητικοί και ενίοτε φανατισμένοι.

Το αρχείο βασίζεται, για την εμπέδωση του κύρους του και τη διασφάλιση της διάρκειάς του, στην επανάληψη, στην αναπαραγωγή, στην ταξινόμηση και στον υπομνηματισμό. Η μέγιστη προσδοκία είναι να μην πάψει ποτέ το ενδιαφέρον για τη διαχείριση του υλικού. Η πολλαπλότητα και η συνέχεια των αναγνώσεων είναι τα μόνα εχέγγυα για την επιβίωση του αρχείου. Όσο πιο πολύ αντιστέκεται στην ιδιόχρηση τόσο πιο πολύ την ενθαρρύνει. Το αρχείο αντιστέκεται για να κρατά πάντα σε εγρήγορση τους μνηστήρες του.

Το αρχείο είναι υπόθεση μεταθανάτια. Όσο ζει ένας συγγραφέας το αρχείο παραμένει ιδιωτική υπόθεση, βρίσκεται ακόμη στη διαδικασία του έργου εν προόδω. Όλα τα ρυθμίζει ο γράφων, ακόμη και όταν αναθέτει αρμοδιότητες διατηρεί πάντα την υψηλή εποπτεία και βέβαια κάθε δικαίωμα, φυσικό ή νομικό, απέναντι στο έργο του. Όταν απέρχεται, τίθεται άμεσα το ερώτημα τι θα γίνει με τα κατάλοιπα. Από το σημείο αυτό και μετά έχουμε τη συγκρότηση, επίσημη ή ανεπίσημη, ενός αρχείου του οποίου η τύχη αφήνεται στα χέρια των διαχειριστών. Οικογένειες, κληρονόμοι, ιδρύματα, ιδιώτες, αποφασίζουν για την τύχη του αρχείου.

Η αξία ενός αρχείου εξαρτάται από τη θέση του συγγραφέα στην κλίμακα της θεσμικής και ιστορικής αναγνώρισης, ενώ αντίστοιχη είναι και η χρηματική αποτίμησή του. Είναι ως εκ τούτου προφανές ότι ένα αρχείο δεν είναι απλώς μια συλλογή εγγράφων αλλά ένα πεδίο στο οποίο, και ανάλογα με την κεκτημένη αξία του αναπτύσσονται σχέσεις, επιβάλλονται ιεραρχίες και ασκούνται εξουσίες. Όσοι παρεμβαίνουν μπορεί να λειτουργούν εν ονόματι του απελθόντος συγγραφέα, παράλληλα όμως υπερασπίζονται και τα δικά τους διαχειριστικά (ή και οικονομικά) συμφέροντα. Για τη λογοτεχνία, ένα αρχείο είναι πάντα ένας ανοιχτός λογαριασμός.

Ο Καβάφης ήδη από το 1923, στα εξήντα του, κατέστησε μοναδικό κληρονόμο του τον Αλέκο Σεγκόπουλο, έναν νεαρό που είχε γνωρίσει το 1917. Στη διαθήκη αυτή ο ποιητής δεν αφήνει καμιά οδηγία για την τύχη του έργου και των καταλοίπων του. Στη συνέχεια οι άνθρωποι που υπήρξαν οι κύριοι και επί μακρόν διαχειριστές του αρχείου ήταν ο Α. Σεγκόπουλος και ο Γ. Π. Σαββίδης. Ο πρώτος δεν ασχολήθηκε προσωπικά, άλλωστε δεν ήταν και αρμόδιος, οπότε έθεσε το αρχείο στη διάθεση τρίτων ανάλογα με την κρίση και τις προτιμήσεις του, από το 1933 έως το 1966. Ο δεύτερος έγινε για τρεις περίπου δεκαετίες (1963-1995) ο πραγματικός άρχων του αρχείου, γεγονός που του επέτρεψε να αναδειχθεί σε διάσημο καβαφιστή και να εκπονήσει μια σημαντική διδακτορική διατριβή με θέμα τις καβαφικές εκδόσεις το1966.

Στην περίπτωση του Σεγκόπουλου η διαχείριση ήταν ερασιτεχνική, με αποτέλεσμα να υπάρχουν, σε ορισμένες περιπτώσεις, πρόχειρες ή κακές χρήσεις, ακόμη και απώλεια υλικού. Στην περίπτωση του Σαββίδη η διαχείριση είναι ιδιωτική αλλά πιο συστηματική. Ο ίδιος δεν θα εκπονήσει κάποιο συνθετικό έργο για την ποίηση του Καβάφη, θα επιμεληθεί όμως τη δημοφιλή χρηστική έκδοση του καβαφικού «κανόνα», θα φροντίσει να εκδοθούν αδημοσίευτα κείμενα του ποιητή και άλλο συναφές υλικό, ενώ θα πλαισιώσει την εκδοτική του δραστηριότητα με άρθρα και μελέτες. Παράλληλα θα χρησιμοποιήσει συνεργάτες για την καλύτερη αξιοποίηση του αρχείου αλλά και για την τροφοδότηση μιας διαρκούς δραστηριότητας και δημοσιότητας γύρω από αυτό.

Θα ήταν επομένως άδικο να υποτιμηθεί η συνεισφορά του Σαββίδη τόσο στη διάσωση και ανάδειξη του αρχείου όσο και στη γενικότερη τόνωση των καβαφικών σπουδών. Θα ήταν όμως και ιδιοτελής τυφλότητα να αποσιωπήσει κανείς την τεράστια πολιτισμική αξία του αρχείου που είχε πλέον ως ιδιοκτήτη έναν από τους πιο φιλόδοξους μεταπολεμικούς φιλολόγους, ευνοούμενου της γενιάς του '30 (πρωτίστως του Σεφέρη), εκδότη κατά καιρούς περιοδικών, όπως η Αγγλοελληνική Επιθεώρηση και ο Ταχυδρόμος, με εντυπωσιακή επιφάνεια στον δημόσιο χώρο, μεγάλη επίδραση σε πρόσωπα και πράγματα της λογοτεχνίας, καθώς και με «εθνική» στόχευση, η οποία, μετά το 1974, συνέβαλε στη «συμφιλίωση» της γενιάς του '30 με τον χώρο της αριστεράς (Βάρναλης, Ρίτσος, αλλά και πολλοί άλλοι της μεταπολεμικής και μεταπολιτευτικής «ενσωμάτωσης» και «αφομοίωσης» στην κοινή λογοτεχνία του έθνους).

Η θέση και η δράση του Σαββίδη, καθώς και η γενικότερη παρουσία του στα ελληνικά γράμματα μετά το 1950, δεν μπορούν να αποτιμηθούν εδώ. Είναι όντως μια υπόθεση που εκκρεμεί και η οποία, είναι βέβαιο, ότι κάποτε θα κριθεί (ελπίζει κανείς νηφάλια και χωρίς παραχωρήσεις σε σκοπιμότητες). Εδώ μας ενδιαφέρει ο ρόλος του ως διαχειριστή του καβαφικού αρχείου που είχε στην πλήρη κατοχή και κυριότητά του. Η μία πλευρά, η θετική, είναι ότι δεν το κατακράτησε αλλά το δημοσιοποίησε σε ικανοποιητικό βαθμό προς όφελος του ποιητή αλλά και της λογοτεχνίας εν γένει. Η άλλη πλευρά, η δύσπιστη, έχει ήδη εντοπίσει φαινόμενα αλαζονείας και καταχρηστικής εξουσίας τα οποία κατέστησαν το αρχείο πεδίο αυλικού ανταγωνισμού και αυθαίρετου αποκλεισμού.

Με άλλα λόγια ο Σαββίδης δεν χρησιμοποίησε το αρχείο μόνο φιλολογικά αλλά και πολιτικά. Άσκησε εξουσία, επέβαλε κανόνες και όρισε έναν στενό κύκλο δικών του ανθρώπων με αποκλειστικά προνόμια πρόσβασης στο αρχείο. Ορισμένοι, όχι άδικα, του προσάπτουν ότι δεν έθεσε το αρχείο στη διάθεση κάθε μελετητή και ότι καθυστέρησε υπερβολικά στην έκδοση του υπάρχοντος υλικού. Το τελευταίο είναι και το πιο σημαντικό: δυσκολεύεται να κατανοήσει κανείς πώς η εργασία για την έκδοση του αρχείου υπήρξε τόσο αποσπασματική, ελλιπής και αντιφατική. Η πιο σημαντική ωστόσο παρέμβαση του Σαββίδη ήταν ότι επηρέασε με άμεσο ή έμμεσο τρόπο την ερμηνεία του αρχείου καθορίζοντας σε μεγάλο βαθμό ποιες θα ήταν οι αποδεκτές τάσεις στον χώρο των καβαφικών σπουδών σε σχέση πάντα με το υπάρχον αρχειακό υλικό.

Συνοψίζοντας, πρέπει να σημειωθεί ότι, χωρίς να υποτιμάται η συνεισφορά του Σαββίδη στους καβαφικές σπουδές, σε όλα τα επίπεδα (εκδοτικό, κριτικό, ερμηνευτικό) η χρήση του αρχείου έγινε με όρους πολιτισμικής ισχύος, και μάλιστα βαθιά εμπεδωμένης στα ελληνικά πράγματα, αφού απέκλειε διαφορετικές προσεγγίσεις και νέες ιδέες και απαιτούσε την εύνοια του ιδιοκτήτη ή την αποδοχή του κύκλου που τον περιέβαλε. Ο Σαββίδης ανήκε στην κατηγορία του πανεπιστημιακού φιλολόγου που έδρασε ταυτόχρονα ως πολιτισμικός παράγων και ως διαμορφωτής της κυρίαρχης ερμηνείας. Η παρέμβασή του υπήρξε ισχυρή και ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο από τον κύκλο μαθητών, συνεργατών, φίλων και ευνοουμένων που είχε κατά καιρούς, συγκροτώντας έναν σπουδαίο δίαυλο προώθησης των απόψεών του, οι οποίες αναπροσαρμόζονταν ανάλογα με τις συνθήκες και τις εσωτερικές ισορροπίες, ακολουθώντας πολλαπλές ταχύτητες και κατανέμοντας ιδιαίτερα καθήκοντα.

Το καβαφικό αρχείο υπέστη επομένως τις συνέπειες αυτής της ηγεμονικής στάσης απέναντι στην ελληνική λογοτεχνία, συνάμα όμως βρήκε και έναν χώρο να αναπτυχθεί παρά τις καθυστερήσεις -θυμίζω ότι τα Ατελή εκδόθηκαν το 1994, η αλληλογραφία με τον Φόρστερ το 2011, και ακόμη εκκρεμούν ένα σωρό άλλα (σημειώσεις του ποιητή, πεζά κείμενα που δεν περιλαμβάνονται στην τελευταία έκδοση, πλήρης καταγραφή και ψηφιοποίηση του αρχείου). Τα χαρακτηριστικά του Σαββίδη, εκτός από τη φιλολογική του ικανότητα και οξυδέρκεια, ήταν η αποσπασματικότητα και η εκκρεμότητα, και τα δύο αυτά είχαν άμεση επίδραση και στην τύχη του καβαφικού αρχείου.

Από το 1995 το αρχείο περιήλθε στον γιο του Μανόλη και από το 2012 στο Ίδρυμα Ωνάση στη Στέγη του οποίου φιλοξενούμαστε σήμερα. Ύστερα από όλες τις περιπέτειες που είχε το αρχείο του ποιητή με τα κατάλοιπά του ήρθε ο καιρός να δημοσιοποιηθεί πλήρως και να περάσει σε μια νέα περίοδο ανάγνωσης των περιεχομένων του, πιθανώς και σε μια τριαδική υπόσταση: Αρχείο - Βιβλιοθήκη - Μουσείο. Αυτό απόκειται πλέον στη διαχείριση που επιφυλάσσει το Ίδρυμα Ωνάση σε όσα άφησε ο ποιητής. Με την ελπίδα ότι ο «έμπρακτος εκδημοκρατισμός» θα γίνει τώρα πραγματικότητα.

 

* Ο Δημήτρης Δημηρούλης διδάσκει Ιστορία και Θεωρία της λογοτεχνίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

 

1 Ζακ Ντεριντά, Η Έννοια του Αρχείου, Αθήνα: Εκκρεμές, 1996, σ.17.

2 Βλ. αυτόθι, σ. 29.

3 Αυτόθι, σ. 37.

4 Αυτόθι, σ. 143, σημ. 1

Δείτε όλα τα σχόλια