Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Υπάκουη ιδιοτέλεια

Από τα μέσα της δεκαετίας του '70, την περίοδο της παντοκρατορίας των ηγεσιών των δύο παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας, όταν κάποιος ήθελε να είναι κριτικός προς την ηγεσία και...

Του Δημήτρη Σεβαστάκη

 

Από τα μέσα της δεκαετίας του '70, την περίοδο της παντοκρατορίας των ηγεσιών των δύο παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας, όταν κάποιος ήθελε να είναι κριτικός προς την ηγεσία και συγχρόνως κόλακας, έλεγε κάτι τέτοιο: «Είναι απαράδεκτο. Δεν προβάλλουμε το έργο μας». Κανένας δεν θιγόταν από την παρατήρηση, ούτε οι υπουργοί, ούτε ο αρχηγός, ούτε το κόμμα, αφού το μόνο που ενοχοποιούνταν ήταν η παραταξιακή σεμνότητα. Όλες οι φυλές πιστώνονταν το (υποτιθέμενο) μεγάλο έργο αλλά και την πολιτική σεμνοτυφία που δεν το διακήρυττε.

Την περίοδο εκείνη, ο αρχηγός μπορούσε να διαγράψει όσους ήθελε, να τσακίσει όποια φράξια θεωρούσε ότι τον υπέσκαπτε. Ποιος θα τολμούσε να πει στον πρεσβύτερο Καραμανλή ή τον Αντρέα ότι το έργο είναι άστοχο ή πανάκριβο; Ποιος θα τολμούσε να κοντράρει την εισήγηση του ηγέτη στο συνέδριο, την ομιλία του στην κατάμεστη πλατεία; Θυμάμαι μια τηλεοπτική μετάδοση όπου ο Ανδρέας μίλαγε και ένα άσπρο κεφάλι (στελέχους με γυρισμένη την πλάτη στην κάμερα) κατέφασκε υπερβολικά. Σχεδόν ξεπερνούσε την ομιλία. Ο αρχηγός ρωτούσε: «Τι ώρα είναι;» και το στέλεχος απαντούσε: «Ό,τι ώρα θέλετε, κύριε πρόεδρε». Το ανέκδοτο εικονογραφούσε όχι μόνο το υπερβολικά αφοσιωμένο στέλεχος, αλλά ιεραρχούσε την περιφρονητέα λειτουργία του αυλικού.

Η συγκεντρωτική δύναμη του κομματικού μηχανισμού οφειλόταν και στα τεράστια ποσοστά των τότε κομμάτων και στη μακροημέρευσή τους στην εξουσία - άρα τη μακροημέρευση και ωφέλεια του οπαδού: δουλίτσες, χωσίματα, νομιμοποιήσεις, εξυπηρετήσεις, αυξησούλες, δανειάκια, συγγενολόι, όλα πίσω από την επιμελημένη αφοσίωση. «Αυλικοί όλων των χωρών, ενωθείτε» στη διεθνιστική του εκδοχή, ή στην ντόπια: «Κι αυτή η νίκη είναι του λαού», ήτοι νίκη των «πορτιέρηδων» των υπουργείων, των φρουρών όλων των υπάκουων ιδιοτελειών.

Η απίστευτη ιστορία με τα αγύριστα τεράστια δάνεια των δύο κομμάτων αποκαλύπτει όχι μόνο τη μεταφυσική ισχύ του κομματικού οργανισμού, αλλά την ιδιάζουσα υπακοή ενός πολυπλόκαμου συστήματος σε αυτά. Υπακοή ευρύτατων μαζών, εκτός φυσικά από την αμοιβαία ομηρεία κομματικών στελεχών με τραπεζικά στελέχη.

Βεβαίως, τα κόμματα ως θεμελιώδες συνεκτικό στοιχείο τους είχαν την εξουσία - πράγμα που εξακολουθεί να ισχύει στις μέρες μας, χωρίς όμως πλέον να υπάρχει αυτή η πειθαρχική εσωτερική δύναμη που δένει. Η δύναμη των κομμάτων χάνεται στη γενική απειθαρχία του κόσμου, στην απιστία του, στην αίσθηση ότι το σάπιο σύστημα δουλεύει μόνο για να αποκλειστεί ο ίδιος ο πολίτης. Χάνεται και στη δύναμη της τσιμεντένιας γραφειοκρατίας που ελέγχει την πραγματικότητα.

Το έχω ξαναγράψει ότι η Ν.Δ. είναι επάγγελμα. Ανελίσσεται κανείς γρήγορα, έχει απίστευτες άκρες, στο τέλος καταλήγει σε ένα μοντέλο διοικητικοπολιτικής μονοκαλλιέργειας. Γιατί; Διότι η Ν.Δ. έχει διαμορφωθεί κατ' εικόνα και σε πλήρη ταύτιση με τις λαϊκές ορμές (επ' ουδενί ταύτιση με τις ποιοτικές συλλογικές επιθυμίες). Πίσω από την αυστηρόμορφη προσήλωση στην τάξη, στην ασφάλεια, κρύβεται ο πιο αυτοσχεδιαστικός λαϊκισμός. Μια Δεξιά που είναι Αναρχοδεξιά.

Το ενδιαφέρον είναι ότι σε αυτό το πολιτικό τοπίο, με αυτά τα χαρακτηριστικά, φυτεύτηκε ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος μάλιστα δεν πληροί κανένα παραδοσιακό κριτήριο. Ούτε συμπαγής μάζα για να βρει κανείς δουλίτσες, ούτε συγκεντρωτική δομή, ούτε οργανωμένη γείωση στον κόσμο, ούτε ομοιογενές και ενιαίο κοινό. Κάτι εύπλαστο, προϊόν ενός ιδιότυπου εκλεκτικισμού. Γι' αυτό οι μετρήσεις της κοινής γνώμης είναι προβληματικές. Γιατί το φαινόμενο προς μέτρηση είναι αντιφατικό, πρωτότυπο και ικανό για το καλύτερο και το αντίθετό του.

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια