Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

H παρέμβαση του Αλτουσέρ στην αναγνώριση της ψυχαναλυτικής θεωρίας

Με την εμφατική καταγγελία της κρίσης του Μαρξισμού στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ο Αλτουσέρ ξεκινά μια γενναία προσπάθεια. Με μια καθοριστική θεωρητική παρέμβαση θα καταδείξει τη θεωρητική στασιμότητα στην οποία είχε περιέλθει ο μαρξισμός , την ισχνή πλέον δυνατότητά του να αναπαράγεται ως ιδεολογία των μαζών και την αδυναμία του να συγχωνευτεί με το εργατικό κίνημα όπως αυτό εξελισσόταν. Με το έργο Θέσεις (1964-1975) και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο «Φρόυντ και Λακάν», με περίσσια τόλμη θα αντιπαρατεθεί σε ένα περιβάλλον εχθρικό που έφτασε να θεωρεί την ψυχανάλυση «αντιδραστική ιδεολογία» και παράλληλα επέτρεπε στο εσωτερικό του τη σύγχυση και τον υποβιβασμό των ανακαλύψεων του Φρόυντ. Κύριο μέλημα του Αλτουσέρ σε αυτό το κείμενο είναι να καταδείξει με σαφή και αναλυτικό τρόπο την ύπαρξη της ψυχανάλυσης ως επιστήμης με προσδιορισμένο αντικείμενο, να κάνει κατανοητή την επαναστατική ανακάλυψη του Φρόυντ και να αποκαλύψει το πραγματικό νόημά της για την κατανόηση της «δομής της άγνοιας».

Ο Αλτουσέρ αποφαίνεται επίσης ότι η πολύ σημαντική αυτή ανακάλυψη υποβιβάστηκε σε άλλες επιστήμες, ξένες προς αυτήν, και υπέστη εκπληκτική ιδεολογική εκμετάλλευση. «Ο Δυτικός ορθολογισμός», τονίζει με έμφαση, «νομικός, θρησκευτικός, ηθικός, πολιτικός και παραεπιστημονικός, πράγματι αρνείται να συγκατανεύσει μετά από χρόνων παραγνώριση, περιφρόνηση και ύβρεις –μέσα που παραμένουν άλλωστε πάντοτε σε διαρκή διαθεσιμότητα– στη σύναψη ενός συμβολαίου ειρηνικής συνύπαρξης με την ψυχανάλυση, παρά μόνο υπό τον όρο ότι θα την προσαρτήσει στις δικές του επιστήμες ή τους δικούς του μύθους: στην ψυχολογία, είτε είναι μπιχεβιοριστηκή (Νταλμπιέζ) είτε φαινομενολογική (Μερλώ-Ποντύ) είτε υπαρξιστική (Σαρτρ), στη βιονευρολογία, λίγο πολύ τζακσονική (Έι), στην “κοινωνιολογία” τύπου “πολιτισμικού” ή “ανθρωπολογικού” (κυριαρχεί στις ΗΠΑ: Καρντινερ, Μ. Μηντ κ.τ.λ.) και στη φιλοσοφία (πρβλ. την “υπαρξιακή ψυχανάλυση” του Σαρτρ, την “ανάλυση του είναι-εδώ” του Μπισβάνγκερ κ.λπ.)».1 Ψέγει όμως παράλληλα και τους ίδιους τους ψυχαναλυτές, που, στο βωμό της αναγνώρισής τους ως ισότιμων μελών της μεγάλης οικογένειας των επιστημών της ιατρικής και της φιλοσοφίας, συμβιβάζονται με δανεικά αντικείμενα των άλλων επιστημών και δεν διεκδικούν το ιδιαίτερο αντικείμενο της δικής τους επιστήμης.

 

Αλτουσέρ και Φρόυντ

Επιδιώκοντας να αποδείξει πως ο Δυτικός ορθολογισμός υπήρξε πραγματικά ο μόνιμος αρνητής της αποδοχής της ψυχανάλυσης ως επιστήμης με συγκεκριμένο αντικείμενο, ο Αλτουσέρ θα ξεκινήσει καταγγέλλοντας την εθελημένη διαστρέβλωση των ανακαλύψεων του Φρόυντ. Χωρίς καμιά βοήθεια κληρονομημένη από οποιονδήποτε πρόγονο και δανειζόμενος έννοιες από τις υπάρχουσες επιστήμες του καιρού του, ο Φρόυντ κατάφερε να χτίσει μια νέα επιστήμη, την επιστήμη του ασυνείδητου. Οι αντίπαλοί του αντέδρασαν λυσσαλέα, όπως αντιδρούν αυτοί που απειλούνται οι ισορροπίες και οι ανέσεις τους από την εμφάνιση μιας ιδιότυπης επιστήμης. Οι εδραιωμένοι επιστημονικοί κύκλοι, στην ανάγκη τους να συνυπάρξουν ειρηνικά με τη νέα ανακάλυψη που κλόνιζε τα θεμέλιά παραβιάζοντας τα παραδεδεγμένα όριά τους, προσπάθησαν να την προσαρτήσουν στις δικές του υπάρχουσες επιστήμες. Σε μια προσπάθεια να παρουσιάσουν την νέα επιστήμη αδύναμη να διεκδικήσει το ιδιαίτερο αντικείμενό της, οι καθιερωμένοι επιστημονικοί κλάδοι περιόρισαν την ερευνητική της διάσταση μέσα στα στενά πλαίσια των υπαρχουσών επιστημών.

Σε αυτή την ατέρμονη προσπάθεια ιδεολογικής εκμετάλλευσης οι ίδιοι οι μαρξιστές υπήρξαν συνένοχοι και θύματα. Αρχικά, θεωρώντας την ψυχανάλυση ως είδος αντιδραστικής αστικής ιδεολογίας, υποτίμησαν τη θεωρία του Φρόυντ για το ασυνείδητο και τους νόμους που το διέπουν και όρισαν το υποκείμενο ως δεδομένο, φορέα μιας ιστορικής νομοτέλειας που τελικά θα καταφέρει να αναγνωρίσει τα προφανή ταξικά του συμφέροντα. Δίνοντας όμως έμφαση στη φροϋδική θεωρία της λίμπιντο και των ορμών και απλουστεύοντας τη συνθετότητα της σκέψης του Φρόυντ, μαρξιστές στοχαστές όπως ο Μαρκούζε και ο Ράιχ δεν κατάφεραν παρά να διαστρεβλώσουν τα όσα είχε αυτός ανακαλύψει. Έδρασαν επιλεκτικά και κατέληξαν σε μεροληπτικά συμπεράσματα και απλοϊκά σχήματα που εμπεριείχαν ακόμα και τη δυνατότητα υπέρβασης των νευρώσεων, των ψυχοκοινωνικών προβλημάτων. «Η απλοϊκή ανάλυση του Ράιχ βασίζεται εντέλει στη θεωρία της οργόνης. Η καταπίεση της οργόνης, μιας ζωικής ενέργειας που συνδέεται με τον οργασμό και την οργαστική ικανότητα, εξηγεί όλα τα προσωπικά προβλήματα και τα κοινωνικά δεινά. Επιπλέον, αυτή η ζωτική ενέργεια αναλύεται με βάση μια αποκλειστικά ετεροσεξουαλική εστίαση στην αρμονική, υποτίθεται, γενετήσια φύση, που αδιαφορεί πλήρως για τις μερικές ενορμήσεις και την πολύμορφα διαστροφική βάση της ανθρώπινης σεξουαλικότητας. Σαν να μην ήταν αυτά αρκετά αφελή από μόνα τους, ο Ράιχ διεύρυνε την εννοιολόγηση της οργόνης με έναν μεταμυστικιστικό, ολοποιητικό τρόπο: την ερμήνευσε ως μια Πρωταρχική Κοσμική Ενέργεια, η οποία είναι πανταχού παρούσα και μπορεί να “καταδειχτεί” οπτικά, θερμικά, ηλεκτροσκοπικά και με μετρητές Γκαίγκερ - Μίλερ»2. Μαρκούζε και Ράιχ απορρίπτουν τη δυαδικότητα των ενορμήσεων, ιδιαίτερα τη φροϋδική έννοια της ενόρμησης του θανάτου, και αποσυνδέουν το θετικό από το αρνητικό.

Η μη επαλήθευση των προσδοκιών για χειραφέτηση της εργατικής τάξης προκάλεσε την κρίση του Μαρξισμού, αφού οι μάζες εξακολουθούσαν να δρουν κόντρα στα υποτιθέμενα ορθολογικά τους συμφέροντα. Ως επακόλουθο, έπρεπε να αναζητηθεί μια νέα προσέγγιση ώστε να επανακαθοριστεί η σημασία του ασυνείδητου, ο ρόλος του υποκειμένου στην δόμηση του κοινωνικού και η συνεχής διαλεκτική που υπάρχει ανάμεσα στο ατομικό και στο κοινωνικό. Για να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις της εποχής, τη δεκαετία του ’60, σε μια περίοδο έντονου αναβρασμού, ο Αλτουσέρ, έχοντας εντοπίσει τις αδυναμίες προσέγγισης και επίλυσης του προβλήματος, προτείνει την επαναφορά του θεωρητικού όπλου της επανεκκίνησης του Μαρξισμού – αυτή τη φορά όμως σε συνάρτηση με τις μεγάλες καινοτομίες της εποχής όπως η στρουκτουραλιστική θεωρία και η Λακανική ψυχανάλυση.

 

Ο Αλτουσέρ αναδεικνύει τη σημασία της λακανικής σκέψης και ανάλυσης

«Το άρθρο “Φρόιντ και Λακάν” εν έτει 1965 νομιμοποίησε το κομμουνιστικό ενδιαφέρον για το έργο του Λακάν» 3. Υποδεικνύει τον ανανεωμένο αυτό Μαρξισμό ως καθήκον προς εκτέλεση και αναλαμβάνει να υπερασπίσει το αντικείμενο της ψυχανάλυσης. Θεωρεί απαραίτητη τη συμβολή του λόγου του Λακάν, ο οποίος έχει προικίσει την ανακάλυψη του Φρόυντ με τις κατάλληλες έννοιες και έχει ορίσει με όση αυστηρότητα γίνεται το ασυνείδητο και τους νόμους του που εν τέλει αποτελούν και το αντικείμενο της ψυχανάλυσης. «Ιδωμένες από τη σκοπιά του Lacan, με ό,τι εκείνος αποκάλεσε “επιστροφή στον Freud”, οι κύριες ενοράσεις του Freud, αναδεικνύονται επιτέλους στην αληθινή τους διάσταση. Ο Lacan δεν συνέλαβε αυτή την επιστροφή στον Freud ως επιστροφή σε αυτά που είπε ο Freud , αλλά ως επιστροφή στον πυρήνα της φροϋδικής επανάστασης, την οποία ουτε καν ο ίδιος ο Freud δεν συνειδητοποίησε πλήρως»4. Το πάθος του λακανικού λόγου αναδεικνύει αυτές τις μακροχρόνιες αντανακλάσεις που λαμβάνουν χώρα μέσα στο ενήλικο άτομο κατά τη διάρκεια της καταπληκτικής περιπέτειας της ζωής του. Όλες αυτές τις αντανακλάσεις του ανθρώπινου γίγνεσθαι που καταγράφονται στα πιο κρυφά αλλά και στα πιο φανερά μέρη του εαυτού του. Η ψυχανάλυση λοιπόν, υπερθεματίζει ο Αλτουσέρ, ασχολείται με τον πόλεμο που μαίνεται μέσα μας στην αναγκαστική πορεία που από θηλαστικά έμβρυα μας μεταβάλλει σε υποκείμενα. «Τον μοναδικό πόλεμο δίχως μνήμες και δίχως μνημεία, που η ανθρωπότητα καμώνεται ότι ποτέ δεν κήρυξε, αυτόν τον πόλεμο που νομίζει ότι έχει κερδίσει εκ των προτέρων» 5.

Η απόπειρα κατανόησης αυτού του πολέμου θα ήταν αδύνατη –παραδέχεται και ο Λακάν- χωρίς την αρωγή της νέας επιστήμης της γλωσσολογίας. Ο Φρόυντ είχε ήδη πει πως όλα εξαρτώνται από τον Λόγο. Τα πολύ ενδιαφέροντα πορίσματα του Σωσσύρ συνέβαλλαν δικαιωματικά στην κατανόηση της διαδικασίας της ομιλίας του ασυνείδητου και του προφορικού λόγου. Στη συνέχεια, «Ο Lacan ξεκίνησε την “επιστροφή στον Freud” με τη γλωσσολογική ανάγνωση ολόκληρου του ψυχαναλυτικού οικοδομήματος, η οποία συνοψίζεται σε μια μοναδική φράση, που είναι ίσως και η πιο γνωστή του: «Το ασυνείδητο είναι δομημένο σαν γλώσσα»». 6 Διέγνωσε δύο από τις ουσιώδης μορφές που μας διδάσκει η γλωσσολογία: τη μετωνυμία και τη μεταφορά και τη λειτουργία τους στη μετατροπή του συμπτώματος σε πολλαπλά σημαίνοντα, εγγεγραμμένα στην αλυσίδα ενός υποσυνείδητου λόγου που ενυπάρχει ντουμπλάροντας σιωπηλά την αλυσίδα της προφορικής ομιλίας του ανθρώπινου υποκειμένου. «Η διαδεδομένη αντίληψη για το ασυνείδητο είναι ότι αποτελεί το πεδίο ανορθολογικών ενορμήσεων, κάτι που αντιτίθεται στον ορθολογικό συνειδητό εαυτό. Για τον Lacan, αυτή η πρόσληψη του ασυνείδητου ανήκει στη ρομαντική παράδοση της Lebensphilosophie (φιλοσοφία της ζωής) και δεν έχει καμία σχέση με τον Freud. Το φροϋδικό ασυνείδητο προκάλεσε τέτοιο σκάνδαλο όχι εξαιτίας του ισχυρισμού ότι ο ορθολογικός εαυτός υπόκειται στο πολύ ευρύτερο φάσμα των ανορθολογικών τυφλών ενστίκτων, αλλά επειδή κατέδειξε τον τρόπο με τον οποίο το ασυνείδητο υπακούει σε μια δική του γραμματική λογική: το ασυνείδητο σκέπτεται και ομιλεί. Το ασυνείδητο δεν είναι το καταφύγιο των ατίθασων ενορμήσεων, που πρέπει να δαμάσει το εγώ, αλλά ο τρόπος όπου παίρνει τον λόγο μια τραυματική αλήθεια. Εκεί στηρίζεται η λακανική εκδοχή της φροϋδικής ρήσης Wo es war, soll ich warden (Εκεί όπου ήταν το αυτό, εκεί πρέπει να υπάρξει το εγώ), δηλαδή, όχι: “Το εγώ θα κατακτήσει το αυτό”, τον τρόπο των συνειδητών ενορμήσεων, αλλά “Πρέπει να τολμήσω να πλησιάσω τον τόπο όπου βρίσκεται η αλήθεια μου”. Αυτό που με περιμένει “εκεί” δεν είναι κάποια βαθειά Αλήθεια με την οποία οφείλω να ταυτιστώ, αλλά μια αφόρητη αλήθεια με την οποία πρέπει να μάθω να ζω» 7.

Όμως ο Λακάν δεν σταμάτησε εκεί, γιατί γνώριζε ότι η προτεραιότητα του λόγου, που αποτελεί το μόνο αντικείμενο, την πρώτη ύλη της αναλυτικής πρακτικής, πρέπει (αφού υπάρχει πραγματική επιστήμη) να θεμελιώνεται στη θεωρία του αντικειμένου της. Λέει χαρακτηριστικά: «Η ψυχανάλυση, οφείλω να το υπενθυμίσω εκ προοιμίου, είναι ένας κλάδος που εντός του συνόλου των επιστημών εμφανίζεται να έχει μια θέση πραγματικά ιδιαίτερη. Λέγεται συχνά ότι δεν είναι επιστήμη στην κυριολεξία, πράγμα που φαίνεται να συνεπάγεται ότι αντίθετα είναι απλούστατα μια τέχνη. Αυτό είναι σφάλμα αν με αυτό εννοείται ότι είναι μια τεχνική, μια μέθοδος λειτουργική, ένα σύνολο συνταγών. Δεν είναι όμως σφάλμα εφόσον χρησιμοποιούμε τη λέξη τέχνη με την έννοια που την χρησιμοποιούσαν στον Μεσαίωνα όταν μιλούσαν για τις ελεύθερες τέχνες – γνωρίζετε τη σειρά που πηγαίνει από την αστρονομία στη διαλεκτική περνώντας από την αριθμητική, τη γεωμετρία, τη μουσική και τη γραμματική. Είναι ασφαλώς δύσκολο για εμάς να εκτιμήσουμε τη λειτουργία και την εμβέλεια στη ζωή και τη σκέψη των δασκάλων του Μεσαίωνα αυτών των λεγόμενων ελευθέριων τεχνών. Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι αυτό που τις χαρακτηρίζει και τις διακρίνει από τις επιστήμες που βγήκαν από τον κύκλο τους είναι ότι διατηρούν σε πρώτο πλάνο αυτό που μπορούμε να αποκαλέσουμε θεμελιώδη σχέση με το ανθρώπινο μέτρο. Ε, λοιπόν, η ψυχανάλυση είναι σήμερα ίσως ο μόνος κλάδος που μπορεί να συγκριθεί με αυτές τις ελευθέριες τέχνες καθώς διατηρεί κάτι από αυτή τη σχέση αναμέτρησης του ανθρώπου με τον εαυτό του – σχέση εσωτερική, κλειστή στον εαυτό της, ανεξάντλητη, κυκλική, που κατεξοχήν συνεπάγεται τη χρήση της γλώσσας. Γι’ αυτό η ψυχαναλυτική εμπειρία δεν αντικειμενοποιείται πειστικά. Ενέχει πάντοτε στο κέντρο της την ανάδυση μιας αλήθειας που δεν μπορεί να ειπωθεί αφού αυτό που την συγκροτεί είναι ο ίδιος ο λόγος, και θα έπρεπε κατά κάποιον τρόπο να πει κανείς τον ίδιο τον λόγο, αυτό που στην κυριολεξία είναι εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί σαν λόγος».8

Άλλωστε και ο ίδιος ο Φρόυντ έλεγε συνεχώς ότι όσο γόνιμες και αν είναι σε μια επιστήμη η αναλυτική πρακτική και η αναλυτική τεχνική, δεν θα μπορέσουν ποτέ να αποτελέσουν επιστημονικές πρακτικές παρά μόνο αν είναι θεμελιωμένες με σαφήνεια και αυστηρότητα πάνω σε μια θεωρία. Με βάση τα παραπάνω, ο Λακάν έδειξε ότι το πέρασμα από τη βιολογική στην ανθρώπινη ύπαρξη πραγματοποιείται κάτω από τον νόμο της τάξης που ο Αλτουσέρ ονομάζει νόμο του πολιτισμού και ο νόμος αυτός συγχέεται στην τυπική του ουσία με την τάξη του λόγου. Με τον προσδιορισμό της θεραπείας από τον λόγο, λόγο παλινδρομικό «που υποδεικνύεται από τα λεγόμενα του ενήλικου ατόμου ή του παιδιού σε κατάσταση θεραπείας προσδιορίζεται, επισημαίνεται, εντοπίζεται με τη σειρά του μέσω των νόμων του λόγου, στους οποίους εδράζεται και απολήγει ολόκληρη η ανθρώπινη τάξη, επομένως κάθε ανθρώπινος ρόλος. Και έπειτα, με αυτόν τον προσδιορισμό της θεραπείας από τον λόγο, διαφαίνεται η επίκαιρη και διαρκής παρουσία της απόλυτης δραστικότητας της τάξης μέσα στο ίδιο το πέρασμα του Νόμου του πολιτισμού στο ανθρώπινο γίγνεσθαι»9.

Αυτό το πέρασμα έχει δύο μεγάλες στιγμές: εκείνη του φανταστικού, τη στιγμή της δυικής προ-οιδιπόδειας σχέσης του παιδιού με τη μητέρα, όπου το παιδί δεν μπορεί να πάρει την αντικειμενικοποιό απόσταση του τρίτου, και τη στιγμή του Οιδίποδα που ο πατέρας παρεμβάλλεται παρείσακτος, ανακατώνει την οικονομία αυτή και σπάει τη γοητεία της δυικής σχέσης εισάγοντας το παιδί σε αυτό που ο Λακάν ονομάζει Συμβολική τάξη. Tο παιδί πλέον μπορεί να πει εγώ, εσύ, αυτός ή αυτή και επιτρέπεται να τοποθετηθεί ως ανθρώπινο παιδί στον κόσμο των ενηλίκων. Ο νόμος, η τάξη, παραμονεύουν πριν ακόμα από τη γέννηση και την πρώτη κραυγή του κάθε ανθρώπου και του προσδιορίζουν τον ρόλο του, τον αναγκαστικό του προορισμό. Ο ίδιος ο Νόμος του πολιτισμού, ο λόγος του Άλλου, του μεγάλου τρίτου προσώπου που είναι ο λόγος του ασυνείδητου, βρίσκεται σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη. Όλη η διαλεκτική του περάσματος είναι σημαδεμένη, στην πεμπτουσία της με την σφραγίδα της ανθρώπινης τάξης του Συμβολικού, του οποίου η γλωσσολογία μάς αποκαλύπτει τους τυπικούς νόμους. Ακολούθως, η ψυχαναλυτική θεωρία παίρνει σάρκα και οστά και δίνει τον ορισμό της τυπικής ουσίας του αντικειμένου της και μέσω των απαραίτητων αφαιρέσεων εφαρμόζεται στα συγκεκριμένα αντικείμενα. Αφαιρέσεων που είναι αναγκαίες κατά την αναλυτική πρακτική ώστε να δοθεί έμφαση στις εκάστοτε παραλλαγές όπως είναι τα ατομικά δράματα μέσα από τα οποία ο Νόμος του πολιτισμού επιβάλλεται σε κάθε υποψήφιο που άθελα του πρέπει, είναι εξαναγκασμένος, να εξανθρωπιστεί.

Είναι λοιπόν φανερό πως ο Λακάν διαφοροποιείται από το κύριο ρεύμα των ψυχαναλυτικών σχολών σκέψης, εισάγοντας με τη θεωρία του μια φιλοσοφική χροιά στην ψυχανάλυση. Σύμφωνα με αυτήν, η ψυχανάλυση δεν αποβλέπει στη θεραπεία των ψυχικών διαταραχών και την εναρμόνιση του ατόμου στις απαιτήσεις της κοινωνικής πραγματικότητας αλλά, αντιθέτως, φέρνει το άτομο αντιμέτωπο με την πιο ριζική διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης και του εξηγεί πώς αυτό που αποκαλούμε «πραγματικότητα» αυτοσυγκροτείται a priori. Κάθε ανθρώπινο ον έχει μια απωθημένη αλήθεια για τον εαυτό του και η ψυχανάλυση μπορεί να το διευκολύνει να την αποδεχτεί. Άρα, στόχος της ψυχαναλυτικής θεραπείας κατά τον λακανικό προσανατολισμό είναι να οδηγήσει τον ασθενή στην αναμέτρηση με τις στοιχειώδεις συντεταγμένες και τα αδιέξοδα της επιθυμίας του. Εδώ διαφοροποιείται από τις άλλες ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις που στοχεύουν στην ευδαιμονία, την επιτυχημένη κοινωνική ζωή και την προσωπική ολοκλήρωση του ασθενούς.

Ο Αλτουσέρ αναγνωρίζει τη συγκρουσιακή φύση της φροϋδικής θεωρίας και υπεραμύνεται της θεωρητικής σύζευξής της με αυτήν του Μαρξ αφού και οι δύο προκάλεσαν ισχυρές αντιδράσεις στο κατεστημένο της εποχής τους. Ο Μαρξ ήρθε σε ρήξη με την κυρίαρχη αστική ιδεολογία, ο Φρόυντ αντίστοιχα «άγγιξε πράγματι ένα εξαιρετικά ευαίσθητο σημείο της φιλοσοφικής, ψυχολογικής και ηθικής ιδεολογίας αμφισβητώντας με την ανακάλυψη του ασυνείδητου και των δρώντων αποτελεσμάτων του μια ορισμένη «φυσική» και «αυθόρμητη» εικόνα για τον «άνθρωπο» ως «υποκείμενο» η ενότητα του οποίου εξασφαλίζεται ή επισφραγίζεται με τη “συνείδηση”»10. Οι προσπάθειες αφομοίωσης και αναθεώρησης της ανακάλυψης του Φρόυντ από τους αντιπάλους του επιβεβαιώνουν τη σημασία της και η λακανική της επανανάγνωση βάζει τα θεμέλια ώστε να παραμένει και σήμερα επίκαιρη όσο ποτέ άλλοτε.

 

1 Λουί Αλτουσέρ, Θέσεις ( 1964-1975), μετ. Ξ. Γιαταγάνας, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1999, σελ.20

2 Γιάννης Σταυρακάκης, Η λακανική αριστερά: Ψυχανάλυση, θεωρία, πολιτική, εκδ.Σαββάλας, Aθήνα 2005, σελ. 54.

3 Γιάννης Σταυρακάκης, Η λακανική αριστερά: Ψυχανάλυση, θεωρία, πολιτική, εκδ. Σαββάλας, Aθήνα 2005, σελ 36, υποσ. 23

4 Slavoj Žižek , Λακάν, μετ. Δ. Καγιαλάρης-Κ. Παπαδάκης, επιμ. Δ. Βεργέτης-Α. Παρασκευουλάκου, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2009, σελ. 11

5 Λουί Αλτουσέρ, Θέσεις ( 1964-1975), μετ. Ξ. Γιαταγάνας, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1999, σελ. 24

6 Slavoj Žižek , Λακάν, μετ. Δ. Καγιαλάρης-Κ. Παπαδάκης, επιμ. Δ. Βεργέτης-Α. Παρασκευουλάκου, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2009, σελ. 12

7 Slavoj Žižek, Λακάν, μετ. Δ. Καγιαλάρης-Κ. Παπαδάκης, επιμ. Δ. Βεργέτης-Α. Παρασκευουλάκου, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2009, σελ. 12

8 Ζακ Λακάν, Ο ατομικός μύθος του νευρωτικού, εις. Ζ.Α. Μιλέρ, μετ. Ν. Λινάρδου- Μπλανσέ, εκδ. Εκκρεμές, Αθήνα 2015, σελ. 52.

9 Λουί Αλτουσέρ, Θέσεις ( 1964-1975), μετ. Ξ. Γιαταγάνας, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1999, σελ. 27

10 Για τον Μαρξ και τον Φρόυντ [Λ.Αλτουσέρ] http://anthostoukakou.blogspot. gr/2012/07/blog-post_406.html #more

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Η πραγματική επιδίωξη της Προανακριτικής

Στη Βουλή ξεκίνησε τις εργασίες της η Προανακριτική Επιτροπή η οποία θα διερευνήσει το αν υπήρξαν παρεμβάσεις του Δ. Παπαγγελλόπουλου στη Δικαιοσύνη προκειμένου να χειραγωγηθούν οι έρευνες για το σκάνδαλο Novartis.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο