Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Σκέψεις και προβληματισμοί με αφορμή τον απολογισμό του ΣΥΡΙΖΑ

Του Μάκη Σπαθή*

 

Το κείμενο απολογισμού του ΣΥΡΙΖΑ, που κατατέθηκε στην πρόσφατη Κεντρική Επιτροπή, έτυχε καθολικής αποδοχής και χαρακτηρίστηκε ως ένα από τα σημαντικότερα ντοκουμέντα του κόμματος μέχρι σήμερα. Τόσο το περιεχόμενό του όσο και η χρονική στιγμή κατά την οποία κατατέθηκε συνιστούν ένα σημείο καμπής ενόψει του επικείμενου συνεδρίου, διότι δημιουργούν τους όρους για μια ουσιαστική πολιτική, ιδεολογική και προγραμματική εμβάθυνση για την πορεία του στο εξής. Για την επάρκεια, την πληρότητά, το ύφος της γραφής ή τις όποιες παραλείψεις ειπώθηκαν αρκετά στην ΚΕ. Το κείμενο όμως αυτό, εκτός από σημαντικές επισημάνσεις για τα όσα έκανε ή δεν έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ κατά τα τελευταία επτά έτη, εμπεριέχει και ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο που πρέπει να επισημανθεί: τα ταυτοτικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ ως πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς στην παρούσα ιστορική στιγμή. Το κείμενο αυτό οφείλει να απαντήσει στο ερώτημα «τι είδους κόμμα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, τι θέση κατέχει στο φάσμα μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς», και απαντώντας σε αυτό να τολμήσει μία πρόβλεψη για το μέλλον αυτού του εγχειρήματος.

Μια τέτοια προσέγγιση, για να αποφύγει και μεθοδολογικά ατοπήματα, δεν επιτρέπεται να περιέχει αυτοαναφορές, όπως για παράδειγμα στο σημείο «το κόμμα της αριστεράς» με τα παραδοσιακά ιδεολογικά του χαρακτηριστικά και οραματικά του στοιχεία για κοινωνική ανατροπή, που έχουν κάποια αξία, δεν συνιστούν όμως καθαυτά αποδεικτικά στοιχεία. Αυτό που χαρακτηρίζει ένα πολιτικό υποκείμενο είναι οι πολιτικές που υλοποιεί εκπροσωπώντας κοινωνικές κατηγορίες και τα αιτήματά τους μέσα στις δοσμένες συνθήκες, όπου η επιτυχία τους ή η αποτυχία τους εξαρτάται από το συσχετισμό δυνάμεων και την ταξική αντιπαράθεση που διαπερνά το κοινωνικό σώμα. Για να κατανοήσουμε τα ταυτοτικά στοιχεία του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχουμε παρά να καταφύγουμε σε ιστορικά προηγούμενα, να ανιχνεύσουμε τις ομοιότητες με παρόμοια πολιτικά εγχειρήματα σε ανάλογες συνθήκες, με μια κοινή παραδοχή πάντοτε ότι πρόκειται για κόμματα και συλλογικά πολιτικά υποκείμενα που έλκουν την καταγωγή τους από τη μαρξιστική θεωρία και πράξη. Οι οικονομικές συνθήκες, οι κοινωνικές διεργασίες και τα πολιτικά γεγονότα κατά την τελευταία επταετία (ενός συμπυκνωμένου πολιτικού χρόνου) παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες και διαφορές με τα όσα διαδραματίστηκαν στη διάρκεια του 20ου αιώνα στη Δύση και ιδιαίτερα στην Ευρώπη. Πιο συγκεκριμένα, θα αναγνωρίσουμε αρκετές ομοιότητες με το Μεσοπόλεμο, αλλά και με την περίοδο των 30 χρόνων της χρυσής εποχής της Σοσιαλδημοκρατίας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και ιδιαίτερα τη δεκαετία του ΄70, όπου το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα έκανε την εμφάνιση του, μαζί με τους αντίστοιχους μετασχηματισμούς που επεφύλασσε στα κόμματα της Αριστεράς και όλων των εκδοχών της (Βλέπε το τελευταίο βιβλίο του Κ. Τσουκαλά «Ο ΑΟΡΑΤΟΣ ΛΕΒΙΑΘΑΝ»)

Σχετικά με το Μεσοπόλεμο σημειώνουμε την ταχύτητα με την οποία κινήθηκε η ιστορία. Εκτός από την εμπέδωση του σχίσματος μεταξύ της κομμουνιστικής και της σοσιαλδημοκρατικής εκδοχής ως απαντήσεις για τα κοινωνικά επίδικα, αυτό που κυριάρχησε ήταν η ανάδειξη του Ναζισμού ως το νέο πολιτικό υποκείμενο στον αντίποδα της φιλελεύθερης δημοκρατικής παράδοσης. Με σημαία την επίκληση του έθνους και της καθαρότητας της φυλής, ο Φασισμός ενοποίησε το κατακερματισμένο κοινωνικό σώμα των ανέργων, των κατεστραμμένων μεσαίων στρωμάτων και των μικροαστών, χωρίς αναφορές σε ταξικές αντιθέσεις και μέτωπο ενάντια στο καπιταλισμό.

Στην Ελλάδα, με την εμφάνιση της οικονομικής κρίσης και τη λιτότητα, σε συνδυασμό με τη χρεοκοπία του αστικού πολιτικού συστήματος, δημιουργήθηκαν σοβαρές προϋποθέσεις ανάδειξης του φασιστικού φαινομένου, όπως το βλέπουμε σε μία σειρά από ευρωπαϊκές χώρες. Εδώ όμως η παρέμβαση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν καταλυτική, διότι ήταν αυτό το πολιτικό υποκείμενο που δεν απέκρυψε την ταξικότητα των μέτρων που έπαιρναν τα αστικά κόμματα υπό τις υποδείξεις των δανειστών, ήταν το κόμμα που εξέφρασε πολιτικά τις κοινωνικές αντιθέσεις, και εκπροσώπησε τα λαϊκά στρώματα και τον κόσμο της εργασίας μαζί με σημαντικό κομμάτι των μεσαίων στρωμάτων. Παρά τις επίμονες φωνές να εμφανιστεί το πρόβλημα της Ελλάδας ως εθνικό ζήτημα έναντι των κακόβουλων ξένων στο πλαίσιο της «πάλης μεταξύ των εθνών», ο ΣΥΡΙΖΑ εκπροσώπησε ως Αριστερά μια νέα πολιτική δύναμη που διεκδικούσε τη λύση του κοινωνικού ζητήματος με όρους ταξικής μεροληψίας για την υπεράσπιση των θυμάτων της κρίσης. Τα όσα συνέβησαν από το 2012 μέχρι τις εκλογές, η στήριξη από το ΣΥΡΙΖΑ των κοινωνικών αντιστάσεων που αναπτύσσονταν τότε, η πολιτική του πρόταση για μια κυβέρνηση της Αριστεράς, καθώς και οι προγραμματικές του επεξεργασίες, είναι στοιχεία βάσει των οποίων δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει τον προσδιορισμό του ως κόμμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Τα πράγματα όμως αρχίζουν να θολώνουν και τα ερωτήματα που εγείρονται είναι απολύτως εύλογα για όσα ακολούθησαν την περίοδο μετά τις εκλογές του 2015, την ανάληψη κυβερνητικών ευθυνών και τους εμφανείς μετασχηματισμούς του λόγω θέσεων και πρακτικών που δε συνάδουν με τα χαρακτηριστικά ενός αριστερού κόμματος. Η περίοδος αυτή έχει το αντίστοιχό της με τα ιστορικά γεγονότα που διαδραματιστήκαν στην Ευρώπη μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Εκεί οι κατακτήσεις της πρώτης περιόδου, που ακολούθησαν την ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης Ευρώπης, η αλματώδης αύξηση του βιοτικού επιπέδου για όλους, η εμπέδωση του κοινωνικού κράτους, η υπεράσπιση των εργατικών δικαιωμάτων, και η θεμελίωση φιλελεύθερων θεσμών, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως επιχείρημα από επίδοξους αριστερούς μεταρρυθμιστές ότι μόνο μέσα από την κατοχή και διαχείριση του κρατικού μηχανισμού είναι δυνατόν να βελτιωθεί η θέση του κόσμου της εργασίας έναντι του κεφαλαίου. Αυτό θα αποτελούσε πειστικό επιχείρημα, αν οι εξελίξεις στη συνέχεια δεν κατέληγαν στη βίαιη μετάβαση και τη νεοφιλελεύθερη συναίνεση που ακολούθησε.

Από τα μέσα του ΄70, όμως, όταν έκλεισε ο κύκλος της ανάπτυξης και ο καπιταλισμός παγκοσμίως εισήλθε στην περίοδο της ύφεσης, η αύξηση της ανεργίας, η κατάρρευση των κρατικών επιχειρήσεων, τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα, και η παρακμή του φορντικού μοντέλου, οδήγησαν στην κατίσχυση του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος, δείχνοντας τα όρια της Σοσιαλδημοκρατίας. Η Αριστερά συνολικά υπέστη στρατηγική ήττα εξαιτίας της ανάγκης για καπιταλιστική αναδιάρθρωση, καθώς και της δραματικής μείωσης του κόστους εργασίας που στόχευε στη διατήρηση της κερδοφορίας των δυναμικών μερίδων του κεφαλαίου. Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που είχαν κυβερνητικές ευθύνες, και με αρχικό όραμα το μετασχηματισμό του αστικού κράτους από συλλογικό κεφαλαιοκράτη σε εργαλείο υπεράσπισης των λαϊκών αιτημάτων, μετατράπηκαν γρήγορα σε ρεαλιστές και υιοθέτησαν τις νεοφιλελεύθερες στρατηγικές με ιδεολογικά τεχνάσματα περί «τρίτου δρόμου για το σοσιαλισμό». Εισήλθαμε έτσι σε μία νέα περίοδο όπου αντί για τη συμμαχία μεταξύ διάφορων κοινωνικών στρωμάτων με στόχο ένα πλειοψηφικό ρεύμα-αντίπαλο στην αστική τάξη βρεθήκαμε μπροστά σε ένα κατακερματισμένο κοινωνικό σώμα όπου ο καθένας αναζητούσε ατομικές λύσεις ή απαντήσεις από [ακρο]δεξιά πολιτικά μορφώματα.

Στο σημείο αυτό τίθεται το αμείλικτο ερώτημα: είναι δυνατόν, και με ποιο τρόπο, η Αριστερά να αποφύγει την ενσωμάτωση στο νεοφιλελευθερισμό, όπως συνέβη με τη Σοσιαλδημοκρατία; Μπορεί να ζωντανέψει ξανά η μεγάλη ιστορική ιδέα για το βαθμιαίο μετασχηματισμό της καπιταλιστικής εξουσίας μέσω του κράτους σε μία κοινωνία ελευθερίας, ισότητας και δικαιοσύνης; Ακολουθώντας τη θεωρητική προσέγγιση του Αλτουσέρ, η απάντηση είναι κατ’ αρχάς αρνητική, διότι όταν ένα πολιτικό υποκείμενο, ακόμη και ένα επαναστατικό κόμμα με κομμουνιστικές αναφορές, αναλαμβάνει την κρατική διαχείριση με την αξιοποίηση της αστικής διαδικασίας, δηλαδή της καθολική ψηφοφορίας, εντάσσεται και αυτό στον πολιτικό ιδεολογικό μηχανισμό του αστικού κράτους. Υπηρετεί και αυτό την [ψευδ]αίσθηση που υπάρχει στο κοινωνικό σώμα ότι είναι δυνατόν μέσω του εκπροσώπων του στους θεσμούς του κράτους να υλοποιηθούν τα ιδιαίτερα ταξικά του συμφέροντα. Αν και δεν διαθέτουμε κανένα ιστορικό παράδειγμα που να αντικρούει μια τέτοια θεώρηση, η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ είχε αναπτερώσει τις ελπίδες ότι η Αριστερά θα μπορούσε να αποκτήσει τη χαμένη της αίγλη. Η περίοδος όμως της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, μέσα σε συνθήκες ακραία επιθετικού νεοφιλελευθερισμού, με τη στροφή προς το ρεαλισμό και την αναβολή της υλοποίησης των αριστερών προγραμμάτων που είχε διατυπώσει πριν από τις εκλογές του ’15, οδήγησαν τελικά στην ήττα και την παλινόρθωση της Δεξιάς. Μετά από προσπάθειες τεσσερισήμισι χρόνων τα μνημονιακά προγράμματα εξυπηρετήθηκαν, αλλά οι επιπτώσεις τους είναι πάντα εδώ. Σήμερα, μπορεί η προφανής αντίθεση μνημονιακών - αντιμνημονιακών πολιτικών, με το τέλος του μνημονιακού προγράμματος το 2018, να εμφανίζεται ότι έχει εκλείψει. Το γεγονός αυτό έχει καλλιεργήσει εντός του ΣΥΡΙΖΑ την άποψη ότι η αντίθεση Αριστεράς - Δεξιάς έχει οριστικά αναιρεθεί και ότι στις νέες συνθήκες είναι προτιμότερη, ως τακτική επιλογή επανόδου στα κυβερνητικά έδρανά, να υιοθετηθεί η αντίθεση προοδευτικής - συντηρητικής παράταξης. Η θεώρηση όμως αυτή είναι άκρως ανιστόρητη, διότι η συσπείρωση για την εκπροσώπηση ενός αντιδεξιού μετώπου είχε νόημα για κάποια χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση, ως απότοκο του «κράτους της Δεξιάς», και τερματίστηκε με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Τώρα, το κοινωνικό ζητούμενο δεν μπορεί να οργανωθεί στο πλαίσιο μίας τέτοιας εκδοχής. Οι νέοι που αναζητούν καταφύγιο στο εξωτερικό δεν μεταναστεύουν γιατί διώκονται από το κράτος της Δεξιάς, οι υπερχρεωμένοι μικρομεσαίοι μαγαζάτορες δεν πτώχευσαν γιατί έχασαν τη πελατεία τους ως αριστεροί, και οι ανασφάλιστοι εργαζόμενοι δεν εκβιάζονται από δεξιούς εργοδότες για τον ίδιο λόγο. Σήμερα, αντίπαλος είναι ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός της ΝΔ και του ΚΙΝΑΛ, με τη διαρκή λιτότητα για τα λαϊκά στρώματα, τα υπέρογκα δημοσιονομικά πλεονάσματα, που δεν αφήνουν καμία προοπτική ανάπτυξης και παραγωγής νέου πλούτου, την άνιση αναδιανομή, το άδικο φορολογικό σύστημα, τα κόκκινα δάνεια και τόσα άλλα. Η αντίθεση με αυτά θα μπορούσε να συγκροτήσει ένα αριστερό σχέδιο, ασυμβίβαστο με το καπιταλιστικό σύστημα.

Ο κίνδυνος να ενσωματωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ μέσω των κρατικών θεσμών και του πολιτικού ιδεολογικού μηχανισμού του κράτους, αν επιστρέψει στην κυβέρνηση, μπορεί να αποφευχθεί, αν διαθέτει σχέδιο και την πολιτική βούληση ρήξεων και τομών με τους αστικούς θεσμούς, που θα τυγχάνουν κοινωνικής αποδοχής και στήριξης. Κάτι τέτοιο θα συμβεί, αν μας εκπλήσσει καθημερινά με παρεμβάσεις του στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους (δικαιοσύνη, παιδεία, οικογένεια, στρατό, αστυνομία και εκκλησία), αν πολεμάει τη φοροδιαφυγή και το λαθρεμπόριο, αν αποσαρθρώνει την κρατική γραφειοκρατία, αν διευκολύνει την καθημερινότητα των πολιτών. Αν τελικά υλοποιεί ένα μακρύ κατάλογο από μέτρα και δράσεις που ενισχύουν τη θέση του κόσμου της εργασίας ενάντια στο κεφάλαιο στο πλαίσιο της αέναης ταξικής πάλης.

* Μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Όλες οι Ειδήσεις