Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το ξε-φόβισμα

  Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου - Σε αδρές γραμμές, το μήνυμα που προσπαθεί -επιτυχώς μέχρι στιγμής- να εκπέμψει η κυβέρνηση στα κατώτερα στρώματα είναι περίπου: «Δεν είμαστε αυτό που νομίζατε!». Έως τώρα αυτή η τακτική φαίνεται να έχει πετύχει ένα κοινωνικό σώμα σιωπηλό, σε κατάσταση ευμενούς ουδετερότητας. Κι έχει εξασφαλίσει να ακούγεται το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας σαν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο

Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου

Στο πεδίο της επικοινωνίας, στην κλίμακα 0-10, η κυβέρνηση της ΝΔ μέχρι στιγμής παίρνει σίγουρα αρκετά πάνω από τη βάση. Το πώς ακριβώς το πετυχαίνει αυτό είναι αρκετά περίπλοκο και υπερβαίνει κατά πολύ τις προσωπικές δεξιότητες του ίδιου του πρωθυπουργού και των κορυφαίων υπουργών του.

Προφανώς αυτή η επιτυχία σχετίζεται αρκετά με το γεγονός ότι ένας πολυάριθμος στρατός γνωστών δημοσιογράφων, πέραν αυτών που εκλέχθηκαν βουλευτές χάρη στην ικανότητά τους να κάνουν σαματά, έχουν συρρεύσει στο Μαξίμου και σε άλλες επιτελικές θέσεις, σε ρόλους συμβούλων, αξιοποιώντας και την επιρροή τους στα ΜΜΕ που άφησαν πίσω τους - και κυρίως στους δημοσιογράφους των οποίων ήταν προϊστάμενοι ή σε κάποια άλλη μορφή εξάρτησης.

Ακόμη μεγαλύτερο ρόλο παίζει, φυσικά, το ενημερωτικό μονοπώλιο που έχει διαμορφωθεί με φανατικά υποστηρικτική διάθεση έναντι της κυβέρνησης. Στον πυρήνα του, βέβαια, βρίσκεται ένα κανονικότατο μιντιακό μονοπώλιο που έχει συγκροτήσει ο Β. Μαρινάκης, με πάνω από δέκα ΜΜΕ όλου του φάσματος, τα οποία, ελλείψει άλλου ανταγωνισμού, ανταγωνίζονται μεταξύ τους στον ζήλο με τον οποίο θα υποστηριχθεί το κυβερνητικό έργο.

Στην επικοινωνιακή υπεροπλία της κυβέρνησης Μητσοτάκη πρέπει να προσθέσει κανείς και την εντυπωσιακή συσπείρωση και κινητοποίηση επιχειρηματικών ενώσεων και think tank της αγοράς, που έχουν γίνει ενθουσιώδεις χειροκροτητές των κυβερνητικών εξαγγελιών. Φυσικά, αυτό ήταν λογικό και αναμενόμενο για το κατεξοχήν αστικό και (νέο)φιλελεύθερο κόμμα - εκφραστή της οικονομικής ελίτ, αλλά είναι γνωστό ότι οι παραδοσιακές ταξικές σχέσεις της Ν.Δ. από ιδρύσεώς της κλονίστηκαν δυνατά στη διάρκεια των Μνημονίων, ιδιαίτερα με την κυβέρνηση Σαμαρά. Τα τραύματα επουλώνονται και διαμορφώνεται μια νέα αυτοπεποίθηση της επιχειρηματικής ελίτ για την ικανότητά της να απαιτεί, να υποβάλλει, να επιβάλλει. Άλλωστε, αυτό εκφράστηκε από την πρώτη στιγμή σχηματισμού της κυβέρνησης με την παρουσία σε καίριες θέσεις της ανθρώπων από κορυφαία επιχειρηματικά λόμπι.

Ωστόσο, θα αδικούσαμε την επικοινωνιακή στρατηγική της κυβέρνησης αν δεν επισημαίναμε ότι στο πρωθυπουργικό και στα υπουργικά γραφεία σχεδόν καθημερινά γίνεται παρέλαση μικρών, μεσαίων, μεγάλων επιχειρηματικών και επαγγελματικών ενώσεων. Κλειστές πόρτες δεν υπάρχουν, ανακοινώσεις βγαίνουν και για ψύλλου πήδημα, οι ενημερώσεις δημοσιογράφων είναι τακτικές κι όλο αυτό καταλήγει σε έναν επικοινωνιακό καταιγισμό «θετικού έργου» δίπλα στο οποίο εμφανίζονται ως περιθωριακό στοιχείο οι διαξιφισμοί με την αντιπολίτευση ή οι καχεκτικές κοινωνικές διαμαρτυρίες.

Ας υποθέσουμε ότι όλο αυτό είναι το καταστάλαγμα μιας επικοινωνιακής στρατηγικής που, όμως, δεν είναι κάτι παραπάνω φασαρία και θόρυβος για να συγκαλυφθεί ένα πολιτικό πρόγραμμα σκληρό, ταξικό, νεοφιλελεύθερο, αδίστακτο, κυνικό κ.λπ. κ.λπ. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι η κυβέρνηση του Κυρ. Μητσοτάκη δεν κάνει ιδιαίτερη προσπάθεια να συγκαλύψει κάτι. Ούτε τις ιδιωτικοποιήσεις, ούτε την κραυγαλέα στήριξη σε συγκεκριμένους επιχειρηματικούς ομίλους, όπως του Λάτση, ούτε τα μέτρα εργασιακής απορρύθμισης κατά παραγγελία του ΣΕΒ. Κάνει όμως κάτι πιο βαθύ και επικίνδυνο: κάνει μια επίθεση φιλίας και καθησυχασμού των στρωμάτων που προεκλογικά είχαν φοβηθεί από την προοπτική εφαρμογής ενός σαρωτικού, σκληρού, επιθετικού δεξιού προγράμματος.

Οι ήπιοι τόνοι του Κυρ. Μητσοτάκη, το μειλίχιο ύφος των υπουργών του που ως αντιπολίτευση μας είχαν συνηθίσει σε τηλεοπτικές εξαλλοσύνες και ξεκατινιάσματα, οι διακηρύξεις υπέρ της πλήρους απασχόλησης, της αύξησης των συντάξεων και της ταχύτερης απονομής τους, κατά της αδήλωτης εργασίας και της παραβατικότητας των εργοδοτών είναι, κατά κάποιον τρόπο, ένα «ξε-φόβισμα» των φοβισμένων προεκλογικά κοινωνικών ομάδων. Μια προσπάθεια προσεταιρισμού και εξασφάλισης της συμμαχίας ή της ανοχής τους σε βάθος χρόνου, και πάντως τουλάχιστον στον ορίζοντα της κυβερνητικής τετραετίας.

Σε αδρές γραμμές, το μήνυμα που προσπαθεί -επιτυχώς μέχρι στιγμής- να εκπέμψει η κυβέρνηση στα κατώτερα στρώματα είναι περίπου: «Δεν είμαστε αυτό που νομίζατε!». Έως τώρα αυτή η τακτική φαίνεται να περπατάει και να αποδίδει. Έχει τουλάχιστον πετύχει ένα κοινωνικό σώμα σιωπηλό, σε κατάσταση ευμενούς ουδετερότητας. Κι έχει εξασφαλίσει να ακούγεται το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας σαν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο.

Βεβαίως, είμαστε ακόμη στα μέλια και στ’ αποκαλόκαιρα. Αν μπούμε στον χειμώνα, πολλά μπορεί να αλλάξουν.

 

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Η ψήφος των αποδήμων

Από τις μεγαλόστομες διακηρύξεις του Τ. Θεοδωρικάκου για «το δικαίωμα της ψήφου των Ελλήνων σε όλη τη Γη» και τους πύρινους λόγους του Μητσοτάκη στην Αστόρια («το 2023 θα ψηφίσετε από τον τόπο διαμονής σας») μέχρι τις συνεχείς αναδιπλώσεις,

Δειτε ολοκληρο το αρθρο