Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Νέες μορφές ανισότητας παράγει η αδυναμία πρόσβασης στην τεχνολογία

Εκθεση του ΟΗΕ για τις συνθήκες διαβίωσης στον πλανήτη - Η έκθεση του UNDP εντοπίζει ότι "με την είσοδο της νέας δεκαετίας του 2020 κάποιες κοινωνικές παροχές γίνονται θεμελιώδεις και οι ανισότητες ως προς την πρόσβαση σ' αυτές αποτυπώνουν μια διαφορετική δυναμική στην πορεία για την επίτευξη βιώσιμων στόχων ανάπτυξης" - Επιβραδύνεται ο ρυθμός επίτευξης των 17 στόχων βιώσιμης ανάπτυξης με ορίζοντα το 2030

Ανασταλτικό παράγοντα για την επίτευξη των 17 στόχων για τη βιώσιμη ανάπτυξη με ορίζοντα το 2030 χαρακτηρίζει ο ΟΗΕ την εμφάνιση νέων μορφών ανισοτήτων, που πλέον επηρεάζουν καθοριστικά τον ρυθμό βελτίωσης, του μέσου όρου διαβίωσης ιδίως για τις φτωχότερες χώρες. Αυτό αποτυπώνεται στην τελευταία έκθεση του Αναπτυξιακού Προγράμματος του ΟΗΕ (UNDP) με γενικό τίτλο “Πέρα από το εισόδημα, τους μέσους όρους. Πέρα από το σήμερα: Οι ανισότητες στην ανθρώπινη ανάπτυξη το 21ο αιώνα”. Την ίδια ώρα ο ΟΗΕ επισημαίνει ότι, παρά τις προσπάθειες σύγκλισης στους 17 στόχους βιώσιμης ανάπτυξης, απομένουν πολλά να γίνουν σε παγκόσμιο επίπεδο και οι νέες μορφές ανισότητας επιβραδύνουν έτι περαιτέρω τον ρυθμό επίτευξης των 17 στόχων.

“Παρότι τον 21ο αιώνα έχει διαπιστωθεί μεγάλη πρόοδος στις συνθήκες επιβίωσης, καθώς μεγάλος αριθμός ανθρώπων έχουν ξεφύγει από τον κίνδυνο της πείνας, των ασθενειών, της φτώχειας, ενώ έχουν μειωθεί σημαντικά τα επίπεδα της παιδικής θνησιμότητας, ωστόσο οι ανισότητες παραμένουν, καθώς πολλοί άνθρωποι δεν έχουν πρόσβαση σε βασικά κοινωνικά αγαθά, πράγμα που επηρεάζει το προσδόκιμο επιβίωσης, την πρόσβασή τους στη γνώση ή τις τεχνολογίες που αλλάζουν τη ζωή του μέσου ανθρώπου” επισημαίνει στην τελευταία έκθεσή του το UNDP.

Μείωση της ακραίας φτώχειας

Συγκρίνοντας την πρόοδο μεταξύ των αναπτυσσόμενων και ανεπτυγμένων χωρών, η έκθεση εντοπίζει ότι ενώ το 1990 η ακραία φτώχεια αντιστοιχούσε στο 36% του παγκόσμιου πληθυσμού, το 2018 έπεσε στο 9%. Ειδικά στις αναπτυσσόμενες χώρες το 2000 οι άνθρωποι που ζούσαν σε καθεστώς ακραίας φτώχειας ήταν 2,1 δισεκατομμύρια και το 2015 ο αριθμός τους μειώθηκε σε 923 εκατομμύρια ανθρώπους, πράγμα που αποτυπώνει σχετική βελτίωση των όρων διαβίωσής τους. Με τα σημερινά στοιχεία, περί τα 600 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, ενώ με βάση τον πολυδιάστατο δείκτη μέτρησης της φτώχειας, στον οποίον συνυπολογίζονται το επίπεδο διαβίωσης του νοικοκυριού, αλλά και το επίπεδο διαβίωσης του ατόμου ως προς την πρόσβαση σε Υγεία, Παιδεία, όπως και το καθημερινό επίπεδο διαβίωσης ο αριθμός φτώχειας ανέρχεται σε 1,3 εκατ. ευρώ.

Επιμένει η παιδική θνησιμότητα

Συσχετίζοντας την πρόσβαση στις σχολικές υποδομές ως όρο για την πρόληψη και βελτίωση της υγείας των παιδιών με την παιδική θνησιμότητα, το UNDP επισημαίνει ότι “262 εκατομμύρια παιδιά δεν έχουν πρόσβαση στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, εκ των οποίων 5,4 εκατομμύρια παιδιά δεν κατορθώνουν να φτάσουν έως το πέμπτο έτος της ζωής τους”. “Παρά την αύξηση των εμβολιασμών και της ιατρικής θεραπείας των παιδιών, η παιδική θνησιμότητα παραμένει σε υψηλά επίπεδα, κυρίως στις φτωχότερες χώρες του κόσμου. Εν τω μεταξύ, το 20% των περισσότερο φτωχών που ζουν σε χώρες μεσαίο κατά κεφαλήν εισόδημα είναι αντιμέτωποι με τον ίδιο μέσο όρο παιδικής θνησιμότητας όπως σε χώρες με χαμηλό κατά κεφαλήν εισόδημα” τονίζει στην έκθεσή του το UNDP.

Να σημειωθεί ότι “περί το 42% των ανηλίκων που ζουν σε χώρες με χαμηλό επίπεδο διαβίωσης έχουν πρόσβαση σε Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση σε σύγκριση με το 92% των ανηλίκων που ζουν σε χώρες με πολύ υψηλό επίπεδο διαβίωσης”. Το UNDP εντοπίζει πάντως ότι “εν γένει υπάρχει χάσμα ως προς την πρόσβαση σε όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης”. Αρκεί να λάβουμε υπόψιν ότι “σε χώρες με χαμηλό επίπεδο διαβίωσης, μόλις το 3,2% των ανηλίκων έχουν πρόσβαση στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, ενώ στις ανεπτυγμένες χώρες το ποσοστό των ανηλίκων αντιστοιχεί στο 94%” επισημαίνει η έκθεση.

Τεχνολογία και ανισότητες

Θέτοντας ως νέα μορφή ανισότητας την πρόσβαση στην τεχνολογία, η έκθεση του UNDP εντοπίζει ότι “οι αναπτυσσόμενες χώρες καταγράφουν 67 συνδρομές κινητής τηλεφωνίας ανά 1.000 κατοίκους, ενώ στις αναπτυγμένες χώρες αυτή η αναλογία ανεβαίνει στις 500 συνδρομές ανά 1.000 κατοίκους, ενώ πρόσβαση στην ευρυζωνική σύνδεση έχουν μόλις 1% των κατοίκων των χωρών με χαμηλό εισόδημα σε σύγκριση με το 28% των κατοίκων που μένουν σε ανεπτυγμένες χώρες”.

“Με την είσοδο της νέας δεκαετίας του 2020, κάποιες κοινωνικές παροχές γίνονται θεμελιώδεις και οι ανισότητες ως προς την πρόσβαση σ' αυτές αποτυπώνουν μια διαφορετική δυναμική στην πορεία για την επίτευξη βιώσιμων στόχων ανάπτυξης. “Αυτή είναι η αιτία, που γεννά τις νέες μορφές ανισοτήτων” επισημαίνει στην έκθεσή του το UNDP. Εστιάζοντας το πεδίο των ανισοτήτων στο προσδόκιμο επιβίωσης από τη στιγμή της γέννησης, το ποσοστό πρόσβασης στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και στις συνδρομές σε εταιρείες κινητής τηλεφωνίας παρατηρείται ότι για τους ανθρώπους που βρίσκονταν στο κατώτατο επίπεδο διαβίωσης καταγράφεται “η μεγαλύτερη δυνατή πρόοδος ως προς την πρόσβαση σ' αυτά τα αγαθά”.

Ο προβληματισμός

“Αυτές οι δύο εξελίξεις έρχονται μαζί με δύο επιφυλάξεις” σημειώνει στην έκθεσή του το UNDP. “Η πρώτη επιφύλαξη αφορά το γεγονός ότι, παρά την πρόοδο, ο κόσμος δεν φαίνεται να βαδίζει ακόμη στον δρόμο για την εξάλειψη της ακραίας φτώχειας ως προς την πρόσβαση στην Υγεία και την εκπαίδευση με ορίζοντα το 2030. Έως τότε υπολογίζεται ότι 3 εκατομμύρια παιδιά ηλικίας κάτω 5 ετών θα πεθαίνουν κάθε χρόνο, ενώ ο στόχος για τη βιώσιμη ανάπτυξη ήταν στο να μειωθεί η παιδική θνησιμότητα στα 850.000 θανάτους. Επίσης, έως το 2030 εκτιμάται ότι 225 εκατομμύρια παιδιά θα είναι εκτός των σχολείων” υπογραμμίζει το UNDP.

“Η δεύτερη επιφύλαξη είναι ότι παρατηρούμε μεγάλο ρυθμό βελτίωσης στις αναπτυσσόμενες χώρες γιατί στις ανεπτυγμένες τα περιθώρια είναι στενά. Σε αντίθεση με τα προηγούμενα χρόνια, ο ρυθμός βελτίωσης του προσδόκιμου επιβίωσης για τις ηλικίες άνω 70 ετών είναι διπλάσιος στις ανεπτυγμένες χώρες σε σχέση με τις αναπτυσσόμενες για την περίοδο 1995 έως 2015” τονίζει το UNDP, υπογραμμίζοντας ότι “η αναλογία των ανήλικων που έχουν πρόσβαση στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση είναι τρεις φορές γρηγορότερη στις χώρες με υψηλό επίπεδο ανάπτυξης σε σχέση με τις χώρες που έχουν χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης και αντίστοιχα ο αριθμός των συνδρομών για πρόσβαση στην ευρυζωνικότητα είναι 15 φορές γρηγορότερη”.

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Όλες οι Ειδήσεις