Live τώρα    
19°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Ελαφρές νεφώσεις
19 °C
17.0°C19.6°C
2 BF 56%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Ελαφρές νεφώσεις
17 °C
15.8°C18.1°C
3 BF 66%
ΠΑΤΡΑ
Ελαφρές νεφώσεις
17 °C
17.0°C18.8°C
2 BF 61%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Σποραδικές νεφώσεις
18 °C
16.6°C18.6°C
4 BF 68%
ΛΑΡΙΣΑ
Ελαφρές νεφώσεις
18 °C
16.8°C17.9°C
0 BF 52%
Κριτική θεάτρου / «Το γάλα» του Βασίλη Κατσικονούρη στο Θέατρο Σταθμός
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Κριτική θεάτρου / «Το γάλα» του Βασίλη Κατσικονούρη στο Θέατρο Σταθμός

ΤΟ ΓΑΛΑ

Πολυπαιγμένο και πολυμεταφρασμένο, γραμμένο το 2003, «Το γάλα» του Βασίλη Κατσικονούρη, που έκανε διεθνή καριέρα, είναι ένα από τα καλύτερα και μεστότερα νεοελληνικά έργα. Πρωτοπαίχτηκε στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, επί προεδρίας του αείμνηστου Νίκου Κούρκουλου, σε σκηνοθεσία του Νίκου Μαστοράκη, την περίοδο 2005-2006, για να συνεχιστεί και την επόμενη περίοδο λόγω της πολύ μεγάλης επιτυχίας του.

Πρόκειται για ένα έργο-ηχηρό χαστούκι στον εφησυχασμό μας μπροστά σ’ αυτά που συμβαίνουν στη διπλανή μας πόρτα και στην πίσω αυλή, κυριολεκτικά, του σπιτιού μας. Ένα έργο ζωντανό και ασπαίρον, γραμμένο από έναν γνώστη της ανθρώπινης ψυχής που διψά για ελευθερία και τη στριμώχνει η ανάγκη. Ένα έργο που μας βλέπει κατάματα και πρέπει γι’ αυτό, με τη σειρά μας, να το δούμε εσώψυχα.

Επειδή το θέμα του δεν είναι μόνο οι «οικονομικοί μετανάστες», όπως αποκαλούν «κομψά» τα θύματά τους οι αδίστακτοι νεοκαπιταλιστές «Έμποροι των Εθνών» και τα τσιράκια τους, οι πολεμοκάπηλοι. Θέμα τους είμαστε -είτε το καταλαβαίνουμε είτε όχι- και όλοι εμείς, οι ντόπιοι λωτοφάγοι-μετανάστες της ίδιας μας της ζωής, που είναι πάντα «αλλού» και την αντικρίζουμε απαθείς, αδιάφοροι, να περνάει σαν ξένη, φαρμακωμένοι ως είμαστε από τις θανατηφόρες δόσεις λήθης που μας ποτίζουν οι επικυρίαρχοι μέσων, μέτρων και σταθμών. Το έργο είναι ως το μεδούλι του πολιτικό. Παρακολουθούμε την οδύσσεια τριών «ξένων» που είναι στην πραγματικότητα «δικοί» μας και μιας ντόπιας, Ελληνίδας, που είναι στην πραγματικότητα «ξένη» στο τοπίο που τη γέννησε. Ένα ταξίδι ανέφικτου νόστου σε χαμένες πατρίδες που η μνήμη δεν μπορεί να αναστήσει. Το ανθρώπινο τρίγωνο χωρίς την αγάπη δεν μπορεί να γίνει τετράγωνο. Η στοργή της καλής μάνας δεν φτάνει μόνη της για να εξισορροπήσει τις αντίρροπες δυνάμεις που γεννιούνται ανάμεσα στους δύο γιους της, τον «ρεαλιστή» Αντώνη, που επιδιώκει την ένταξή του σε μια νέα πατρίδα «δι’ επιγαμίας», και τον χαμένο σε εμβρυακά όνειρα, δέσμιο ακόμη στον μητρικό μαστό Λευτέρη. Η απουσία μιας πατρικής μορφής είναι εμφαντική. Το τέταρτο πρόσωπο, η Ελληνίδα αρραβωνιαστικιά του Αντώνη, η Νατάσα, δεν μπορεί να γίνει οδηγός εξόδου από τον λαβύρινθο επειδή δεν είναι η ίδια ελεύθερη και επιχειρεί να δραπετεύσει από τον ασφυκτικό κλοιό της επαρχιακής πατριαρχικής οικογένειας μέσα από τον γάμο της με έναν «ξένο», που της φαίνεται οικείος λόγω της δικής του εξορίας.

Προσπάθησα με λίγα λόγια να δώσω το εσωτερικό περίγραμμα του έργου. Πρόκειται εντέλει για ένα σπαρακτικό ψυχόδραμα που αγγίζει τα όρια της τραγωδίας.

Η παράσταση στο Θέατρο Σταθμός, σε σκηνοθεσία Ερμίνας Κυριαζή και Μάνου Καρατζογιάννη, επιλέγει βάσιμα να ακολουθήσει τους υπόγειους δρόμους. Όχι το εξωτερικό περίβλημα του έργου, αλλά τη μέσα διαδρομή του ταξιδιού των ηρώων, φωτίζοντας τα έρημα από αγάπη τοπία της. Οι δουλεμένες ως την παραμικρή λεπτομέρεια υποκριτικές επικοινωνούν μεταξύ τους. Ο Μ. Καρατζογιάνης, στον καλύτερο ρόλο του μέχρι σήμερα, χτίζει αδρά, ψηφίδα με ψηφίδα, με τον λόγο και με την κίνηση τον χαμένο σε όνειρα, αλλά ζηλωτή της ζωής Λευτέρη. Ο Δημήτρης Πασσάς δίνει καίρια με πλατιές πινελιές το πρόσωπο του «πραγματιστή» της ζωής, αλλά αρνητή του ονείρου Αντώνη. Η Στέλλα Γκίκα πλάθει έξοχα τη μάνα Ρήνα με όλες τις πτυχές της, σαν μια καρτερική, προστατευτική, αλλά συγχρόνως παγιδευτική αγκαλιά για τα παιδιά της. Η Ελένη Σακκά σαν «αρραβωνιαστικιά» του Αντώνη χρωματίζει ζωηρά το «μοντέρνο» αλλά και αναγκεμένο μαζί κορίτσι της αντιφατικής εποχής μας. Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Άγγελου Αγγελή δίνουν με τα μουντά τους χρώματα το στίγμα της χαμοζωής των ηρώων. Οι φωτισμοί του Άγγελου Παπαδόπουλου και η μουσική του Νεόφυτου Νεοφυτίδη στηρίζουν το σκοτεινό, αλλά όχι ζοφερό κλίμα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL