Στους μονόλογους της «Τέταρτης διάστασης» ο Γιάννης Ρίτσος φαινομενικά μοιάζει να απομακρύνεται από τα κείμενα των αρχαίων τραγικών ποιητών που στάθηκαν πηγή έμπνευσής του. Στην πραγματικότητα, είναι πάρα πολύ κοντά στο πνεύμα τους. Ο Γ. Ρίτσος, εκτός από μεγάλος, παγκόσμιος ποιητής, είναι επίσης ένας χαρισματικός αναγνώστης όλης της αρχαιοελληνικής γραμματείας, ειδικά της τραγικής ποίησης. Ξέρει ότι η αρχαιοελληνική τραγωδία δεν φύεται στο έδαφος της ανάγκης, όπως πολλοί πιστεύουν, αλλά, αντιθέτως, σε εκείνο της ελευθερίας του ανθρώπου.
«Η Ελένη» του Ρίτσου είναι ένα πλάσμα υβριδικό, με την έμφυτη γοητεία της διττής του φύσης. Από τη μια μεριά είναι η άπιστη Ελένη της «Ιλιάδας» του Ομήρου, που από το πιο ψηλό σημείο του κάστρου του Ιλίου και στο ψηλότερο σκαλί της ομορφιάς και της δόξας της, μια προσωποποίηση του Έρωτα-Έριδας, παρακολουθεί την ανθρωποσφαγή που γίνεται για χάρη της κάτω στην πεδιάδα. Είναι όμως μαζί και η «Ελένη» του Ευριπίδη, που δεν πάτησε ποτέ στην Τροία, επειδή όλα ήταν ένα τέχνασμα των θεών: στην Τροία πήγε μονάχα το ομοίωμά της από αιθέρα με το οποίο πλάγιαζε ο Πάρις. Και η ανθρωποσφαγή έγινε «για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη» κατά τον δύσπιστο ποιητή.
Η «Ελένη» του Ευριπίδη ανταποκρίνεται σε όλα όσα ο μύθος τής καταλογίζει με το αινιγματικό χαμόγελο μιας αρχαϊκής κόρης, το ίδιο το αμάραντο και μυστικό ρόδο της αιώνιας χάρης και γοητείας της. Κάτι που ο Γ. Ρίτσος είδε και τόνισε στη δική του «Ελένη»: μια «νύμφη ανύμφευτη», αγέραστη, άφθαρτη και ανέγγιχτη, όπως δεν γερνά ούτε φθείρεται ούτε χάνεται ποτέ η ψυχή του ανθρώπου, που είναι ποιόν, όχι ποσόν.
Αυτή τη δισυπόστατη Ελένη παρακολουθούμε καθώς διαβαίνει το κατώφλι της άλλης ζωής, με ανέπαφη όλη την περιούσια λαμπερή ομορφιά της, να συνομιλεί με τον περασμένο βίο της, με τη μυθική της αύρα, με τον ίδιο της τον θάνατο, σαν μέσα σε όνειρο. Με ελάχιστες κινήσεις, ρίχνοντας μια αχνή σκιά στο κάτοπτρο της νιότης της και αναπολώντας τη χαμένη-κερδισμένη ζωή της. Όντας ταυτόχρονα στο εδώ και στο εκεί, στο είναι και στο μη είναι της. Ανάμεσα σε ύπαρξη και ανυπαρξία, ονειροβατώντας.
Προφανώς, η «Ελένη» του Ρίτσου δεν μπορεί να αποδοθεί στη σκηνή ρεαλιστικά - κάτι τέτοιο θα ήταν αυτόχρημα καταστροφικό. Η υποδειγματική σκηνοθεσία του Δήμου Αβδελιώδη ελαχιστοποιεί την κίνηση και αφαιρεί τα περιττά ψυχογραφικά βάρη για να δώσει απόλυτη προτεραιότητα στον απέριττο λόγο του ποιητή, επιδιώκοντας τη μουσική ενότητα ήχου, ρυθμών και σημασιών χωρίς εξωτερικά βοηθήματα, μέσα σε ένα κατανυκτικό κλίμα ονείρου. Το πετυχαίνει χάρη και στην ερμηνεία της εξαιρετικής, σωστά διδαγμένης Βερόνικας Αργέντζη, ένα πραγματικό, σπάνιο κατόρθωμα λιτότητας και ουσίας.
Για να ακολουθήσει το δεύτερο μέρος της παράστασης, με τον «Επιτάφιο» του Περικλή στη μετάφραση του Ελευθερίου Βενιζέλου. Δεν είναι τυχαία η επιλογή του σκηνοθέτη να παραθέσει τα δύο κείμενα μαζί, επειδή δεν υπάρχει απόλυτος, κάθετος διαχωρισμός ανάμεσα στο κείμενο ενός ποιητή που αφηγείται μια ιστορία και σε εκείνο ενός ιστορικού που προσωποποιεί μια αφήγηση. Θέλω να πω ότι η Ιστορία δεν είναι μόνο αφήγηση, είναι και σκηνοθεσία, με το κείμενο σώμα της Ιστορίας ασπαίρον και με τη ζωντανή παρουσία του αφηγητή. Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός ήταν κυρίως προφορικός. Η «ανάγνωση» δεν γινόταν ατομικά, αλλά δημόσια. Ο Ηρόδοτος «διάβαζε» τις «Ιστορίες» του επ’ αμοιβή στην Αγορά. Δηλαδή τις «σκηνοθετούσε» είτε σε πλάγιο λόγο είτε σε ευθύ, κατά περίπτωση και κατά συνθήκη.
Και εδώ η σκηνοθεσία του Δ. Αβδελιώδη καθοδηγεί την εξαιρετική Ηωάννα Σπανού σε μια «απλή αφήγηση» χωρίς περιττά στολίδια, που θα ενθουσίαζε σίγουρα τον Πλάτωνα, υπέρμαχο του άμεσου προφορικού λόγου και της μουσικής παιδείας. Πετυχαίνοντας, όπως και στην «Ελένη», αλλά από άλλο δρόμο, πλάγιο, τη μουσική ενότητα ήχου, ρυθμών και σημασιών και την περαίωση των λέξεων σε μουσικορρυθμικές σημασιολογικές οντότητες.