Οι νέες ταινίες της εβδομάδας
Michael *1/2
Σκηνοθεσία: Αντουάν Φουκουά
Πρωταγωνιστούν: Τζαφάρ Τζάκσον, Νάια Λονγκ, Λόρα Χάριερ, Τζουλιάνο Κρούε Βάλντι, Μάιλς Τέλερ

Η ταινία «Michael» παρουσιάζεται ως βιογραφική ταινία αλλά στην ουσία είναι μια ελεγχόμενη απόπειρα αποκατάστασης της προβληματικής υστεροφημίας ενός ειδώλου. Εστιάζοντας σχεδόν αποκλειστικά στην ταραχώδη παιδική ηλικία και την εκτόξευση του Μάικλ Τζάκσον στη στρατόσφαιρα της ποπ δισκογραφίας μετά το «Thriller», η ταινία αποφεύγει επιμελώς οτιδήποτε θα μπορούσε να θολώσει τον μύθο, κυρίως τις κατηγορίες που σημάδεψαν τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Ο απόλυτος έλεγχος από τους δικηγόρους της οικογένειας και τους διαχειριστές της περιουσίας του εκλιπόντος καλλιτέχνη κυριαρχεί, με αποτέλεσμα η ταινία να μην εξερευνά ποιος ήταν πραγματικά ο Τζάκσον, αλλά να επιχειρεί να διαμορφώσει την εικόνα με την οποία θέλουν να τον θυμόμαστε. Η αμεροληψία του σεναρίου φαίνεται και στην επιλογή του ανιψιού του Μάικλ, Τζαφάρ Τζάκσον, για τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο Τζαφάρ τον μιμείται με ακρίβεια, από τις παιδικές αποχρώσεις της δειλής του προφορικής ομιλίας μέχρι την κινησιολογία και το σκηνικό εκτόπισμα, ακόμη κι αν δεν μπορεί να αποτυπώσει τα πολυμορφικά, υπερφυσικά ταλέντα του θείου του. Παρόλα αυτά, οι συναυλιακές σκηνές είναι εντυπωσιακές και εκεί η νοσταλγία λειτουργεί. Εκεί η ταινία βρίσκει έναν παλμό (αυτό έλειπε) όμως η σύγκριση με το αρχειακό υλικό που είναι άμεσα προσβάσιμο παντού, είναι αναπόφευκτη και, μοιραία, άδικη.
Ο σκηνοθέτης Αντουάν Φοκουά, γνωστός κυρίως για τεστοστερονούχα θρίλερ όπως το «Training Day» και το «The Equalizer», είναι ίσως μια απρόσμενη επιλογή, ωστόσο, στήνει μερικές καλές σκηνές, όπως εκείνη που ο νεαρός Μάικλ ηχογραφεί για πρώτη φορά σε στούντιο και δεν μπορεί να συγκρατήσει τα πόδια του απ’ το χορό. Απ’ την άλλη η καθοριστική παρουσία του Κουίνσι Τζόουνς πάει περίπατο ενώ η ταινία γεμίζει αχρείαστες σκηνές με τον Τζάκσον να επισκέπτεται άρρωστα παιδιά σε νοσοκομεία - ένας τρόπος να μας ψιθυρίσουν στο αυτί οι παραγωγοί: «κοιτάξτε πόσο αγαπούσε τα παιδιά, δεν θα μπορούσε ποτέ να τα πειράξει». Η παρουσία χαρακτήρων (όπως ο σωματοφύλακας) σε δυσανάλογα κεντρικούς ρόλους και η ταυτόχρονη απουσία σημαντικών προσώπων (όπως η Τζάνετ που διαχώρισε τη θέση της) είναι ενδεικτικές. Επίσης, ένας από τους κύριους παραγωγούς της ταινίας είναι ο Τζον Μπράνκα, ο επί σειρά ετών δικηγόρος του Τζάκσον, τον οποίο υποδύεται στην οθόνη ο Μάιλς Τέλερ με τρόπο κολακευτικό σε βαθμό παρωδίας.
Κατά τα άλλα, το «Michael» ακολουθεί κατά γράμμα το εγχειρίδιο της σύγχρονης μουσικής βιογραφίας: μια αλληλουχία από γνώριμα στιγμιότυπα, από τους Jackson 5 μέχρι το «Off the Wall» και το «Thriller». Η μόνη συνεκτική αφηγηματική γραμμή είναι η προβληματική σχέση του Μάικλ με τον πατέρα του, έναν αυταρχικό, εξουσιαστικό και βίαιο άνθρωπο (τον οποίο ο Κόλμαν Ντομίνγκο υποδύεται με μονοδιάστατη ένταση) απ΄ τον οποίο ο Μάικλ έπρεπε να απελευθερωθεί για να βρει την ταυτότητά του και να εκπληρώσει την καλλιτεχνική του υπόσχεση. Πρόκειται για μια σύγκρουση που θα μπορούσε να προσδώσει βάθος, όμως η ταινία την κρατά σε ασφαλή απόσταση, στρογγυλεύοντας τις εντάσεις με πρώτου επιπέδου διαλόγους, αποφεύγοντας τυχόν πιο σκοτεινές προεκτάσεις. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται παντού. Οι ιδιορρυθμίες του Τζάκσον, από την εμμονή με τα άγρια ζώα και την προσκόλληση σε ένα παιδικό περιβάλλον, μέχρι τη χορευτική τελειομανία, παρουσιάζονται ως σχεδόν χαριτωμένες εκκεντρικότητες ενός χαρισματικού παιδιού. Δεν εξετάζονται ποτέ ως πιθανά συμπτώματα τραύματος ή πίεσης, αλλά εξομαλύνονται μέσα από μια αφήγηση που επιμένει ότι το ταλέντο του τον καθιστούσε απλώς «διαφορετικό».
Ο Μάικλ της ταινίας είναι αγιοποιημένος, ένας άνθρωπος χωρίς αντιφάσεις και σκοτάδια. Αυτή η μεσσιανική εξιδανίκευση σταματά με βολικό τρόπο περίπου το 1988, αποφεύγοντας κάθε ουσιαστική αναμέτρηση με τα πιο δύσκολα κομμάτια της κληρονομιάς του Τζάκσον μετά την απομόνωση στη Neverland, όταν η εκτεταμένη πλαστική χειρουργική του άφησε μια σουβλερή μύτη και τετραγωνισμένα, ολόλευκα ζυγωματικά. Ωστόσο, αυτό λέει όλα όσα πρέπει να ξέρετε για τις προθέσεις της ταινίας που δεν αντικρούει, ούτε εμβαθύνει, απλώς παραλείπει τα ραδιενεργά σημεία και άλλα τα προσπερνάει με αφηγηματικό moonwalk. Μάλιστα το αρχικό σενάριο παρουσίαζε τον Μάικλ ως θύμα εκβιασμού και όταν προέκυψε πως κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό για νομικούς λόγους, ένα μεγάλο μέρος του γυρισμένου υλικού απορρίφθηκε, οδηγώντας σε νέα γυρίσματα και αλλαγή σεναρίου. Πλέον, η ταινία δεν τελειώνει σε μια αίθουσα δικαστηρίου, αλλά με μια θριαμβευτική ερμηνεία του «Bad» το 1988 στο στάδιο Γουέμπλεϊ
Η δύναμη της νοσταλγίας είναι που κάνει το «Michael» να μοιάζει, τελικά, περισσότερο με παραμύθι παρά με βιογραφία. Ένα σχετικά καλοφτιαγμένο, αλλά ενοχλητικά επιλεκτικό αφήγημα, που προτιμά τον μύθο από την αλήθεια και την εμπορική συγκίνηση από την όποια κατανόηση. Μοιάζει, λοιπόν, να έγινε αποκλειστικά για τους αμετανόητα αφοσιωμένους λάτρεις, που δεν μπορούν να πιστέψουν ότι εκείνο το χαρισματικό δεκάχρονο πλάσμα που τραγουδούσε με την ψυχή ενός ολοκληρωμένου soulman στη δεκαετίας του 1970, θα μπορούσε ποτέ να εξελιχθεί σε κακοποιητική προσωπικότητα. Όμως, το ενδιαφέρον μιας βιογραφίας βρίσκεται στις αντιφάσεις. Ο Τζάκσον δεν θα εξελίσσονταν σε σαρωτικό φαινόμενο, χωρίς να κουβαλάει τεράστιους σκελετούς στη ντουλάπα του. Αν δεν ήταν ο ίδιος θύμα της αλλοτρίωσης του, δεν θα εμφανίζονταν στη σκηνή σαν μαγικό, νευρόσπαστο πλάσμα, με την όλη ψυχαναγκαστική υποχρέωση του ντουνιά απέναντι στον περφεξιονισμό της κίνησης. Αν το μυαλό του δεν το βασάνιζε η ανάγκη να βρίσκεται παρέα μόνο με παιδιά, δεν θα μάγευε τα πλήθη με τα φωνητικά τικ («shamoe», «hee hee», «aoow») που δονούσαν το σύμπαν στην ακμή της καριέρας του. Το μπαράζ των αδιανόητων σπασιμάτων του κορμιού του και η νευρωτική ανάγκη για τελειότητα, ήταν ενδεικτικά όσων «έκρυβε» σε κοινή θέα.
Ο Μάικλ Τζάκσον υπήρξε ταυτόχρονα ένα ανεπανάληπτο καλλιτεχνικό φαινόμενο και μια εξαιρετικά πολύπλοκη, αντιφατική προσωπικότητα. Δυστυχώς αυτή η ταινία επιλέγει να δείξει μόνο το πρώτο.
Παίζονται ακόμη:
Ένα Τελευταίο για τον Δρόμο ***
Σκηνοθεσία: Φραντσέσκο Σοσάι
Πρωταγωνιστούν: Φίλιππο Σκότι, Σέρτζιο Ρομάνο, Πιερπάολο Καποβίλα, Ρομπέρτο Τσιτράν, Αντρέα Πενάκι

Όλα ξεκινούν με μια διαδρομή που δεν λέει να τελειώσει. Δύο πενηντάρηδες, ο Καρλομπιάνκι και ο Ντοριάνο, μεθυσμένοι, χωρίς μία στην τσέπη και με ταλέντο στις μικροκομπίνες, οδηγούν μέσα στην επαρχία του Βένετο. Σκοπός τους; Να φτάσουν στο αεροδρόμιο του Τρεβίζο και να αιφνιδιάσουν τον παλιό τους φίλο Τζένιο, που επιστρέφει από την Αργεντινή. Μόνο που τίποτα δεν πηγαίνει όπως το έχουν φανταστεί.
Στον δρόμο, η τυχαία συνάντησή τους με έναν συνεσταλμένο φοιτητή αρχιτεκτονικής, αλλάζει τη δυναμική της παρέας. Αντί να κατευθύνονται ευθεία προς τον προορισμό τους, οι τρεις τους χάνονται σε μια αλλόκοτη περιπλάνηση: στάσεις χωρίς λόγο, κουβέντες που ξεφεύγουν, και ποτά που διαδέχονται το ένα το άλλο. Κι ενώ η ιστορία τους ξετυλίγεται στον δρόμο, το Τρεβίζο μοιάζει να περιμένει στο βάθος: μια ήσυχη πόλη της βόρειας Ιταλίας, χτισμένη μέσα σε εύφορες πεδιάδες και αμπελώνες, με έντονο αποτύπωμα τόσο στην αγροτική παραγωγή όσο και στη βιομηχανία της μόδας.
Γυναίκες Έξω **1/2
Σκηνοθεσία: Mario Martone
Πρωταγωνιστούν: Βαλέρια Γκολίνο, Ματίλντα Ντε Αγγέλις, Κοράντο Φορτούνα

Η Γκολιάρντα Σαπιέντσα βιώνει την απόρριψη του έργου της από όλους τους ιταλικούς εκδοτικούς οίκους. Όταν βρεθεί στη φυλακή για μια μικροκλοπή, η εμπειρία με τις νεαρές συγκρατούμενές της θα της αλλάξει τη ζωή. Απροσδόκητα χαλαρός στην αφηγηματική του φόρμα, ο Μάριο Μαρτόνε αφήνεται στις ψυχικές διακυμάνσεις και στα εκρηκτικά ξεσπάσματα μιας αδέσμευτης γυναίκας, με επίκεντρο την παρατεταμένη συνομιλία με μια φίλη της σε υπαίθριο καφέ της Ρώμης, το καλοκαίρι του 1980. Υπάρχει κάτι αισθησιακό και άβολο στη σκηνοθεσία του, ταιριαστό με την πόλη και τα πρόσωπα που κουβεντιάζουν, λίγο πριν την απρόβλεπτη επόμενη κίνησή τους. Η επιλογή της Βαλέρια Γκολίνο για τη Σαπιέντσα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς η παρουσία της ακροβατεί ανάμεσα στον έλεγχο και την απορρύθμιση και η ίδια μεταπλάθει τη Σαπιέντσα σε φορέα των υπόγειων εντάσεων της έκφρασης, φωτίζοντας ό,τι αρνείται να ειπωθεί ευθέως.
Αΐντα **1/2
Σκηνοθεσία: Πάκο Λεόν
Πρωταγωνιστούν: Κάρμεν Μάτσι, Πάκο Λεόν, Μίρεν Ιμπαργκουρέν

Το Aída είναι μια κωμωδία που διήρκεσε δέκα χρόνια στην Ισπανική τηλεόραση. Παρότι δεν είχα προηγούμενη επαφή με τη σειρά, η ταινία λειτουργεί απολύτως αυτόνομα γιατί στηρίζεται σε στιβαρή γραφή, καθαρή σκηνοθετική ματιά και ερμηνείες με ακρίβεια. Ο Πάκο Λεόν υπογράφει ένα έργο που ισορροπεί ανάμεσα στον φόρο τιμής και τον αποχαιρετισμό, χωρίς να εγκλωβίζεται στη νοσταλγία. Αναγνωρίζει τις μετατοπίσεις του σύγχρονου πολιτισμικού τοπίου, αλλά δεν απολογείται για το παρελθόν, ούτε επιχειρεί να το εξωραΐσει εκ των υστέρων. Αντιθέτως, το αγκαλιάζει με έναν συνδυασμό αυτοσαρκασμού και τρυφερότητας. Η αφηγηματική του αφετηρία είναι εύστοχα επινοημένη: ένα εναλλακτικό σύμπαν όπου το Aída δεν ολοκληρώνεται το 2014, αλλά παρατείνεται έως το 2018, όπου το κίνημα «Me Too» και η καταλυτική επίδραση των κοινωνικών δικτύων συνθέτουν ένα πεδίο έντασης. Το μεγαλύτερο μέρος του αρχικού καστ επιστρέφει, ερμηνεύοντας παραλλαγές του εαυτού του. Στον πυρήνα του, το Aída y Vuelta είναι παιχνιδιάρικο και ενώ δεν υποτιμά τα ζητήματα που θίγει ευτυχώς αποφεύγει και τον βαρύγδουπο διδακτισμό.