Πυρκαγιά στο Μάτι / Οι μαρτυρίες των συγγενών των θυμάτων για την τραγωδία

Πυρκαγιά στο Μάτι / Οι μαρτυρίες των συγγενών των θυμάτων για την τραγωδία

Με τις καταθέσεις μαρτύρων συνεχίζεται η δίκη στο Τριμελές Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για την πυρκαγιά στο Μάτι, που στοίχισε τη ζωή σε 102 ανθρώπους.

Στην κατάθεσή της η Παρασκευή Τσάμπρου η οποία έχασε τον πατέρα λίγα μέτρα μακριά από το σπίτι τους, στον Νέο Βουτζά τόνισε:

«Έπρεπε να βάλουν τον παππού, 92 ετών, και τον σκύλο μέσα στο αυτοκίνητο. Επέλεξαν να φύγουν με δύο αυτοκίνητα. Στα 100 μέτρα τους περικύκλωσε καπνός. Ο αδελφός μου έκανε αναστροφή και επέλεξαν να φύγουν από άλλη κατεύθυνση. Τους καλούσα στο τηλέφωνο. Με το τηλέφωνο του πατέρα μου χάθηκε επικοινωνία κάποια στιγμή. Όταν πέρναγε η ώρα ο αδελφός μου κι εγώ αρχίσαμε να ψάχνουμε στα νοσοκομεία. Μας προέτρεψαν να πάμε στο λιμάνι της Ραφήνας που έβγαζαν ανθρώπους. Μας είπαν να πάμε στο Λιμενικό για να δηλώσουμε τον πατέρα μου αγνοούμενο».

Η ίδια περιγράφει ότι στη συνέχεια, βρήκε έναν εθελοντή πυροσβέστη και μαζί πήγαν προς το σπίτι της. «Ανεβαίνοντας είδα τρία αυτοκίνητα καμένα. Δεν με άφησε να κατέβω. Πίσω από αυτοκίνητο του πατέρα μου ήταν ένα πυροσβεστικό όχημα. Πήγαμε με τη μηχανή ανεβήκαμε σπίτι και συνειδητοποιήσαμε ότι σπίτι καίγεται. Πήγαμε φωνάξαμε το πυροσβεστικό. Κατάφεραν να περιορίσουν τη φωτιά στο σπίτι και έτσι κατάλαβα ότι ο πατέρας μου δεν ήταν μέσα. Εκεί κατάλαβα ότι ήταν μέσα στα τρία αυτοκίνητα. Μόλις κοίταξα καλύτερα, είδα τον πατέρα μου πεσμένο στη θέση του συνοδηγού με τα χέρια του να κρατάει το κεφάλι του. Ήταν σε θέση άμυνας. Τους έλεγα ανοίξτε τον πορτ μπαγκάζ έχει τον σκύλο μέσα. Δεν το έκαναν. Το έκανα εγώ. Βρήκα το θάρρος να ρίξω φως και όντως βρήκα τον σκύλο. Εκεί τους είπα ότι σε αυτό το αυτοκίνητο βρίσκεται απανθρακωμένος ο πατέρας μου. Οι πινακίδες είχαν λιώσει, αλλά μπορούσε αναγνωριστεί. Εγώ ήξερα ότι ήταν νεκρός ο πατέρας μου, αλλά κανείς δεν μπορούσε να μου πει τι να κάνω. Ο αδελφός μου, η μητέρα μου και ο παππούς μου σώθηκαν από θαύμα. Κανείς δεν τους είχε ενημερώσει ότι πρέπει να φύγουν».

Ο Νικόλαος Τσάμπρος, γιος του ίδιου θύματος περιέγραψε το πώς κατάφεραν να ζήσουν μαζί με τη μητέρα του και τον παππού του.

«Κατέβηκα να βάλω τον παππού μου, στο αμάξι και ο πατέρας μου έβαλε το σκυλί στο αυτοκίνητο. Εκείνη την ώρα έφευγαν πολλοί. Στα 100 μέτρα, Εκάβης και Αντιγόνης, υπήρχε μαύρος έντονος καπνός, δεν έβλεπα τίποτα. Εκεί κατάλαβα ότι ήταν αδύνατο να περάσω. Έκανα αναστροφή. Ο πατέρας μου ήταν ένα αυτοκίνητο πίσω από μένα. Εκείνη την ώρα ο γείτονας μού φώναξε να φύγουμε από Αντιγόνης. Εκεί έκανα δεύτερη αναστροφή. Είδα από τον καθρέφτη ότι ο πατέρας μου ήταν πίσω και κατάλαβα ότι θα με ακολουθήσει. Έβλεπες δέντρα και αυτοκίνητα να καίγονται. Ακουγόντουσαν εκρήξεις ήταν σαν να είμαστε σε πόλεμο. Θεωρούσα ότι πατέρας μου με ακολουθούσε από πίσω» κατέθεσε ο ίδιος.

Περιγράφοντας το τι συνέβη στη συνέχεια, ο κ. Τσάμπρος δήλωσε για τον πατέρα του: «Δεν ακολούθησε. Ξεκίνησα να τον παίρνω τηλέφωνο. Περιμέναμε, περιμέναμε χωρίς ανταπόκριση. Μετά από μισή ώρα αποφασίσαμε να φύγουμε και να πάμε σε φιλικό σπίτι. Για δευτερόλεπτα σωθήκαμε. Ο πατέρας μου απανθρακώθηκε γύρω στις 6:00-6:05».

Η χήρα του θύματος Μαρία Τσάμπρου, περιγράφοντας το δράμα που έζησε σημείωσε:

«Όλοι οι υπόλοιποι πίσω μας και μπροστά μας είναι καμένοι. Έξι άτομα στη γειτονιά μας. Κάηκαν ζωντανοί. Πώς είναι δυνατόν το κράτος να μην μας προστατέψει; Να μη μας ειδοποιήσει. Ζούμε μέσα στην Αθήνα. Είναι δυνατόν; Μία σειρήνα, ένα ελικόπτερο δεν άκουσα. Πώς είναι δυνατόν τόσες οικογένειες να διαλυθούν. Το έχουμε ζήσει ξανά, μας φώναζαν να εκκενώσουμε την περιοχή».

Στη συνέχεια κατέθεσε και η Μαργαρίτα Φύτρου, η οποία έχασε τον αδελφό της και τα δύο ανίψια της. «Η τελευταία επικοινωνία με τον αδελφό μου ήταν το απόγευμα εκείνης της ημέρας. Έκανα αλλεπάλληλες προσπάθειες επικοινωνίας μαζί του και δεν κατάφερα να τον βρω. Αμέσως με ζώσανε μαύρες σκέψεις επειδή ήξερα την περιοχή. Στη συνέχεια ακολούθησαν τηλέφωνα σε γνωστούς και φίλους. Στις 3 τα ξημερώματα, με πήρε τηλέφωνο η σύζυγος του αδελφού μου. Μου είπε πως “το Εβιτάκι βρέθηκε νεκρό”. Την επόμενη ημέρα, πήγα στο Μάτι, συνάντησα τη γειτόνισσά μας, που σώθηκε φεύγοντας προς Ραφήνα. Πρώτη έφυγε αυτή, πίσω ήταν αδελφός μου. Η διαδρομή του αδελφού μου προς διάσωση ήταν θανάσιμη. Την επόμενη ημέρα εντός ενός οικοπέδου εντοπίστηκαν νεκροί ο μικρούλης Ανδρέας και ο αδελφός μου», τόνισε η κα Φύτρου.

Η ίδια ανέφερε ότι εάν ο αδελφός της «είχε λάβει στοιχειώδη ενημέρωση, θα είχε φύγει νωρίτερα. Το αυτοκίνητό του βρέθηκε ανέπαφο κατά τραγική ειρωνεία στη λεωφόρο Ποσειδώνος. Στις κρίσιμες ώρες που ο αδελφός μου βίωνε αυτό, η πολιτεία ήταν παντελώς ανύπαρκτη. Εάν είχε ενεργοποιηθεί 112 θα είχαν σωθεί όπως γίνεται σήμερα. Καμία προετοιμασία, κανένας σχεδιασμός. Όλοι έπρατταν κατά δική τους κρίση. Εάν είχε δεχθεί βοήθεια θα ζούσαν. Έτσι έγινε η εκατόμβη των θυμάτων».