Live τώρα    
9°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Σποραδικές νεφώσεις
9 °C
7.3°C9.7°C
2 BF 82%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Ελαφρές νεφώσεις
4 °C
1.2°C4.9°C
4 BF 69%
ΠΑΤΡΑ
Αυξημένες νεφώσεις
9 °C
6.0°C9.4°C
3 BF 80%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Σποραδικές νεφώσεις
10 °C
9.3°C9.9°C
3 BF 79%
ΛΑΡΙΣΑ
Αραιές νεφώσεις
4 °C
3.9°C3.9°C
0 BF 93%
Ένας όχι και τόσο γενναίος, νέος κόσμος;
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ένας όχι και τόσο γενναίος, νέος κόσμος;

Είναι γνωστό στην επιστημονική κοινότητα, έστω και ως περιρρέουσα γνώση παρότι και υπάρχουν ποσοτικά δεδομένα που το υποστηρίζουν, ότι ο αριθμός των επιστημονικών δημοσιεύσεων έχει αυξηθεί αλματωδώς τις τελευταίες δεκαετίες. Παρόλα αυτά, ο αντίκτυπος που προκαλούν τόσο σε θεωρητικό τόσο και σε τεχνολογικό επίπεδο θεωρείται ότι είναι ο ίδιος με την δεκαετία του 1940, όταν οι επιστημονικές εργασίες που δημοσιεύονταν ήταν πολύ, πολύ λιγότερες. Με άλλα λόγια, το ποσοστό των επιστημονικών δημοσιεύσεων έχει μειωθεί δραματικά. Σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξε πρόσφατη μελέτη (Μ. Park, Ε. Leahey, R.J Funk, Nature 613 (2023) 138–144) που διερεύνησαν του πόσο ριζικά αποκλίνουν οι επιστημονικές δημοσιεύσεις από την προηγούμενη βιβλιογραφία.

Συγκεντρώνοντας εκατομμύρια επιστημονικές δημοσιεύσεις οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι, σε σύγκριση με την έρευνα που γινόταν στα μέσα του 20ου αιώνα, αυτή που έγινε στη δεκαετία του 2000 ήταν πολύ πιο πιθανό να ωθήσει την επιστήμη σε σταδιακή πρόοδο, παρά να την εκτρέψει απότομα προς μια νέα κατεύθυνση. Αξίζει να σημειωθεί, ότι η ανάλυση των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας από το 1976 έως το 2010 έδειξε ανάλογη τάση. Με βάση τους ερευνητές είναι ξεκάθαρό ότι τα δεδομένα που συνέλλεξαν και ανάλυσαν, υποδηλώνουν ότι κάτι αλλάζει, με την έννοια ότι δεν παρατηρείται η ίδια συχνότητα επαναστατικών επιστημονικών ανακαλύψεων που παρατηρούνταν κάποτε.

Οι ερευνητές στηρίχτηκαν στην ευλογοφανή υπόθεση ότι εάν μια επιστημονική δημοσίευση ήταν πολύ πρωτοποριακή, τότε οι επόμενες επιστημονικές δημοσιεύσεις θα ήταν πολύ περισσότερο πιθανό να παραπέμπουν σε αυτήν, παρά στις παραπομπές τις (δηλαδή στις παλιότερες επιστημονικές δημοσιεύσεις στις οποίες στηρίχτηκε η εν λόγω πρωτοποριακή δημοσίευση). Χρησιμοποιώντας, λοιπόν, δεδομένα παραπομπών από 45 εκατομμύρια επιστημονικές δημοσιεύσεις και σχεδόν τέσσερα εκατομμύρια διπλώματα ευρεσιτεχνίας, οι ερευνητές υπολόγισαν τον λεγόμενο «δείκτη πρωτοπορίας» μίας δημοσίευσης, του οποίου οι τιμές κυμαίνονταν από -1 για τη λιγότερο πρωτοποριακή δημοσίευση έως 1 για την πιο πρωτοποριακή δημοσίευση.

Ο μέσος δείκτης πρωτοπορίας, λοιπόν, μειώθηκε κατά περισσότερο από 90% μεταξύ του 1945 και του 2010 για τις επιστημονικές δημοσιεύσεις και κατά σχεδόν 80% από το 1980 έως το 2010 για τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Ο ίδιος δείκτης μειώθηκε σε όλα τα ερευνητικά πεδία και τους τύπους διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας που αναλύθηκαν, ακόμη και όταν λήφθηκαν υπόψη οι πιθανές διαχρονικές μεταβολές στην πρακτική με την οποία χρησιμοποιούνταν οι παραπομπές.

Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι οι ερευνητές ανέλυσαν επίσης τα πιο κοινά ρήματα που χρησιμοποιούνται σε επιστημονικές δημοσιεύσεις. Αυτό που διαπίστωσαν είναι ότι ενώ στην έρευνα της δεκαετίας του 1950 ήταν πιο πιθανό να χρησιμοποιούνταν λέξεις που παραπέμπουν σε δημιουργία ή ανακάλυψη, αυτές που χρησιμοποιούνταν στη δεκαετία του 2010 ήταν πιο πιθανό να αναφέρονται σε σταδιακή πρόοδο.

Βεβαίως, η σταδιακή πρόοδος της επιστήμης δεν είναι εγγενώς κακή. Με βάση τους ιστορικούς της επιστήμης, το ιδανικό είναι ένας συνδυασμός σταδιακής και ριζοσπαστικής προόδου. Μάλιστα, σε μία περίοδο που προβληματίζει η αξιοπιστία των αποτελεσμάτων της έρευνας, ίσως είναι καλύτερο να αφιερώνεται περισσότερος χρόνος στον έλεγχο της εγκυρότητας των επιστημονικών δημοσιεύσεων, κάτι που εξ ορισμού θα επιβραδύνει την δημοσίευση νέων επιστημονικών αποτελεσμάτων.

Πέραν όμως της διαπίστωσης ότι η σύγχρονη έρευνα φαίνεται να είναι πολύ λιγότερο πρωτοποριακή από την έρευνα του παρελθόντος, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τους λόγους που προκάλεσαν τούτες τις δραστικές αλλαγές. Η παρατηρούμενη τάση μπορεί να προέρχεται, εν μέρει, από αλλαγές που έχουν συμβεί στον τρόπο λειτουργίας της ευρύτερης επιστημονικής κοινότητας. Πιο συγκεκριμένα, αυτή τη στιγμή υπάρχουν πολλοί περισσότεροι ερευνητές από ό,τι στη δεκαετία του 1940, γεγονός που έχει δημιουργήσει ένα πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον, αυξάνοντας τις απαιτήσεις για όλο και περισσότερες επιστημονικές δημοσιεύσεις ανά ερευνητή, καθώς και για όλο και περισσότερα διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Αυτό, με τη σειρά του, μετέβαλε τα κίνητρα που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο οι ερευνητές εργάζονται.

Επίσης, ο ολοένα εντεινόμενος διεπιστημονικός χαρακτήρας της έρευνας έχει οδηγήσει στη δημιουργία μεγάλων ερευνητικών ομάδων, που με βάση επιστημονικές μελέτες είναι λιγότερο πιθανό να παράγουν ριζοσπαστικά καινούρια επιστήμη. Μία άλλη άποψη θα μπορούσε να είναι ότι κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα ανακαλύφθηκε ό,τι ήταν δυνατό να παραγάγει ριζοσπαστική επιστημονική πρόοδο με σχετικά εύκολο τρόπο, αφήνοντας τα πραγματικά «δύσκολα» ζητήματα για τους επιστήμονες του 21ου αιώνα. Ίσως, πάλι, οι επιστήμονες των δεκαετιών του 1940 και 1950 είχαν περισσότερες ευκαιρίες και πόρους να ακολουθήσουν το ένστικτό τους, σε σχέση με τους επιστήμονες του παρόντος, οι οποίοι είναι περισσότερο δεσμευμένοι σε έρευνα η οποία απαιτείται να παράγει πιο πρακτικά και μετρήσιμα αποτελέσματα, δηλαδή αυτό που αποκαλείται καινοτομία.

Τέλος, ίσως ο πολυπολικός σημερινός κόσμος να έχει ορθώσει περισσότερα εμπόδια στην μετάδοση της γνώσης, σε σχέση με τον διπολικό κόσμο των δεκαετιών που ακολούθησαν τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Κινήματα όπως αυτά της ανοιχτής επιστήμης ίσως να μην έχουν ακόμα τη δυναμική να αντιπαρατεθούν αποτελεσματικά με τις πολιτικές εξελίξεις που φαίνεται να οδηγούν σε έναν ολοένα και περισσότερο κατακερματισμένο κόσμο. Ίσως αυτό που επείγει περισσότερο από ποτέ να μην είναι καν η αύξηση της ριζοσπαστικότητας της επιστήμης, αλλά η δικαιότερη κατανομή των ευεργετικών αποτελεσμάτων της. Η πανδημία μπορεί να ανέδειξε αυτό το χαρακτηριστικό της αδικίας με τον πιο ορατό τρόπο, όμως δεν αποτελεί καινούριο χαρακτηριστικό αλλά μάλλον μία οδυνηρή αναπαραγωγή του μαύρου χιούμορ του George Orwell, όταν έγραφε – ας μας επιτραπεί μία ελαφριά παράφραση – ότι όλοι είναι ίσοι, αλλά κάποιοι είναι πιο ίσοι από του ίσους.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL