Live τώρα    
19°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Ελαφρές νεφώσεις
19 °C
16.5°C20.1°C
6 BF 43%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Ελαφρές νεφώσεις
21 °C
19.7°C23.2°C
3 BF 38%
ΠΑΤΡΑ
Σποραδικές νεφώσεις
21 °C
19.9°C23.2°C
2 BF 36%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Αραιές νεφώσεις
18 °C
16.6°C19.9°C
4 BF 67%
ΛΑΡΙΣΑ
Αίθριος καιρός
18 °C
18.4°C18.4°C
2 BF 34%
Αριστοτέλης και Χριστιανισμός – Μέρος δεύτερο
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Αριστοτέλης και Χριστιανισμός – Μέρος δεύτερο

Η συζήτηση για τις σχέσεις επιστήμης και θρησκείας είναι μια συζήτηση που ανήκει κατά βάση στον 20ο και 21ο αιώνα. Ο βασικότερος λόγος είναι ότι η διάκριση επιστημών και θρησκειών προέκυψε από το δεύτερο μισό του 19ου και έπειτα. Ωστόσο, όταν κοιτάμε στο παρελθόν, μπορούμε να παρατηρήσουμε περιπτώσεις, όπου τέθηκαν ανοιχτά κάποια προβλήματα που αφορούσαν τις σχέσεις φιλοσοφίας και πίστης, φιλοσοφικού συλλογισμού και θεολογικού λόγου. Μία τέτοια περίπτωση είναι οι διαμάχες και συγκρούσεις, που προέκυψαν κατά τον 13ο αιώνα στη Δυτική Ευρώπη και αφορούσαν τη σχέση αριστοτελικής φιλοσοφίας και Χριστιανισμού.

Ήταν το 1277 όταν ο Επίσκοπος του Παρισίου Ετέν Ταμπιέ εξέδωσε επίσημη καταδίκη 219 προτάσεων, οι οποίες ήταν αποσπάσματα από πηγές της αριστοτελικής φιλοσοφίας. Κάποιες από αυτές τις πηγές ήταν ακόμη και από έργα επιφανών θεολόγων και φιλοσόφων που ήταν πιστοί Καθολικοί, όπως ο Θωμάς Ακινάτης. Στην ιστορία των επιστημών δεν μας απασχολεί να αξιολογούμε τέτοια φαινόμενα ως αρνητικά ή θετικά. Η αξιολόγηση είναι ένας επιπόλαιος και εσφαλμένος τρόπος να ερμηνεύσει κανείς ιστορικά γεγονότα που ανήκουν σε άλλες εποχές και εντοπιότητες. Άλλωστε, κάθε φορά που διατυπώνουμε μια αξιολογική κρίση, αυτή γίνεται με όρους του παρόντος και όχι με όρους της εποχής που εξετάζουμε. Έτσι και σε αυτή την περίπτωση, θα δούμε την καταδίκη των προτάσεων όχι ως μια αρνητική εξέλιξη αλλά ως ένα ιστορικό συμβάν που, αν θέλουμε να καταλάβουμε γιατί προέκυψε, πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε το πλαίσιο της εποχής.

Στο άρθρο του προηγούμενου τεύχους (131) αναφέραμε ότι η αριστοτελική φιλοσοφία, μετά την εισαγωγή των Αραβικών κειμένων στη Δυτική Ευρώπη, μπήκε στα προγράμματα σπουδών των Πανεπιστημίων και έγινε αντικείμενο μελέτης. Αρκετοί από τους σχολιαστές του Αριστοτέλη έμειναν συνεπείς ως προς το «δόγμα διπλής αλήθειας», σύμφωνα με το οποίο, όταν υπάρχει ασυμβατότητα μεταξύ φιλοσοφίας και θεολογίας, δεν είναι απαραίτητο να απορριφθεί ένα από τα δύο. Ωστόσο, κάποιες από τις αριστοτελικές θέσεις, ειδικά στο πεδίο της φυσικής φιλοσοφίας και μεταφυσικής, έμοιαζαν προβληματικά ασύμβατες με το χριστιανικό δόγμα. Ήταν τόσο ασύμβατες που αρκετοί θεολόγοι θεώρησαν ότι αποτελούσαν κίνδυνο για τον Χριστιανισμό. Επομένως, το «δόγμα της διπλής αλήθειας», όσο και αν φαινόταν ότι κρατάει σε απόσταση τα δύο πεδία, δεν ήταν ικανό να το κάνει επί της ουσίας.

Για να γίνει σαφές αυτό, θα αναφερθούμε σε κάποιες αριστοτελικές θέσεις. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ο κόσμος είναι αιώνιος, κάτι που συνεπαγόταν άρνηση της δημιουργίας από έναν Θεό. Μια άλλη θέση του ήταν ότι οι ιδιότητες ενός σώματος (π.χ. το χρώμα του) δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν ανεξάρτητα από την υλική του υπόσταση. Αυτό δημιουργούσε σοβαρό πρόβλημα στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, σύμφωνα με το οποίο ο άρτος και ο οίνος μετατρέπονται σώμα και αίμα Χριστού. Επίσης, για τον Αριστοτέλη, οι διαδικασίες της φύσης διέπονται από αναγκαίες κανονικότητες που δεν αλλάζουν. Πρόκειται για μία θέση που αμφισβητεί ευθέως την παντοδυναμία του Θεού και τη δυνατότητά Του να παρέμβει όποτε επιθυμεί μέσω κάποιου θαύματος. Τέλος, ο Αριστοτέλης έλεγε ξεκάθαρα ότι η ψυχή δεν επιβιώνει μετά τον θάνατο του σώματος. Είναι σαφές πόσο προβληματική ήταν μια τέτοια θέση για τον Χριστιανισμό. Μερικές προτάσεις, επιπλέον, ήταν ότι τίποτα δεν γνωρίζει κανείς καλύτερα επειδή είναι γνώστης της θεολογίας, ότι δεν υπήρξε πρώτος άνθρωπος ούτε θα υπάρξει τελευταίος, ότι οι μόνοι σοφοί άνθρωποι του κόσμου είναι οι φιλόσοφοι, ότι ο Θεός δεν μπορεί να φτιάξει πολλούς κόσμους, ότι ο Θεός δεν μπορεί να κινήσει τους ουρανούς [δηλαδή ολόκληρο το σύμπαν] με ευθύγραμμη κίνηση επειδή θα παραμείνει πίσω ένα κενό.

Είναι σαφές πως, ακόμη και αν ένας φιλόσοφος υποστήριζε το «δόγμα της διπλής αλήθειας», δεν γινόταν να μην δει τη σύγκρουση που προέκυπτε από τη συνύπαρξη των δύο κοσμοθεωρήσεων. Το 1210, η επαρχιακή σύνοδος της Σανς ανακοίνωσε απαγόρευση της ανάγνωσης και διδασκαλίας του Αριστοτέλη σε όλο το Παρίσι. Η ίδια απαγόρευση βγήκε ξανά το 1215 συγκεκριμένα για το Πανεπιστήμιο του Παρισίου. Υπήρξαν έντονες αντιδράσεις, τα κείμενα δεν διδάχτηκαν για σαράντα χρόνια περίπου και στη δεκαετία του 1250 άρχισαν να διδάσκονται και να μελετιούνται εκ νέου. Να σημειωθεί ότι στην Οξφόρδη δεν είχε δοθεί αντίστοιχη απαγόρευση. Η διδασκαλία των κειμένων οδήγησε σε νέες συγκρούσεις μεταξύ θεολόγων και φιλοσόφων. Οι διαμάχες μπορούν να συνοψιστούν σε ένα κομβικό ζήτημα. Αν η φυσική φιλοσοφία του Αριστοτέλη αποτελούνταν από θέσεις που ήταν αδιαμφισβήτητες και ήταν αναγκαίες αλήθειες και αυτές οι θέσεις έρχονταν σε σύγκρουση με τη Βίβλο, τότε το χριστιανικό δόγμα βρισκόταν σε κίνδυνο. Αν, από την άλλη, οι θέσεις του Αριστοτέλη ήταν απλώς υποθέσεις και δεν συνιστούσαν αναντίρρητη αλήθεια, τότε η μελέτη της φύσης αποτελούσε μια ενασχόληση που δεν μπορούσε να φτάσει σε κάποιου είδους βέβαιη γνώση.

Οι παραπάνω διαμάχες κορυφώθηκαν, όταν το 1272 ζητήθηκε από τους διδασκάλους ελευθέριων τεχνών να πάρουν όρκο ότι δεν θα εξετάζουν θεολογικά ζητήματα στο πλαίσιο των φιλοσοφικών τους μελετών. Ο διχασμός μεγάλωσε και από ένα κείμενο με τον τίτλο Πλάνες των φιλοσόφων, το οποίο έγραψε ο Αιγίδιος από τη Ρώμη και είχε έναν κατάλογο αποσπασμάτων από έργα μη Χριστιανών φιλοσόφων, όπως του Αριστοτέλη, του Αβερρόη, του Αβικέννα και άλλων. Η πόλωση δεν είχε γυρισμό. Ο Πάπας Ιωάννης ο 21ος ανέθεσε στον επίσκοπο Ετέν Ταμπιέ τη διεξαγωγή έρευνας για τις παραπάνω διαμάχες. Σε σύντομο χρονικό διάστημα φτιάχτηκε ένας κατάλογος 219 προτάσεων, τις οποίες απαγορευόταν να διδάσκει οποιοσδήποτε. Στον πρόλογο αυτού του καταλόγου, μάλιστα, ο Επίσκοπος κατήγγειλε ευθέως τους φιλοσόφους ότι μεταχειρίζονταν τις σαφέστατα ψευδείς και επικίνδυνες για την πίστη θέσεις ως αμφισβητούμενες.

Η παραπάνω διαμάχη και τελική καταδίκη μας δείχνει ότι η διαδικασία παραγωγής γνώσης δεν είναι μια μονοσήμαντη πορεία προς κάποιου είδους αλήθεια, όπου όλοι αναγνωρίζουν τι ακριβώς πρέπει να γίνει. Επίσης, η παραγωγή γνώσης περιλαμβάνει διαμάχες που πηγάζουν τόσο από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες όσο και από μεθοδολογικές. Η εργασία ενός θεολόγου και ενός φιλοσόφου είχε διαφορετική μέθοδο και η σύγκρουση θα ήταν αναπόφευκτη. Πόσο εκλεπτυσμένο ήταν το διανοητικό πλαίσιο της εποχής αποδεικνύεται από το -έστω και προσωρινό- «δόγμα της διπλής αλήθειας», το οποίο μπορούμε να το δούμε και ως μια αναγνώριση των ορίων μεταξύ διαφορετικών πεδίων και πρακτικών.

 

Πηγή: Grant, E. (2008), Οι φυσικές επιστήμες τον Μεσαίωνα, μετάφραση Ζ. Σαρίκας, Αθήνα: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL