Live τώρα    
26°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Αίθριος καιρός
26 °C
23.9°C26.8°C
2 BF 41%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Ελαφρές νεφώσεις
24 °C
21.8°C25.6°C
3 BF 65%
ΠΑΤΡΑ
Αίθριος καιρός
25 °C
22.0°C25.5°C
1 BF 45%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Αίθριος καιρός
25 °C
24.7°C24.9°C
4 BF 61%
ΛΑΡΙΣΑ
Αίθριος καιρός
22 °C
21.8°C21.8°C
0 BF 43%
Γαλλία: Σε τι αποσκοπεί η συγχώνευση TF1-M6;
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Γαλλία: Σε τι αποσκοπεί η συγχώνευση TF1-M6;

Συνεπαρμένοι από την αδιάκοπη ροή των καναλιών τους στο YouTube και στο Facebook, όπου έχουν ήδη το δικό τους πιστό κοινό, οι ταγοί της Αριστεράς μάλλον ξέχασαν την επίδραση της τηλεόρασης στους Γάλλους και την ικανότητα των κυρίαρχων μέσων να κάνουν αποδεκτές τις πιο αντιδραστικές τοποθετήσεις, τα οποία μάλιστα προχωρούν σε συγχωνεύσεις που επιτυγχάνουν οικονομίες κλίμακας χωρίς να χάνουν στο ελάχιστο την ικανότητά τους να ασκούν επιρροή

Eπιμέλεια: Γιάννης Κυπαρισσιάδης

Η έναρξη της προεδρικής προεκλογικής εκστρατείας στη Γαλλία κυριαρχήθηκε από τη φρενήρη μιντιακή προβολή του αντιμουσουλμάνου δημοσιογράφου Ερίκ Ζεμούρ και από τον ιδεολογικό ακτιβισμό του υπερσυντηρητικού δισεκατομμυριούχου Βενσάν Μπολορέ. Σε τέτοιο βαθμό ώστε μια είδηση τόσο σημαντική, όπως η ανακοίνωση της συγχώνευσης των κυριότερων ιδιωτικών τηλεοπτικών καναλιών, του TF1 και του Μ6, πέρασε σχεδόν απαρατήρητη.

Εάν έπρεπε να αναζητηθεί μια εικόνα που να δείχνει τον θρυμματισμό των πολιτιστικών μαχών της Αριστεράς, την καπιταλιστική κανονικοποίηση στα μέσα ενημέρωσης και το «συνετό» αποκοίμισμα των αρθρογράφων γνώμης απέναντι στις μεγάλες εξελίξεις που τους αφορούν, μια επίλεκτη θέση θα έπρεπε να κρατηθεί για τη συγχώνευση που εξαγγέλθηκε τον Μάιο μεταξύ TF1 και M6.

Για όσους θυμούνται τις έντονες συζητήσεις που είχε προκαλέσει η ιδιωτικοποίηση του TF1, του πρώτου δημόσιου τηλεοπτικού καναλιού, το 1986 ή η εξαγορά του Canal Plus από την Compagnie générale des eaux (Εταιρεία Υδάτων), δέκα χρόνια αργότερα, η γενικευμένη χλιαρότητα με την οποία έγιναν δεκτοί αυτοί οι «αρραβώνες» αποκαλύπτει πολλά για την εθελοτυφλία των συμμετεχόντων στη δημόσια συζήτηση, που βλέπουν τον κόσμο μέσα από την απήχηση των λογαριασμών τους στο Twitter ή στο Facebook.

Έχοντας επικριθεί τον προηγούμενο αιώνα από τις πολιτιστικές ελίτ, πότε ως σημάδι παγίωσης της μονομέρειας των ιδεών και πότε ως ληξιαρχική πράξη θανάτου της γαλλικής πολιτιστικής εξαίρεσης, το πέρασμα του TF1 και στη συνέχεια του Canal Plus στα χέρια των ομίλων Bouygues και Vivendi αντίστοιχα είχε προκαλέσει έναν χείμαρρο πύρινων άρθρων γνώμης, πρωτοσέλιδων γεμάτων ερωτήματα και ζωηρών τηλεοπτικών συζητήσεων. Τώρα, τίποτα. Ή σχεδόν.

Ο όμιλος που ελέγχεται από την Bouygues θα αυξήσει την προσφορά πώλησης «διαθέσιμου χρόνου εγκεφάλου», όπως τον χαρακτήριζε ο πρώην πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλός του Πατρίκ Λε Λε, και όλοι κάνουν τα στραβά μάτια. Πριν καν δεχθεί σε ακρόαση τα ενδιαφερόμενα μέρη, ο Ρος-Ολιβιέ Μεστρ, ο πρόεδρος του Ανώτατου Οπτικοακουστικού Συμβουλίου (CSA), δεν αφήνει κανένα μυστήριο σχετικά με την έκβαση της αξιολόγησης από ομότιμους -που κανονικά θα λάβει χώρα στις αρχές του 2022: είναι, σύμφωνα με τον ίδιο, «φυσιολογικό, και εν πάση περιπτώσει κατανοητό» το ότι ορισμένοι παίκτες στον χώρο των γαλλικών ραδιοτηλεοπτικών μέσων «τίθενται σε κατάσταση ετοιμότητας» προκειμένου να «αναπτύξουν την επενδυτική ικανότητά τους και να διατηρήσουν μια μορφή πολιτιστικής κυριαρχίας» δηλώνει στις 7 Σεπτεμβρίου.1

Τονίζει ότι «η ρυθμιστική αρχή επιλαμβάνεται αυτών των εγχειρημάτων προσέγγισης επιδεικνύοντας ανοικτό πνεύμα και κατανόηση». Ο Ζιλ Πελισόν, διευθύνων σύμβουλος του TF1, εκφράζει αμέσως την εκτίμησή του: «Αισθάνθηκα ένα είδος ενθουσιασμού, μια θέληση να γίνει κάτι σωστό».2

Ο Μεστρ δεν είναι ο μόνος που κάνει το σωστό. Στις 18 του περασμένου Μαΐου, στο κανάλι France Inter, η εκπομπή «L’instant M» της Σόνια Ντεβιγιέρ διαμόρφωσε το κλίμα. Προκειμένου να μιλήσουν για το σχέδιο μεγα-συγχώνευσης, που σκοπό έχει να γεννήσει έναν κολοσσό ελεγχόμενο από την Bouygues με πρόεδρο τον Νικολά ντε Ταβερνόστ, το αφεντικό του Μ6, δύο «ειδήμονες» μιλούν με κοινή φωνή: ένας πρώην επικεφαλής του TF1 και του Canal Plus, ο Ξαβιέ Κουτύρ, και ο Ρενό Ρεβέλ, ένας συνεργάτης του «Journal du dimanche», που εκδίδεται από τον όμιλο Lagardère, ο οποίος, με τη σειρά του, ετοιμαζόταν να περάσει στον πλήρη έλεγχο της Vivendi (όμιλος Μπολορέ).

Για τον πρώτο, το «γραφειοκρατικό παραλήρημα» φαίνεται πως είναι εκείνο που οδήγησε σε αποχώρηση τον όμιλο Bertelsmann, τον Γερμανό πωλητή του M6, σε «μια Γαλλία που νομίζει ότι είναι εθνικά κυρίαρχη και έχει τρέψει σε φυγή τους ευρωπαϊκούς ομίλους, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι το Διαδίκτυο θα άνοιγε ούτως ή άλλως τις πόρτες στους μεγάλους αμερικανικούς ομίλους». Δηλαδή στις πλατφόρμες παροχής βίντεο κατά παραγγελία όπως οι Netflix, Amazon Prime, Disney Plus ή Apple TV.

«Όταν μιλάμε για τον τεράστιο όμιλο που θα δημιουργηθεί, αστειευόμαστε» διαβεβαίωνε: «Ακόμη και το TF1 ενωμένο με το Μ6 θα έχουν χαμηλότερα διαφημιστικά έσοδα από την Google. (...) Είναι νάνος αυτός ο καινούργιος γίγαντας!». Ως απόδειξη συνιστούσε να δούμε την άνευ προηγουμένου χρηματιστηριακή κεφαλαιοποίηση ή τον αριθμό συνδρομητών στις πολυεθνικές του video streaming (βίντεο συνεχούς ροής).

Για τον δεύτερο, που επικρίνει βίαια έναν «ασφυκτικό κλοιό ρυθμίσεων και κανονισμών», ο «γάμος» αυτός έχει να κάνει με «την επιβίωση του TF1 και του Μ6, καθώς αυτά τα κανάλια αναπόφευκτα θα εξαφανίζονταν εάν δεν έβρισκαν ένα νέο επιχειρηματικό μοντέλο».

Να υπενθυμίσουμε λοιπόν ότι οι όμιλοι TF1 και Μ6 παρουσίασαν συνδυαστικά το 2020, χρονιά υγειονομικής κρίσης, κύκλο εργασιών ύψους 3,36 δισεκατομμυρίων ευρώ και κέρδη 460 εκατομμυρίων ευρώ. Συγκέντρωσαν το 42% των 44,3 εκατομμυρίων καθημερινών τηλεθεατών και τα τρία τέταρτα των εσόδων από την τηλεοπτική διαφήμιση.

«Η συγχώνευση δεν με ανησυχεί» διαβεβαίωνε η υπουργός Πολιτισμού Ροζλίν Μπασλό στις 30 του περασμένου Αυγούστου στον ραδιοφωνικό σταθμό France Info. «Χρειαζόμαστε δυνατούς ομίλους στον χώρο των ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών μέσων, οι οποίοι να διασφαλίζουν την παροχή ποιοτικών δωρεάν προγραμμάτων (...). Μολονότι ορισμένοι αποκαλούν γίγαντες τέτοιους ομίλους, σε διεθνές επίπεδο παραμένουν νάνοι του οπτικοακουστικού τοπίου». «Νάνοι»;  Ήταν το ίδιο επιχείρημα που ακούστηκε στις 18 Μαΐου στην εκπομπή «C ce Soir», στο κανάλι France 5, αυτή τη φορά από το ντουέτο των Ξαβιέ Κουτύρ και Σόνια Ντεβιγιέρ.

Μόνο η Ζυλιά Καζέ, καθηγήτρια Οικονομικών στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών (Sciences Po), προσπάθησε τότε να αντιτάξει σε αυτό το επιχείρημα την απειλή εναντίον της πολυφωνίας και της ελευθερίας των αιθουσών σύνταξης, την οποία η συγχώνευση ισχυρίζεται ότι θα διασφαλίσει. Μολονότι το Μ6 δεν αριθμεί περισσότερους από ογδόντα δημοσιογράφους, έναντι τετρακοσίων του TF1 και του LCI, του καναλιού 24ωρης μετάδοσης ειδήσεων που ανήκει στον όμιλό του, θα είναι δελεαστικό να εφαρμοστεί στις συντακτικές ομάδες ένα μέρος των αναγγελθεισών συνεργιών -που εκτιμώνται μεταξύ 250 και 350 εκατομμυρίων ευρώ για τρία χρόνια.

Η τοποθέτηση των συντακτικών ομάδων του M6 (όπου ανήκει και εκείνη του ραδιοφώνου RTL) μαζί με εκείνες του TF1 και του LCI υπό μία και μοναδική διεύθυνση ειδήσεων θα επιτρέψει την υπαγόρευση των τιμών των ρεπορτάζ στους εξωτερικούς συνεργάτες και, βεβαίως, τη διασφάλιση ότι οι δημοσιογράφοι θα παραμένουν φρόνιμοι. Ο Νικολά ντε Ταβερνόστ θα φροντίζει γι’ αυτό.

«Δεν μπορώ να ανεχθώ να κακολογούνται οι πελάτες μας» είχε προειδοποιήσει στις 31 Μαΐου 2015 στο Canal Plus, αφού προηγουμένως είχε εξαφανίσει, το 2012, μια έρευνα της εκπομπής «Capital» για την εταιρεία Free Mobile και είχε λογοκρίνει, τρία χρόνια πρωτύτερα, ένα ρεπορτάζ της εκπομπής «Zone interdite» σχετικό με την υγιεινή στα ΜακΝτόναλντς, τα οποία διαφημίζονται στο Μ6.

Ωστόσο ο μελλοντικός όμιλος δεν είναι έτοιμος να εγκαταλείψει τις θέσεις του στον τομέα της ενημέρωσης, όργανο ελέγχου του πολιτικού κόσμου. Ο οποίος ορίζει τις δημόσιες συμβάσεις, όπως και νόμους και κανονισμούς ικανούς να αποτρέψουν την επέκταση μιας μεγάλης επιχείρησης τηλεπικοινωνιών ή κατασκευών και δημοσίων έργων.

Ο όμιλος TF1 ανέθεσε στην τράπεζα - σύμβουλό του Ρότσιλντ να βρει αγοραστή για τα δικά του κανάλια TFX και TF1 Séries Films, προκειμένου να ικανοποιήσει τη νομική υποχρέωση να μην διαθέτει περισσότερες από επτά επίγειες εθνικές συχνότητες (διαθέτει πέντε, όπως και το Μ6). Δεν υπάρχει περίπτωση όμως να εγκαταλείψει το LCI, το οποίο ωστόσο είναι ελλειμματικό.  Ή το TMC, που μεταδίδει τη δημοφιλή εκπομπή «Quotidien» του Γιαν Μπαρτές.

Και είναι μάλλον απίθανο το CSA να το υποχρεώσει να το κάνει. Ο Ντιντιέ Καζά, γενικός γραμματέας του TF1, που είχε συμμετάσχει ενεργά στην εκστρατεία του Εμανουέλ Μακρόν το 2017, αναλαμβάνει να μεταπείσει το CSA υπενθυμίζοντας ότι σε αυτή την περίπτωση η ρυθμιστική αρχή θα μπορούσε να οδηγήσει σε ναυάγιο μια επιχείρηση την οποία εγκρίνει η κυβέρνηση.

Εξάλλου, δεν τίθεται θέμα προστασίας μόνο από τις βιντεοπλατφόρμες, αλλά και από τις ορέξεις του Βενσάν Μπολορέ, βασικού μετόχου του Canal Plus, του οποίου το κανάλι CNews, με υπερσυντηρητική γραμμή, αυξάνει τη δύναμή του. Στο προεδρικό μέγαρο πάντως ο γενικός γραμματέας, ο Αλεξίς Κολέρ, μπορεί να υπολογίζει στον Καζά προκειμένου να μην υπάρξουν άσχημες εκπλήξεις. «Είναι αρκετά λογικό η κυβέρνηση να στηρίζει το συγκρότημα TF1, γνωρίζει καλά με τι έχει να κάνει, και αυτό και μόνο μπορεί να κατευνάσει τις ανησυχίες της τώρα που βρισκόμαστε έναν χρόνο πριν από τις προεδρικές εκλογές», ψιθύριζε ένας τραπεζίτης επενδύσεων στο τηλεοπτικό περιοδικό «Télérama» στις 17 του περασμένου Μαΐου.

Για τη συγκέντρωση επιχειρηματικής ισχύος σε ελάχιστα χέρια, κεντρικό θέμα των διαδοχικών νόμων περί επικοινωνιών, πλέον δεν τίθεται σχεδόν κανένα ερώτημα. «Αυτή η συμφωνία δεν έχει παρά έναν στόχο: να προσπαθήσει να ανταγωνιστεί σε περιορισμένο βαθμό το Netflix, την Amazon, την Disney και άλλες πλατφόρμες που αρπάζουν τα πάντα στο πέρασμά τους» (3), βεβαιώνει ο Εμμανουέλ Ντυτέιγ, επικεφαλής των οικονομικών υπηρεσιών του ραδιοσταθμού Europe 1.

Βασικός μέτοχός του είναι ο Μπολορέ, ο οποίος τον Μάιο του 2021 έβαλε χέρι στον όμιλο Lagardère, αφού προηγουμένως είχε «καταπιεί» τον όμιλο ενημέρωσης και ψυχαγωγίας Prima Media και είχε θέσει υποψηφιότητα, χωρίς επιτυχία, για την εξαγορά του ομίλου Μ6. Χρειάζεται λοιπόν ένας «Γάλλος και Ευρωπαίος πρωταθλητής» για να ανταγωνιστεί την Google ή το Facebook στις διαφημίζεις ή το Netflix, την Amazon ή την Disney στα προγράμματα.

Για τον σκοπό αυτόν οι προϊστάμενοι του TF1 και του M6 καταβάλλουν προσπάθειες να δείξουν ότι αναπτύσσονται πλέον σε μια διαφημιστική αγορά όπου δεν κυριαρχεί η τηλεόραση, αλλά οι ψηφιακοί παίκτες. Ζητούν λοιπόν από την Αρχή Ανταγωνισμού, που κλήθηκε να ανακοινώσει τα συμπεράσματά της πολλούς μήνες πριν από την ανανέωση των αδειών εκπομπής του TF1 και του M6 την άνοιξη του 2023, να διευρύνει τον ορισμό της «συναφούς αγοράς» από την αμιγώς τηλεοπτική διαφήμιση μέχρι τα διαδικτυακά βίντεο του YouTube (ιδιοκτησίας Google) ή του Facebook.

Πλεονέκτημα: Αυτό επιτρέπει τη μετάβαση από τα τρία τέταρτα σε λίγο περισσότερο από το μισό του μεριδίου της διαφημιστικής αγοράς.  Όμως το λόμπι των διαφημιστών, η  Ένωση Εμπορικών Σημάτων, δεν ξεγελιέται: φοβάται πως η συγχώνευση θα αποτελέσει ευκαιρία να αυξηθεί το κόστος πρόσβασης στην τηλεοπτική διαφήμιση.

Όμως, για τον τηλεθεατή, η απειλή κινδυνεύει να φανεί καθαρότερα στα ίδια τα προγράμματα. Παρ’ όλο που το TF1 τα τελευταία χρόνια ξεχώρισε επενδύοντας στη γαλλική μυθοπλασία μέσω τηλεταινιών ή επιτυχημένων σειρών, όπως τα «Les Bracelets rouges» και «HPI», δεν ισχύει το ίδιο για το Μ6. Για έναν απλό λόγο: Κάθε επεισόδιο είναι δαπανηρό και η απόδοση της επένδυσης δεν είναι πάντοτε εξασφαλισμένη.

Κάτω από το εξεταστικό μάτι του Ντε Ταβερνόστ, ο οποίος επιδιώκει να παράγει ό,τι μεταδίδει, σπάνια είναι τα προγράμματα που τη γλιτώνουν αν δεν αποφέρουν άμεσο κέρδος. Με αυτόν τον τρόπο ο όμιλός του παρουσιάζει μια κερδοφορία σχεδόν διπλάσια εκείνης του TF1. Εάν γίνει δεκτή η συγχώνευση, είναι πιθανό κάθε νέα δαπάνη να εξετάζεται πολύ πιο αυστηρά σε σχέση με την αποδοτικότητά της.

Με ένα δίδυμο TF1-M6 σε κυρίαρχη θέση, το οποίο μπορεί να επιβάλλει πιο εύκολα στους παραγωγούς τις τιμές του και τις δικές του επιλογές περιεχομένου, ελλοχεύει ο κίνδυνος τα διάφορα ταλέντα της γαλλικής δημιουργίας να φύγουν με προορισμό τις τόσο τρομακτικές βιντεοπλατφόρμες. «Η γαλλική αγορά πάντα έπασχε από έλλειψη ανταγωνισμού, οπότε η συγχώνευση που αναγγέλλεται δεν είναι καλή είδηση», προειδοποιεί ο Στεφάν Λε Μπαρ, γενικός εκπρόσωπος της Συνδικαλιστικής  Ένωσης Οπτικοακουστικής Παραγωγής.4

«Υπάρχει μια επαγγελματική συναίνεση υπέρ της συγχώνευσης TF1-M6» γράφει ωστόσο στο Twitter ο Πασκάλ Ρογκάρ, γενικός διευθυντής της Εταιρείας Δραματικών Συγγραφέων και Συνθετών, των οποίων τα δικαιώματα εξαρτώνται από τα διαφημιστικά έσοδα. Δεν είναι σαφές πώς μια μείωση του ανταγωνισμού θα ενίσχυε την προσφορά σε έργα μυθοπλασίας από ιδιωτικά κανάλια, δεδομένου ότι o λόγος για τον οποίον το TF1 απέρριψε το κυρίαρχο μοντέλο της σχετικά φθηνής αμερικανικής σειράς ήταν η διαφοροποίησή του από το Μ6.

Επιπλέον, απέναντι στους γίγαντες του streaming, η κεφαλαιοποίηση 4 δισεκατομμυρίων ευρώ που θα προκύψει από τη συγχώνευση θα είναι άραγε πραγματικά πιο αποδοτική από την πρωτύτερη μισή της μπροστά στα 215 δισεκατομμύρια του Netflix, το οποίο συγκεντρώνει κατά βούληση πόρους από το χρηματιστήριο προκειμένου να χρηματοδοτήσει τις παραγωγές του; Παρεμπιπτόντως ο πάροχος βίντεο κατά παραγγελία που μπορεί να υπερασπιστεί τη γαλλική δημιουργία απέναντι στις πλατφόρμες streaming υπάρχει ήδη: ονομάζεται Salto, είναι κοινό εγχείρημα των TF1, M6 και France Télévisions (δημόσια τηλεόραση) και έχει εγκριθεί από την Αρχή Ανταγωνισμού.

Μήπως, συγχωνεύοντας δύο εταιρείες 3.700 και 2.000 εργαζομένων, η επιχείρηση TF1-M6 επιδιώκει, με πιο πεζά λόγια, να επιτρέψει σε ιδιώτες μετόχους να πραγματοποιήσουν οικονομίες κλίμακας (μειώνοντας το προσωπικό) και να αξιοποιήσουν καλύτερα τα μερίδια αγοράς τους, χωρίς να χάσουν στο ελάχιστο την ικανότητά τους να ασκούν επιρροή;

Ο Σοσιαλιστής Αρνό Μοντεμπούρ, που ανακοίνωσε την υποψηφιότητά του στις προεδρικές εκλογές του 2022, δεν έχει αναφερθεί ακόμη σε αυτό το εγχείρημα, το οποίο ωστόσο αποσκοπεί να ενισχύσει εκείνο που αποκαλούσε το 2010, μπροστά στην κάμερα του ντοκιμαντερίστα Πιερ Καρλ, «τηλεόραση της Δεξιάς, τηλεόραση των ιδεών που καταστρέφουν τη Γαλλία, τηλεόραση του ατομικισμού, τηλεόραση για τα φράγκα, τηλεόραση του διαρκούς πατήματος πάνω στις ανασφάλειες».5

Μήπως η «πτώχευση της συλλογικής φαντασίας» ή η «παραβίαση της πολιτικής πολυφωνίας» έχουν γίνει μακρινές αναμνήσεις, την ώρα που το LCI χρησίμευσε, πριν από δύο χρόνια, ως πλατφόρμα εκτόξευσης των ιδεών του εμπρηστικού ακροδεξιού αρθρογράφου της «Figaro» Ερίκ Ζεμούρ, αναμεταδίδοντας απευθείας ολόκληρη την ομιλία του στο συνέδριο της Δεξιάς που είχε οργανωθεί από τη Μαριόν Μαρεσάλ (εγγονή του Ζαν-Μαρί Λεπέν); Στο συνέδριο αυτό μιλούσαν ήδη για τον «αποικιστή» μετανάστη, τη «μεγάλη αντικατάσταση» του πληθυσμού και την «ισλαμοποίηση των δρόμων»...

Συνεπαρμένοι από την αδιάκοπη ροή των καναλιών τους στο YouTube και στο Facebook, όπου έχουν ήδη το δικό τους πιστό κοινό, οι ταγοί της Αριστεράς μάλλον ξέχασαν την επίδραση της τηλεόρασης στους Γάλλους και την ικανότητα των κυρίαρχων μέσων να κάνουν αποδεκτές τις πιο αντιδραστικές τοποθετήσεις.  Άλλωστε, με την προτίμησή του να μιλά απευθείας στον «κόσμο» και να δίνει προτεραιότητα σε πληροφορίες σχετικές με την κατανάλωση και την πρακτική ζωή, ο όμιλος TF1-LCI έχει σχεδόν πάψει να αποτελεί πολιτικό διακύβευμα.  Έχει μετακινηθεί προς ένα πολύ σχετικό με εκείνον κέντρο, απέναντι στο CNews που κατασκευάζει φόβους και στο BFM TV που τους συντηρεί.

Έτσι η ιδιωτικοποίηση του γαλλικού ραδιοτηλεοπτικού τομέα μπορεί να έχει ως κατάληξη, ύστερα από τριάντα πέντε χρόνια, να πρέπει ο τηλεθεατής να επιλέξει μεταξύ τριών ομίλων: του Bouygues, που διεξήγαγε την εκστρατεία του Νικολά Σαρκοζί το 2007 προτού επωφεληθεί από πολλές κρατικές συμβάσεις, του Altice (BFM TV, RMC και το φιλοϊσραηλινό κανάλι I24) και του Μπολορέ, που εξαρτάται από τη στρατιωτική δράση της Γαλλίας για να υπερασπιστεί τα συμφέροντά του στην Αφρική και λογοκρίνει τα ρεπορτάζ που τον δυσαρεστούν.

Ευτυχώς, θα πει κάποιος, υπάρχουν ακόμη τα δημόσια ραδιοτηλεοπτικά μέσα. Η πρόεδρός τους όμως, η Ντελφίν Ερνότ, επέλεξε και εκείνη να μην ανησυχήσει: «Εάν η συγχώνευση του TF1 και του M6 οδηγήσει στη δημιουργία ενός ισχυρότερου γαλλικού ιδιωτικού ομίλου, τόσο το καλύτερο» δηλώνει.6 Για την ίδια, μολονότι πρέπει ασφαλώς να υπάρχει η μέριμνα κατά της υπονόμευσης της πολυφωνίας και του «κινδύνου αρπακτικής δραστηριότητας» όσον αφορά τα αθλητικά δικαιώματα, ένας ισχυρός ιδιωτικός ραδιοτηλεοπτικός όμιλος θα συνέβαλλε ακόμα και στην ενίσχυση της «ανάγκης για έναν ισχυρό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό όμιλο».

Ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του TF1 Ζιλ Πελισόν αποκρυπτογραφεί τα λεγόμενά της: οι δημόσιες αρχές θα μπορούσαν να επωφεληθούν από την ύπαρξη του νέου ομίλου προκειμένου να επαναφέρουν, ως αντιστάθμισμα, τις διαφημίσεις στα δημόσια μέσα ενημέρωσης μετά τις οκτώ το βράδυ, κάτι που σήμερα απαγορεύεται με βάση τον ισχύοντα νόμο για τις επικοινωνίες. «Προετοιμαζόμαστε ψυχολογικά γι’ αυτό το αίτημα της Ντελφίν Ερνότ» είχε αποκαλύψει στις 7 του περασμένου Σεπτεμβρίου.7 Μια πλήρης επιστροφή της διαφήμισης στα δημόσια κανάλια της France Télévisions θα ολοκλήρωνε τη συντηρητική επανάσταση στη γαλλική τηλεόραση.

1 «Les Échos», Παρίσι, 8 Σεπτεμβρίου 2021

2 Πρακτορείο ειδήσεων AFP, Παρίσι, 7 Σεπτεμβρίου 2021

3 Europe 1, 28 Ιουλίου 2021

4 «Télérama», Παρίσι, 17 Μαΐου 2021

5 «Le Point», Παρίσι, 1η Οκτωβρίου 2010

6 «Le Figaro», Παρίσι, 24 Αυγούστου 2021

7 «Les Échos», 8 Σεπτεμβρίου 2021

* Η Marie Bénilde είναι δημοσιογράφος

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL