Live τώρα    
17°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Ελαφρές νεφώσεις
17 °C
14.4°C18.2°C
2 BF 76%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Ελαφρές νεφώσεις
16 °C
13.7°C17.0°C
2 BF 70%
ΠΑΤΡΑ
Αραιές νεφώσεις
16 °C
15.0°C18.0°C
3 BF 70%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Σποραδικές νεφώσεις
16 °C
14.4°C17.5°C
5 BF 80%
ΛΑΡΙΣΑ
Αραιές νεφώσεις
8 °C
7.9°C13.5°C
0 BF 100%
Ενεργειακή τραμπάλα στην Ευρώπη
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ενεργειακή τραμπάλα στην Ευρώπη

ΑΓΩΓΟΣ

Επιμέλεια: Βασίλης Παπακριβόπουλος

Περίπου τα δύο τρίτα του φυσικού αερίου που καταναλώνει η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι εισαγόμενα, ενώ οι ανάγκες της αυξάνονται διαρκώς. Ανησυχώντας για την αστάθεια των τιμών, καθώς και για την εξάρτησή της από τη Ρωσία, τον κυριότερο προμηθευτή της, επιζητεί τον πολλαπλασιασμό των παρόχων και τη διασφάλιση των αποθεμάτων της. Στον αντίποδα, η Μόσχα διερευνά προοπτικές επέκτασης σε νέες αγορές, ενώ διατηρεί υπό τον έλεγχό της την ανάπτυξη των κυριότερων αγωγών φυσικού αερίου: η εξάρτηση από έναν και μοναδικό πελάτη προβληματίζει έντονα το Κρεμλίνο. Είναι άραγε εφικτή μια ενιαία ενεργειακή Ευρώπη; Επιστροφή μέσα από το αρχείο μας, στο 2008, όταν ακόμα η κόντρα της Ε.Ε. με τη Ρωσία δεν ήταν τόσο έντονη, αλλά η Ευρώπη αναζητούσε βιώσιμες λύσεις για το ενεργειακό. Όπως και τώρα.

Σύμφωνα με τη Στατιστική Υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Eurostat), η αναλογία της ενεργειακής εξάρτησης της Ευρώπης αυξήθηκε από 45% το 1997 σε 54% το 2006. Εύλογα, εφόσον όχι μόνο μειώθηκε η ευρωπαϊκή παραγωγή ενέργειας κατά 9% από το 1997 αλλά και δεν έπαψε να αυξάνεται η συνολική κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας, τουλάχιστον μέχρι το 2007. Δηλαδή σε μια δεκαετία οι καθαρές εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 29%. Αλλά σε τι ακριβώς αντιστοιχεί αυτός ο αριθμός;

Καταρχάς, η Ευρωπαϊκή Ένωση παράγει ολοένα και λιγότερη ενέργεια από ορυκτά καύσιμα. Ο άνθρακας -πρώτη σε κατανάλωση πρωτογενής μορφή ενέργειας κατά τη δεκαετία του 1960- καταλαμβάνει σήμερα μόλις την τρίτη θέση, μετά το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Τα ανθρακωρυχεία κλείνουν το ένα μετά το άλλο.

Παράλληλα, η προοδευτική εξάντληση των αποθεμάτων μαύρου χρυσού, τα οποία εκτιμάται ότι θα ακολουθήσουν τον ίδιο ρυθμό παραγωγής για λιγότερο από οχτώ χρόνια, συνδέει ακόμη πιο στενά την Ένωση με τους προμηθευτές της από τη Ρωσία, τη Μέση Ανατολή, την Αλγερία αλλά και τη Νορβηγία. Τέλος, η εξόρυξη ευρωπαϊκού φυσικού αερίου μειώνεται από το 1996, ενώ η ζήτησή του έχει αυξηθεί κατά πολύ στη διάρκεια των δεκαπέντε τελευταίων ετών. Το 2007 το 61,5% του φυσικού αερίου το οποίο καταναλώθηκε (ή αποθηκεύτηκε) από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν προϊόν εισαγωγής.

Ο ενθουσιασμός για το φυσικό αέριο οφείλεται εν μέρει στη χρήση του για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Ενώ το μερίδιο των πυρηνικών στην ευρωπαϊκή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει στάσιμο από τη δεκαετία του 1990 και εκείνο του πετρελαίου και του άνθρακα δεν παύει να συρρικνώνεται, το μερίδιο του φυσικού αερίου τριπλασιάστηκε μέσα σε δεκαπέντε χρόνια. Όμως υπάρχει και η άλλη όψη στο ενεργειακό νόμισμα. Κατασκευάζοντας πολλά εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρισμού από φυσικό αέριο, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις ηλεκτρισμού βρίσκονται εξαρτημένες από τις εισαγωγές και τις διακυμάνσεις των τιμών.

Όμοια με την περίπτωση του πετρελαίου, η επιλογή του φυσικού αερίου για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας θέτει το ζήτημα της διασφάλισης αποθεμάτων για την Ευρωπαϊκή Ένωση και, επομένως, αποκαλύπτει την ευάλωτη θέση της έναντι των εξαγωγών χωρών και των προμηθευτών της. Από τη σκοπιά της Ένωσης, η κατάσταση είναι απλή: το 83,4% του φυσικού αερίου που εισάγει προέρχεται μόνο από τρεις χώρες, τη Ρωσία, την Αλγερία και τη Νορβηγία, ενώ μεταφέρεται κυρίως διαμέσου αγωγών. Συνεπώς, για να προστατευτούν καλύτερα έναντι της οικονομικής και γεωπολιτικής αβεβαιότητας, οι χώρες οι οποίες εισάγουν επιζητούν, εύλογα, τον πολλαπλασιασμό των παρόχων τους, καταφεύγοντας σε έναν νέο τύπο μεταφοράς, τα υγραεριοφόρα πλοία.

Από το 1985 και μέχρι το 2000 η πτώση των τιμών του φυσικού αερίου είχε ευνοήσει τη σύναψη μακροπρόθεσμων συμβολαίων (διάρκειας είκοσι ή τριάντα ετών), τα οποία συμπεριελάμβαναν παράλληλα την κατασκευή πληθώρας αγωγών. Η σταθερότητα των τιμών πώλησης στους τελικούς καταναλωτές αερίου ήταν εγγυημένη με το εν λόγω σύστημα, αλλά η διαδικασία σήμαινε ότι οι χώρες - εισαγωγείς ήταν άρρηκτα δεμένες με τις χώρες - εξαγωγείς. Ως εκ τούτου, βασικός άξονας για την απελευθέρωση του κλάδου του φυσικού αερίου υπήρξε ο πολλαπλασιασμός των βραχυπρόθεσμων συμβολαίων, ώστε να ενθαρρυνθεί η άφιξη νέων παικτών στις αγορές. Ζητούμενο δεν ήταν η μείωση της ευρωπαϊκής ενεργειακής εξάρτησης έναντι των προμηθευτών -η εξάρτηση είναι αναπόφευκτη, δεδομένης της απουσίας ανανεώσιμων εγχώριων αποθεμάτων- αλλά η διαφοροποίηση των παρόχων.

Η αγορά του φυσικού αερίου, αντίθετα από εκείνη του πετρελαίου, προσδιορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τον παράγοντα της γεωγραφικής κατανομής, εξαιτίας των περιορισμών στον τομέα των υποδομών που αφορούν κυρίως τους αγωγούς. Οι συναλλαγές μεταξύ των περιοχών της «Ευρώπης», της «Ασίας» και της «Αμερικής» είναι λιγοστές. Όμως η διεθνοποίηση της αγοράς εδραιώνεται με την άνοδο της ισχύος του υγροποιημένου φυσικού αερίου (ΥΦΑ). Το ΥΦΑ καταλαμβάνει έξι φορές μικρότερο όγκο απ’ ό,τι το ομόλογό του σε αέρια κατάσταση, ενώ η μεταφορά του με υγραεριοφόρα πλοία, όπως και η αποθήκευσή του, γίνονται κατά τρόπο όχι μόνον ευέλικτο αλλά και οικονομικό. Πρόκειται για θεόσταλτο δώρο προς τα βραχυπρόθεσμα συμβόλαια, όπως και για τις χώρες - εξαγωγείς, οι οποίες ποντάρουν στο νέο προϊόν: τη Νιγηρία, το Κατάρ, τα κοιτάσματα του οποίου καταλαμβάνουν την τρίτη θέση παγκοσμίως, τη Δημοκρατία Τρινιντάντ και Τομπάγκο, η οποία τροφοδοτεί κυρίως τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και τη Μαλαισία και την Ινδονησία.

Η εξέταση του ζητήματος της ευρωπαϊκής ενεργειακής εξάρτησης μόνο υπό το πρίσμα του πελάτη δεν έχει ιδιαίτερο νόημα. Αρκεί να υιοθετήσει κανείς την οπτική των παραγωγών χωρών για να κατανοήσει ότι η θέση ισχύος τους είναι πιο ευάλωτη απ’ ό,τι αρχικά φαίνεται. Η πλειονότητα των χωρών που προμηθεύουν φυσικό αέριο στην Ευρώπη τής διαθέτουν συντριπτικό μερίδιο των συνολικών εξαγωγών τους. Πάνω από το 80% της παραγωγής της Ρωσίας και της Αλγερίας ολοκληρώνει τη διαδρομή του στους ευρωπαϊκούς τερματικούς σταθμούς, όπως και το σύνολο, σχεδόν, του νορβηγικού φυσικού αερίου. Σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, που η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν απέχει πολύ από το προνόμιο του μοναδικού καταναλωτή για πολλούς παραγωγούς - πρόκειται για κατάσταση σπάνια, η οποία έχει επονομαστεί «μονοψώνιο».1 Όσο κι αν παραμένει διαιρεμένη ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα και παρά τις αποκλίνουσες στρατηγικές στους κόλπους της, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξισορροπεί, τρόπον τινά, την ενεργειακή της εξάρτηση με τη δέσμευση των παρόχων της.

Για να αντισταθμίσουν τους κινδύνους που απορρέουν από αυτήν την κατάσταση, ορισμένοι παραγωγοί επιχειρούν να προσανατολίσουν μέρος των εξαγωγών τους κυρίως προς την Κίνα, καθώς και να καταλάβουν θέσεις εγγύτερα στη διανομή στην ευρωπαϊκή αγορά, ώστε να γίνουν επίσης τελικοί διανομείς. Σε αυτό το πλαίσιο, η ρωσική εταιρεία Gazprom, ο κυριότερος προμηθευτής της Ευρωπαϊκής Ένωσης -της παρέχει το ένα τέταρτο των αποθεμάτων της-, κατασκευάζει, συνεταιρικά με μεγάλους ευρωπαϊκούς ομίλους, αγωγούς οι οποίοι ανταγωνίζονται... εκείνους που δημιουργούνται από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Συμπληρώνοντας τον ρόλο του προμηθευτή με εκείνον του διανομέα, η Gazprom επιδιώκει επίσης να ανταγωνιστεί τη GDF-Suez στη γαλλική αγορά. Μακροπρόθεσμα, ο ρωσικός γίγαντας στοχεύει να εμπορευματοποιήσει το 10% του φυσικού αερίου που καταναλώνεται στη Γαλλία - επιδίωξη που προκαλεί ανησυχία για αθέμιτο ανταγωνισμό.

Απειλούμενες από τις εξελίξεις στη διαμόρφωση των συναλλαγών φυσικού αερίου, οι χώρες - εξαγωγείς θα μπορούσαν επίσης να επιδιώξουν τη σύναψη συμμαχιών. Παρ’ ότι, βραχυπρόθεσμα, η προοπτική σύστασης καρτέλ δεν φαντάζει διόλου πιθανή -εξαιτίας της υπερβολικής απόκλισης των φιλοδοξιών αυτών των χωρών-, δεν πρέπει να αποκλειστεί μεσοπρόθεσμα. Η συσπείρωση των βασικών χωρών - εξαγωγέων φυσικού αερίου, κατά τα πρότυπα του Οργανισμού Χωρών Εξαγωγέων Πετρελαίου (ΟΡΕΚ), θα μπορούσε να επιφέρει είτε άνοδο των τιμών είτε μείωση του όγκου παραγωγής.

Στην περίπτωση της Νορβηγίας, εξαιτίας των επιβεβαιωμένα περιορισμένων αποθεμάτων και του εντατικού ρυθμού παραγωγής, προβλέπεται ότι τα κοιτάσματα θα εξαντληθούν με ταχύτερο ρυθμό σε σύγκριση με άλλες χώρες, εν δυνάμει συμμέτοχες σε ένα τέτοιο καρτέλ. Αντίθετα, η Ρωσία, η Αλγερία και, ενδεχομένως, η Λιβύη και η Νιγηρία θα μπορούσαν να συγκροτήσουν τον σκληρό πυρήνα της συμμαχίας, διατρέχοντας, ωστόσο, τον κίνδυνο ηγεμονικής συμπεριφοράς της Ρωσίας στους κόλπους της.

Μια τέτοια συμμαχία θα σηματοδοτούσε το οριστικό τέλος της απελευθέρωσης της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας: στην παραγωγή, οι χώρες - εξαγωγείς θα διαμορφώνουν τις τιμές και τον όγκο της παραγωγής, ενώ, στη διανομή οι επιχειρήσεις ηλεκτρισμού θα αποδομηθούν και θα αφεθούν στον ανταγωνισμό. Υπό αυτές τις συνθήκες, κάθε άλλο παρά εκπλήσσει η λύση την οποία προκρίνουν οι Βρυξέλλες, δηλαδή την εξαγωγή του ανταγωνισμού στις χώρες - παραγωγούς. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιθυμεί, εξάλλου, οι συμφωνίες με τρίτες χώρες «να περιέχουν ρήτρες για το άνοιγμα των αγορών, τις επενδύσεις, τον ανταγωνισμό και τη σύγκλιση των κανονιστικών πλαισίων». Πρόκειται περί ουτοπίας; Μάλλον περί εμμονής.

Εστιάζοντας στον σεβασμό και στην επέκταση του ελεύθερου ανταγωνισμού, η Επιτροπή φαίνεται να λησμονεί ότι λειτουργεί σε παγκοσμιοποιημένη οικονομία. Το πρόβλημα δεν έγκειται τόσο στην ενεργειακή εξάρτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο στην οικονομική της ενσωμάτωση στους κόλπους των διεθνών συναλλαγών των μη ανανεώσιμων ενεργειακών πόρων.

Αντί να παροτρύνει τους γίγαντες της ενέργειας να επενδύσουν σε μονάδες παραγωγής και να αναπτύξουν διάλογο με ξένους παίκτες, η Ευρωπαϊκή Ένωση προτίμησε να καταλύσει τα ιστορικά μονοπώλια. Ο δογματισμός της όχι μόνο δεν υπήρξε αποτελεσματικός αλλά επέφερε ολιγοπώλιο ιδιωτικών επιχειρήσεων, οι οποίες ενδιαφέρονται περισσότερο να εξυπηρετήσουν τους μετόχους παρά τους «χρήστες», οι οποίοι έχουν μετατραπεί σε «πελάτες».

Μια εναλλακτική πολιτική στρατηγική, επίσης ευρωπαϊκού χαρακτήρα αλλά λιγότερο θαμπωμένη από τις ιδεολογικές αναλαμπές του συρμού στις Βρυξέλλες, θα συνίστατο στην οικοδόμηση μιας ενιαίας ενεργειακής επιχείρησης, που θα εγγυάται μια δημόσια ευρωπαϊκή υπηρεσία. Ακόμη και εμπειρογνώμονες που δεν προκρίνουν τον παρεμβατισμό συγκλίνουν στο εξής σημείο: τα δίκτυα διανομής και οι υποδομές τους αποτελούν φυσικά μονοπώλια και πρέπει να τεθούν υπό την αιγίδα ενός και μοναδικού οργανισμού.

Με έρεισμα τις υφιστάμενες εγκαταστάσεις πυρηνικής ενέργειας για πολιτικούς σκοπούς, την ανάπτυξη ανανεώσιμων μορφών ενέργειας και τον πολλαπλασιασμό των παρόχων φυσικού αερίου, αυτό το υποθετικό δημόσιο μονοπώλιο, ένα είδος Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού / Αερίου ευρωπαϊκής κλίμακας, θα μπορούσε να αναλάβει τη μεταφορά, τη διανομή και μέρος της παραγωγής της ευρωπαϊκής ενέργειας. Θα έδινε επίσης την ευκαιρία να μειωθούν αισθητά οι συλλογικές δαπάνες (με έναν και μοναδικό λογαριασμό, μια και μοναδική οντότητα για τη διαχείριση όλων των μορφών ενέργειας, μηδενικό κόστος δοσοληψίας και μηδαμινή διοικητική ασυμβατότητα), καθώς και οι εκπομπές αερίων τα οποία προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Όμως, για να ζωντανέψει το εν λόγω σχέδιο, θα χρειαζόταν μια άλλη Ευρώπη...

1 (Σ.τ.Μ): monopsony (αγγλ.) monopsone (γαλλ.) Από το αρχαίο μόνος και οψωνία (αγορά). Πρόκειται για την αγορά όπου υπάρχει μόνο ένας αγοραστής για πολλούς πωλητές - το αντίθετο του μονοπωλίου.

Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο στη διεύθυνση: https://monde-diplomatique.gr/energeiaki-trabala-stin-evropi/

* Ο Mathias Reymond είναι οικονομολόγος, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μονπελιέ

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL