Live τώρα    
18°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Ελαφρές νεφώσεις
18 °C
16.7°C20.0°C
2 BF 77%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Ελαφρές νεφώσεις
17 °C
16.0°C17.8°C
1 BF 82%
ΠΑΤΡΑ
Ελαφρές νεφώσεις
12 °C
8.3°C16.0°C
1 BF 82%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Ελαφρές νεφώσεις
18 °C
17.8°C19.0°C
1 BF 88%
ΛΑΡΙΣΑ
Ασθενείς βροχοπτώσεις
17 °C
16.7°C17.0°C
2 BF 77%
Μπρος σε πληθυσμιακή κατάρρευση η Ρωσία
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Μπρος σε πληθυσμιακή κατάρρευση η Ρωσία

Επιμέλεια: Βασίλης Παπακριβόπουλος

 

Το κείμενο που δημοσιεύουμε σήμερα χρονολογείται από τον Ιούνιο του 2011 αλλά δεν είχε ποτέ μεταφραστεί στην ολότητά του στα ελληνικά. Τα στοιχεία που παρουσιάζει είναι ακόμα σε ισχύ εν αναμονή της απογραφής του 2020: ποσοστά γεννήσεων σε πτώση, υψηλή θνησιμότητα, φόβος των μεταναστών... Το φαινόμενο της δημογραφικής ύφεσης δίνει το μέτρο του τραυματισμού που υπέστη η χώρα μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.

 

"Μία χώρα τόσο αχανής όπως η Ρωσία έπρεπε να έχει τουλάχιστον 500 εκατομμύρια κατοίκους"

Βλαντίμιρ Πούτιν

 

Για να κατανοήσει κανείς το μέγεθος της δημογραφικής κρίσης στη Ρωσία, δεν είναι ανάγκη να ερευνήσει τις πλέον δυσπρόσιτες περιφέρειες της χώρας με τα ακραία κλιματικά φαινόμενα. Στην περιοχή του Τβερ (Καλίνιν από το 1930 ώς το 1990), μερικές ώρες μονάχα από τη Μόσχα, καταγράφηκαν κατά τη διάρκεια της περασμένης δεκαετίας περισσότεροι από δύο θάνατοι για κάθε μία γέννηση. Σύμφωνα δε με τα πρώτα αποτελέσματα της απογραφής του Σεπτεμβρίου του 2010, ο πληθυσμός της περιοχής ανέρχεται μονάχα στα 1,32 εκατομμύρια άτομα. Μέσα σε είκοσι χρόνια μειώθηκε κατά 18%, δηλαδή κατά περισσότερο από 300.000 κατοίκους.

Στο περιφερειακό τρένο (Elektrichka) που φτάνει από τη Μόσχα γυναίκες γερασμένες και μόνες προσπαθούν να πουλήσουν όπως-όπως τα κουζινικά τους για να συμπληρώσουν την ισχνή τους σύνταξη. Στα παγωμένα νερά του Βόλγα, πολλοί ψαράδες σπάνε τον πάγο για να τον τρυπήσουν. Και αν αψηφούν το κρύο, δεν είναι για το κέφι τους... Η αρμονία των χρωμάτων των ρώσικων ίσμπα έρχεται σε αντίθεση με την αυστηρότητα των μπετονένιων πολυκατοικιών που περιτριγυρίζουν την πρωτεύουσα. Αλλά η πλειονότητα των ξύλινων αυτών σπιτιών είναι άδεια εδώ και χρόνια: "Στα μισά από τα 9.000 χωριά της περιοχής ο μόνιμος πληθυσμός δεν ξεπερνάει τα δέκα άτομα", υποστηρίζει η Άννα Τσουκίνα, γεωγράφος στο πανεπιστήμιο του Τβερ.

Από την εποχή της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης, το 1991, η Ρωσία έχει χάσει σχεδόν 6 εκατομμύρια κατοίκους. Μάλιστα, η επιστροφή των Ρώσων που ζούσαν στις "αδελφές Δημοκρατίες" και το θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο επέτρεψαν να μετριαστούν κάπως οι συνέπειες ενός ιδιαίτερα αρνητικού φυσικού ισοζυγίου. Σήμερα ο πληθυσμός της Ρωσίας ανέρχεται σε 142,9 εκατομμύρια κατοίκους, που ζουν σε μια επικράτεια η οποία είναι διπλάσια εκείνης του Καναδά ή της Κίνας (και τριάντα φορές μεγαλύτερη από εκείνη της Γαλλίας). Μάλιστα, ο Βασίλι Βισνέβσκι, διευθυντής του Ινστιτούτου Δημογραφίας του πανεπιστημίου της Μόσχας, υποστηρίζει ότι "η χειρότερη μορφή φτώχειας της χώρας είναι ο αναιμικός πληθυσμός της, που ζει σε μια αχανή επικράτεια".

Οι πλέον απαισιόδοξες εκτιμήσεις του ΟΗΕ για την εξέλιξη της σημερινής δημογραφικής κατάστασης κάνουν λόγο για έναν πληθυσμό ο οποίος το 2025 θα έχει περιοριστεί στα 120 εκατομμύρια - σύμφωνα με το μεσαίο σενάριο, ο πληθυσμός της χώρας θα ανέρχεται στα 128,7 εκατομμύρια. Στη συνέχεια, η μείωσή του θα πραγματοποιηθεί με ακόμα ταχύτερο ρυθμό. Όσο για το πρόσφατο μεσαίο σενάριο της ρωσικής ομοσπονδιακής στατιστικής υπηρεσίας (Rosstat), είναι ότι, εκείνη την εποχή, ο πληθυσμός της χώρας θα ανέρχεται στα 140 εκατομμύρια.

Στον ετήσιο λόγο του στη Δούμα, στις 10 Μαΐου του 2006, ο Πούτιν αξιολογούσε το δημογραφικό ζήτημα ως "το οξύτερο πρόβλημα της χώρας" και έθετε τρεις προτεραιότητες: "Κατ’ αρχάς, οφείλουμε να περιορίσουμε τη θνησιμότητα. Στη συνέχεια, χρειαζόμαστε μια έξυπνα σχεδιασμένη μεταναστευτική πολιτική. Τέλος, πρέπει να αυξηθεί το ποσοστό της γεννητικότητας". Δεδομένης της σχετικής αδιαφορίας του πληθυσμού για το ζήτημα, τα μέσα ενημέρωσης και οι υπεύθυνοι προτιμούν να εστιάζουν τις προσπάθειές τους στη γεννητικότητα -ένα ζήτημα γύρω από το οποίο εύκολα προκύπτει συναίνεση- και δεν καταπιάνονται με τις αντιφάσεις της "νέας Ρωσίας", όπου κυριαρχούν εντονότατες ανισότητες.

Ακόμα και στην καρδιά του χειμώνα, στους χιονισμένους πεζόδρομους του Τβερ ή στις όχθες του Βόλγα συναντάμε πολλά καροτσάκια μωρών με ρόδες ή με... πέδιλα σκι. Στο τμήμα της δημόσιας υγείας, η υπεύθυνη προστασίας της παιδικής ηλικίας, Λύντια Σαμόσκινα, είναι αισιόδοξη: "Βλέπουμε όλο και περισσότερες οικογένειες με δύο ή τρία παιδιά. Η γεννητικότητα σταμάτησε να μειώνεται εδώ και τέσσερα ή πέντε χρόνια. Σήμερα, η οικονομία πάει καλύτερα. Το κράτος και η περιοχή βοηθούν".

Η νέα πολιτική για τη γεννητικότητα της κυβέρνησης θυμίζει την εξύμνηση της "σοσιαλιστικής οικογένειας" τη σοβιετική περίοδο. Το "μητρικό κεφάλαιο" επιτρέπει να κατευθύνονται τα βοηθήματα σε πολυπληθείς οικογένειες. Φαινομενικά, αυτό έχει αποτέλεσμα, αφού ο αριθμός των γεννήσεων αυξάνεται από το 2007. Το ποσοστό γεννήσεων, που είχε πέσει στο 8,6% (παιδιά ανά 1.000 κατοίκους) το 1999, ανέβηκε ξανά στο 12,6% το 2010. Στη διάρκεια της ίδιας περιόδου ο συνθετικός δείκτης γονιμότητας (Σ.τ.Ε.: ετήσιος δείκτης) πέρασε από 1,16 παιδιά ανά γυναίκα στα 1,53.

Ωστόσο, οι δημογράφοι παραμένουν σκεπτικιστές. Τις περισσότερες φορές, το μόνο αποτέλεσμα των οικονομικών κινήτρων είναι να επισπεύδουν οι γυναίκες μια προαποφασισμένη εγκυμοσύνη τους. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 η πολιτική του Γκορμπατσόφ για την τόνωση της γεννητικότητας επέτρεψε αρχικά την άνοδο της γονιμότητας, αλλά στη συνέχεια ακολούθησε μια ακόμα εντονότερη κάμψη. Μακροπρόθεσμα, η γεννητικότητα εξελίσσεται στη Ρωσία όπως και στις περισσότερες βιομηχανικές χώρες. Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 και την πολιτιστική επανάσταση του ελέγχου των γεννήσεων, ο σύνθετος δείκτης γονιμότητας έπεσε κάτω από το όριο της ανανέωσης των γενεών. Η μόνη διαφορά με τη Δύση ήταν η χαμηλή διάδοση των μεθόδων αντισύλληψης. Οι αρχές καλλιεργούσαν την καχυποψία απέναντι στο χάπι και οι Ρωσίδες κατέφευγαν μαζικά στην άμβλωση (νόμιμη από το 1920, απαγορευμένη από τον Στάλιν το 1936 και πάλι νόμιμη μετά το 1955). Οι στατιστικές για τις αμβλώσεις παρέμεναν απόρρητες μέχρι το 1986. Ωστόσο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, υπήρξαν χρονιές όπου στη σημερινή Ρωσία πραγματοποιήθηκαν έως και 5,4 εκατομμύρια αμβλώσεις (για παράδειγμα, το 1965). Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70 σε κάθε γυναίκα αντιστοιχούσαν πάνω από τέσσερις αμβλώσεις. Έπρεπε να περιμένουμε την κατάρρευση της ΕΣΣΔ για να υπάρξει μεγαλύτερη διάδοση της αντισύλληψης. Από το 2007 και μετά, ο αριθμός των αμβλώσεων είναι μικρότερος από εκείνον των γεννήσεων και συνεχίζει να πέφτει (1,29 εκατομμύρια το 2009).

Παρ’ όλο που η χαμηλή γεννητικότητα της Ρωσίας είναι φυσιολογική για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, η ιδιαίτερα υψηλή θνησιμότητα -κυρίως στους άνδρες- αποτελεί πρωτοφανές φαινόμενο. Οι Ρώσοι άνδρες βρίσκονται -με προσδόκιμο χρόνο ζωής 62,7 έτη το 2009 (έναντι 74,6 για τις γυναίκες)- στη χειρότερη θέση σε ολόκληρη την ήπειρο, ενώ εκτιμώνται κάτω και από τον παγκόσμιο μέσο όρο (66,9 χρόνια το 2008). Ενώ οι Δυτικοί κέρδισαν περίπου δέκα χρόνια προσδόκιμου ζωής από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, οι Ρώσοι δεν έχουν ακόμα κατορθώσει να επιστρέψουν στο επίπεδο του... 1964!

Στο Τβερ, οι συνομιλητές μας επικαλούνται τη φυγή των νέων προς την πρωτεύουσα, που βρίσκεται σε απόσταση 200 χλμ., για να ερμηνεύσουν τη μείωση του πληθυσμού. Είναι αλήθεια πώς οι πιο δραστήριοι παίρνουν τον δρόμο για τη Μόσχα ή την Αγία Πετρούπολη για να βρουν καλύτερο μισθό και πιο ενδιαφέρουσα εργασία. Όμως η φυγή τους αντισταθμίζεται σε μεγάλο βαθμό από την εισροή στην περιοχή μεταναστών από την Κεντρική Ασία. Ο πραγματικός λόγος συνίσταται στη θνησιμότητα του ανδρικού πληθυσμού, καθώς ο προσδόκιμος χρόνος ζωής του (58,3 έτη το 2008) είναι κατώτερος εκείνου του Μπενίν ή της Αϊτής.

Τη δεκαετία του 1950 στη Ρωσία σημειώθηκε ταχύτατη πρόοδος στην καταπολέμηση των λοιμωδών ασθενειών. Όταν το 1964 ανήλθε στην εξουσία ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ, οι κομμουνιστικές χώρες είχαν καλύψει την υστέρησή τους απέναντι στις δυτικές, χάρη στην ανάπτυξη του υγειονομικού τους συστήματος, στους εμβολιασμούς και τα αντιβιοτικά. Όμως, στη συνέχεια, το χάσμα δεν έπαψε να βαθαίνει... Το σύστημα Υγείας δεν αποτελούσε πλέον προτεραιότητα για το σοβιετικό καθεστώς, που είχε εισέλθει σε περίοδο οικονομικής στασιμότητας. Αποδείχθηκε δε ελάχιστα αποτελεσματικό σε σχέση με τις παθήσεις της σύγχρονης εποχής (καρκίνος, καρδιαγγειακές παθήσεις), ενώ ο κεντρικός σχεδιασμός οδήγησε στην επιλογή της ποσότητας και όχι της ποιότητας της ιατρικής περίθαλψης. Επιπλέον, τα μέσα που διατέθηκαν για τον εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων και την επιμόρφωση του προσωπικού παρέμειναν περιορισμένα. Εξάλλου, το καθεστώς δεν κατόρθωσε να ευαισθητοποιήσει τα άτομα για μια πιο υγιεινή ζωή.

Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, οι Ρώσοι έχασαν (την περίοδο 1991-1994) σχεδόν επτά χρόνια προσδόκιμου χρόνου ζωής. Παρ’ όλο που η αύξηση της θνησιμότητας αποτέλεσε κοινό χαρακτηριστικό όλων των πρώην κομμουνιστικών χωρών, αποδείχθηκε ότι, όσο προχωρούσε κανείς προς τα ανατολικά, ήταν πιο απότομη και είχε περισσότερο μόνιμο χαρακτήρα. Η εξέλιξη μπορεί να εξηγηθεί μονάχα με το χάος που προκάλεσε η περίοδος Γέλτσιν (1991-1999). Σύμφωνα με τον Ζακ Σαπίρ, "ο πληθυσμός υπέστη ένα σοκ που μπορεί να συγκριθεί μονάχα με εκείνο της περιόδου 1928-1934 (μεγάλος λιμός στην Ουκρανία)". Το 1998, το ΑΕΠ δεν αντιστοιχούσε παρά στο 60% του ΑΕΠ του 1991. Το επίπεδο των επενδύσεων ήταν κατά 30% χαμηλότερο. Η καπιταλιστική Ρωσία δεν ξαναβρήκε παρά το 2000 ένα επίπεδο αντίστοιχο μ’ εκείνο του τέλους της Σοβιετικής Ρωσίας.

Είναι η εποχή του ξεπουλήματος των δημόσιων αγαθών και της λεηλασίας των φυσικών πόρων, προς όφελος μιας μικρής ομάδας προνομιούχων, το πιο συχνά προερχόμενων από την παλιά νομενκλατούρα. Οι επιλογές που έκαναν οι πρώτοι ηγέτες της μετακομμουνιστικής περιόδου, που υλοποιούσαν τις συμβουλές των ειδικών της Δύσης όπως ο Τζέφρεϊ Σακς ή οι Γάλλοι Ντανιέλ Κοέν και Κριστιάν ντε Μπουασιέ (πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικής Ανάλυσης), μετέτρεψαν τη Ρωσία στην ευρωπαϊκή χώρα με τις υψηλότερες αλλά και τις πλέον έντονες ανισότητες σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η αποδιάρθρωση της κοινωνίας συνοδεύτηκε από μια έκρηξη των βίαιων θανάτων. Η Ρωσία κατέχει τη δεύτερη θέση παγκοσμίως ως προς το ποσοστό των αυτοκτονιών των ανδρών και την πρώτη θέση ως προς τη θνησιμότητα από τροχαία (33.000 νεκροί ετησίως) και από ανθρωποκτονίες. Επιπλέον, οι Ρώσοι, αποπροσανατολισμένοι και πανικόβλητοι, έχασαν ακόμα και το "κοινωνικό τους κεφάλαιο", τα δίκτυα σχέσεων που είχαν αναπτύξει. Η Ρωσία συγκαταλέγεται στις χώρες όπου παρατηρείται ο μικρότερος αριθμός μελών που συμμετέχουν σε συλλόγους, σωματεία και οργανώσεις. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση του αθλητισμού: Όπως παρατηρεί η δημοσιογράφος Αννα Πιούνοβα, "με εξαίρεση την τάξη των προνομιούχων, οι Ρώσοι δεν ενδιαφέρονται πλέον για τη φυσική τους κατάσταση. Αν και η Ρωσία εξακολουθεί να κατέχει σημαντική θέση στις αθλητικές διοργανώσεις λόγω της ελιτίστικης επιλογής των αθλητών από νεαρότατη ηλικία, δεν υφίσταται πλέον μαζικός αθλητισμός".

Η βότκα αποτελεί το κατεξοχήν πρόβλημα δημόσιας Υγείας. Μετά τους περιορισμούς που επέβαλε ο Γκορμπατσόφ, η κατανάλωση αυξήθηκε με ταχύ ρυθμό τη δεκαετία του ’90. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), στους άνδρες σχεδόν ένας θάνατος στους πέντε οφείλεται στο αλκοόλ (έναντι ενός στους δεκαέξι κατά μέσο όρο σε παγκόσμιο επίπεδο). Η Ρωσία είναι η χώρα της Ευρώπης όπου καταναλώνονται τα περισσότερα "βαριά" ποτά και σε ποσότητες που πολύ συχνά ξεπερνούν τη μέθη.

* Ο Philippe Descamps είναι συντάκτης της "Le Monde diplomatique"

 

Ολόκληρο το κείμενο στη διεύθυνση: https://monde-diplomatique.gr/bros-se-plithysmiaki-katarrefsi-i-rosia/

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL