Live τώρα    
22°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Αραιές νεφώσεις
22 °C
19.4°C25.6°C
4 BF 47%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Σποραδικές νεφώσεις
25 °C
24.4°C28.3°C
5 BF 47%
ΠΑΤΡΑ
Ελαφρές νεφώσεις
25 °C
22.8°C26.0°C
2 BF 57%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Σποραδικές νεφώσεις
26 °C
25.6°C26.1°C
2 BF 69%
ΛΑΡΙΣΑ
Σποραδικές νεφώσεις
24 °C
24.0°C24.0°C
1 BF 50%
Αισθητική αξιολογία και Μουσική
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Αισθητική αξιολογία και Μουσική

ΜΑΡΚΟΣ ΤΣΕΤΣΟΣ, Το μουσικό αγαθό. Θεωρίες καλλιτεχνικής αξίας, Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα, σελ. 241

Στη μνήμη του Κορνήλιου Γραμμένου, που δεν πρόλαβε να το διαβάσει

Δύο πράγματα προκαλούν έντονη εντύπωση στον αναγνώστη, όταν ανοίγει το ανά χείρας βιβλίο. Το ένα είναι η δομή του, η οποία καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας χειρίζεται τις βιβλιογραφικές παραπομπές του. Το κείμενο του βιβλίου είναι «καθαρό», χωρίς υπομνηματισμούς, με όλες τις βιβλιογραφικές παραπομπές να συγκεντρώνονται, και, κυρίως, να σχολιάζονται αναλυτικά σε ροή κειμένου, στο «Βιβλιογραφικό παράρτημα» κάθε κεφαλαίου.

Όπως επισημαίνει και ο ίδιος ο συγγραφέας στην Εισαγωγή, αυτή η επιλογή γίνεται προκειμένου να ευοδωθεί η «απρόσκοπτη ανάγνωση των επιμέρους επιχειρημάτων, αλλά και να είναι αξιοποιήσιμο, κυρίως το πρώτο μέρος του, στη διδασκαλία πανεπιστημιακών μαθημάτων σχετικών με το υπό πραγμάτευση ζήτημα, όπως η κριτική της μουσικής και της τέχνης γενικότερα», καθώς «οι θεωρίες καλλιτεχνικής αξίας που εξετάζονται κριτικά στο πρώτο μέρος δεν αφορούν σε καμία περίπτωση αποκλειστικά και μόνο την μουσική».

Ένα άλλο ζήτημα που προκαλεί εντύπωση στον αναγνώστη είναι η «τοποθέτηση» του πίνακα Melencolia I (1514) του Albrecht Dürer, κορυφαίου ζωγράφου της γερμανικής Αναγέννησης. Η επιλογή του πίνακα αφορά την απάντηση που καλείται να δώσει κάθε καλλιτέχνης, κάθε συγγραφέας, αλλά και κάθε αναγνώστης, στο εξής ερώτημα: «Για ποιο λόγο να διαβάσει κανείς σήμερα ένα βιβλίο για την καλλιτεχνική αξία;». Ο Μ. Τσέτσος απαντά: «Στο ερώτημα ας επιτραπεί η κατάθεση μιας απερίφραστης απάντησης, με την επίγνωση της φαινομενικής απλοϊκότητας: η ανθρώπινη ζωή είναι πολύ σύντομη για να αναλώνεται στην κατανάλωση καλλιτεχνικών υποπροϊόντων, [...] χωρίς να έχει βιωθεί και κατανοηθεί [...] η ανείπωτη αλήθεια της μεγάλης τέχνης».

Ο καθένας που προσπαθεί να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα γνωρίζει ήδη ότι η κοινωνική πλειοψηφία θα αποφαινόταν αυτάρεσκα και απερίφραστα «δεν χρειάζεται», ακυρώνοντας το ερώτημα. Εξ ου και η μελαγχολία που εμφανίζεται σε πρώτο επίπεδο στο καθένα που ασχολείται ή θέλει να ασχοληθεί με τέτοια ζητήματα. Το βιβλίο βοηθά στην μετατροπή αυτής της μελαγχολίας σε κριτική δύναμη, μέσα (και) από την κατάδειξη της λανθασμένης αντίληψης που προϋποθέτει μια αυτάρεσκη απόφανση όπως η παραπάνω, μέσα στην άγνοια και λόγω της άγνοιας που διακατέχει κάθε υποκείμενο που την εκφέρει.

Κάθε τέτοιο υποκείμενο εξακολουθεί βέβαια να εκφέρει αξιολογικές κρίσεις για καλλιτεχνικά και πολιτισμικά προϊόντα, νομίζοντας επιπροσθέτως ότι μια απόφανση όπως η παραπάνω είναι αποκλειστικά δική του, και όχι κομμάτι της κυρίαρχης ιδεολογίας.

Το ζήτημα είναι, συνεπώς, σε πρώτο επίπεδο, να προσδιοριστεί αν όχι η ρίζα αυτών των αντιλήψεων περί τέχνης που συγκροτούν ένα μέρος της κυρίαρχης ιδεολογίας, έστω το φιλοσοφικό τους ανάλογο, το οποίο σήμερα δίνει την βάση και προσθέτει βιβλιογραφικό εκτόπισμα στα μεταμοντέρνα ρεύματα του ακραίου ακραίου σχετικισμού των αξιολογικών κριτηρίων στο χώρο της τέχνης.

Αυτό ακριβώς επιχειρεί ο συγγραφέας στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου. Αναλύει διεξοδικά τις υποκειμενιστικές αντιλήψεις και δείχνει ότι κοινός τόπος τους αποτελεί η εργαλειακή αντιμετώπιση του μουσικού έργου. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, το μουσικό έργο χρησιμοποιείται για την ικανοποίηση ενός σκοπού, οποίος είναι εξωτερικός προς αυτό.

Για την κατηγοριοποίηση αυτών των σκοπών χρησιμοποιείται η έννοια του διαφέροντος. Το διαφέρον μπορεί να ταυτίζεται είτε με το ενδιαφέρον είτε με το συμφέρον. Για παράδειγμα, προτιμά κανείς αυτή τη μουσική (έναντι κάποιας άλλης) «επειδή ανταποκρίνεται στο ενδιαφέρον μου για ευχαρίστηση» ή «επειδή είναι προς το συμφέρον μου να την προτιμήσω».

Σε ποια περίπτωση θα μπορούσε να έχει κανείς συμφέρον να επιλέξει ένα είδος μουσικής; Το πιο απλό παράδειγμα είναι και το πιο συνηθισμένο γύρω μας: για λόγους κοινωνικής συναναστροφής· αν αλλάξουμε τα ακούσματά μας, χάνουμε ένα κοινό σημείο επαφής με τον έως εκείνη την στιγμή κοντινό μας περίγυρο, και μάλιστα υπάρχει ο κίνδυνος αυτές οι νέες επιλογές μας να αποτελέσουν σημείο προστριβής με τους γύρω μας· άρα είναι πάντα πολύ πιο εύκολο και ασφαλές κοινωνικά να μην κάνουμε τίποτα από τα παραπάνω.

Αυτό που ενώνει και τις δύο μορφές αντιμετώπισης της μουσικής μέσω κάποιου διαφέροντος είναι η αντίληψη ότι «αξία έχει οποιαδήποτε μουσική υπό τον όρο ότι αποτελεί αντικείμενο διαφέροντος» κάποιου υποκειμένου, και όχι το αντίστροφο. Δηλαδή, μια μουσική έχει αξία μόνο και μόνο επειδή κάποιος ενδιαφέρεται για αυτήν προκειμένου να πετύχει κάτι μέσω αυτής (λ.χ. να νιώσει χαρούμενος) ή έχει επειδή έχει κάποιο συμφέρον να την ακούει (λ.χ. προκειμένου να έχω κάτι κοινό με κάποιο άλλο πρόσωπο).

Και στις δύο περιπτώσεις, η καλλιτεχνική αξία δεν αφορά το ίδιο το έργο τέχνης, αλλά τον ακροατή / θεατή / αναγνώστη του. Το υποκείμενο προσπαθεί να ικανοποιήσει το διαφέρον του, κι αν ένα έργο δεν προσφέρει αυτή την ικανοποίηση, τότε στρέφεται στο επόμενο. Τα έργα τέχνης (αντικείμενα) είναι αντικαταστάσιμα, το μόνο που μένει είναι το υποκείμενο, και οι εντυπώσεις που τα αντικείμενα του προκαλούν: οι εντυπώσεις αυτές ανήκουν στο ίδιο το υποκείμενο. Με άλλα λόγια, «η ομορφιά δεν είναι ιδιότητα των ίδιων των πραγμάτων, αλλά υπάρχει μόνο στο νου αυτού που τα θεωρεί [βλέπει]», όπως ισχυρίζεται ο Hume.

Η ιδιαίτερη ισορροπία του Μ. Τσέτσου ανάμεσα σε Adorno, Husserl και Plessner (τον μοναδικό εκ των κύριων πρωταγωνιστών της φιλοσοφικής ανθρωπολογίας με αξιόλογο έργο για την μουσική)1 και ο άμεσα σχετιζόμενος με αυτήν προσανατολισμός στις έννοιες της αξίας και του αγαθού, τον συνδέει με το ευρύτερο φιλοσοφικό πεδίο της Φιλοσοφίας των Αξιών.

Η προσέγγιση του συγγραφέα δεν είναι μόνο μουσικολογική, μόνο αισθητική, ή μόνο φιλοσοφική, αλλά και τα τρία συγχρόνως, με τέτοιο τρόπο ώστε το αποτέλεσμα να είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος να κάνει κανείς μουσικολογία (κυρίως μέσω Adorno, Dahlhaus, και Ολυμπίας Ψυχοπαίδη - Φράγκου), αλλά και ένας συγκεκριμένος τρόπος να κάνει κανείς αισθητική, και, εν τέλει, φιλοσοφία (Κοσμάς Ψυχοπαίδης, Adorno, Plessner, κ.α.). Αυτές οι δύο πλευρές του έργου τού συγγραφέα διαφαίνονται τόσο μέσα από τα βιβλία του, όσο και μέσα από την σταθερή παρουσία του στα περιοδικά Μουσικολογία και Αξιολογικά, αντίστοιχα.

Το Μουσικό αγαθό του Μ. Τσέτσου, το κατά πάσα πιθανότητα κορυφαίο έως τώρα έργο του, το οποίο συνοψίζει ένα μεγάλο μέρος της έως τώρα πορείας του, προσφέρει απλόχερα τα θεωρητικά εργαλεία για μια διαφορετική αντιμετώπιση της μουσικής, της καλλιτεχνικής αξίας, και της ανθρώπινης πραγματικότητας, συμβάλλοντας τα μέγιστα στον εμπλουτισμό της ελληνικής βιβλιογραφίας σε σημαντικούς τομείς. Αποτελεί, αναμφίβολα, ένα βιβλίο μεγάλης φιλοσοφικής και μουσικολογικής αξίας: ένα φιλοσοφικό και μουσικολογικό αγαθό.

 

[Η πλήρης εκδοχή του κειμένου, με εκτενή αναφορά και στα τέσσερα κεφάλαια του βιβλίου, στο μπλογκ των «Αναγνώσεων»]

* Ο Γιάννης - Παναγιώτης Βούλγαρης είναι φοιτητής του Μαθηματικού Πατρών

1 Μ. Τσέτσος, Η μουσική στη νεότερη φιλοσοφία, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ. 167.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL