Live τώρα    
26°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Αίθριος καιρός
26 °C
24.4°C27.8°C
3 BF 29%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Ελαφρές νεφώσεις
27 °C
25.6°C28.9°C
4 BF 53%
ΠΑΤΡΑ
Αίθριος καιρός
23 °C
19.4°C25.0°C
1 BF 50%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Ελαφρές νεφώσεις
24 °C
23.9°C24.0°C
3 BF 57%
ΛΑΡΙΣΑ
Ελαφρές νεφώσεις
27 °C
26.7°C28.0°C
2 BF 30%
1821-2021 / Η ποιητική του φύλου
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

1821-2021 / Η ποιητική του φύλου

Με τη δημιουργία του ελληνικού κράτους το φύλο θεσμοθετείται αντιθετικά και ιεραρχικά σε δυο διακριτές αλληλεξαρτώμενες έμφυλες κατηγορίες, στις οποίες εντάσσονται όλοι οι πολίτες στη βάση του βιολογικού τους φύλου.

Το φύλο και το ελληνικό έθνος

Το φύλο των αντρών εγγράφεται στον αποκαλούμενο δημόσιο χώρο και το φύλο των γυναικών στον λεγόμενο ιδιωτικό χώρο. Η κοινωνική αυτή θεσμοθέτηση προβάλλεται ως φυσική κατάσταση, επικαλείται τη φύση και επιστρατεύει τη βιολογία, η οποία αναλαμβάνει ως "επιστήμη της φύσης" να θεμελιώσει τη διαφορά και τις μεγάλες της συνέπειες. Τα φύλα γίνονται σταθερές βιολογικές κατηγορίες με διακριτούς κοινωνικούς ρόλους και δικαιώματα. Το έμφυλο αυτό σύστημα νοηματοδοτεί και το έθνος.

Οι άντρες, προικισμένοι από τη φύση τους με ανδρεία και λογική, οφείλουν να ολοκληρώσουν ό,τι οι πατέρες τους ξεκίνησαν με την επανάσταση του 1821. Η αντρική έμφυλη ταυτότητα, εδραιωμένη στις κανονιστικές αντιλήψεις, στους κοινωνικούς θεσμούς και στην κοινωνική, πολιτειακή και οικονομική δομή του ελληνικού κράτους ταυτίζεται με τον αλυτρωτισμό. Η αποτυχία του αλυτρωτισμού έως τους βαλκανικούς πολέμους, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την ήττα του 1897, εκλαμβάνεται όχι μόνο ως απειλή για την εθνική δικαίωση, αλλά και ως πλήγμα στην αντρική ταυτότητα.

Οι γυναίκες, προικισμένες από τη φύση τους με συναίσθημα και αυταπάρνηση, προορίζονται να υπηρετήσουν τον αλυτρωτισμό σε συμβατούς με τη φύση τους χώρους, όπως η οικογένεια, η φιλανθρωπία και η εκπαίδευση των παιδιών, όπου καλούνται να εγχαράξουν την ελληνικότητα στην ψυχή των μελλοντικών υπερασπιστών του έθνους. Αναλαμβάνουν επίσης μεγάλο μέρος της εκπολιτιστικής πολιτικής του «Πρότυπου Βασιλείου» που συνιστά, κατά την  Έλλη Σκοπετέα, την άλλη όψη του ένοπλου αλυτρωτισμού.

Η συνάρθρωση του έμφυλου συστήματος με το έθνος και τις εθνικές επιδιώξεις μεταβάλλεται σταδιακά σε ευνοϊκό παράγοντα για τον μετασχηματισμό των έμφυλων ταυτοτήτων. Ο φυσικός, αφενός, και ο εθνικός, αφετέρου, προορισμός των γυναικών ανοίγει για τις γυναίκες το επάγγελμα της δασκάλας και δρομολογεί την ένταξη του επαγγέλματος στη γυναικεία ταυτότητα. Παράλληλα δημιουργεί μια κρίσιμη μάζα γυναικών για τη συγκρότηση του συλλογικού υποκειμένου που θα διεκδικήσει τη συμπερίληψη του γυναικείου φύλου στα κάθε λογής δικαιώματα και συνεπώς θα κλονίσει το έμφυλο σύστημα πάνω στο οποίο στηρίζεται ο αποκλεισμός των γυναικών.

Φύλο και εκπαίδευση

Με τη δημιουργία του ελληνικού κράτους οργανώνονται δύο παράλληλα συστήματα εκπαίδευσης που υπάγονται σε διαφορετικό καθεστώς, απευθύνονται σε διαφορετικό κοινό και έχουν διαφορετικούς στόχους και περιεχόμενα σπουδών.

Το πρώτο είναι το δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης, αποτελείται από τρεις βαθμίδες, πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια -ελληνικά σχολεία τρίχρονης διάρκειας και γυμνάσια τετραετούς φοίτησης- και τριτοβάθμια καθώς και το Διδασκαλείο για την εκπαίδευση των δασκάλων. Απευθύνεται στα αγόρια με σκοπό τη διαμόρφωσή τους σε πολίτες με ό,τι αυτό σημαίνει στα συμφραζόμενα της εποχής. Αρρενωπά, εθνικά και πολιτικά υποκείμενα προορισμένα υπερασπιστούν τα εθνικά δίκαια και να ασκήσουν κάποιας μορφής εξουσία.

Το σύστημα αυτό είναι, έως το τέλος του 19ου αιώνα, κλειστό για τα κορίτσια με εξαίρεση το πρωτοβάθμιο σχολείο, όπου η πρόσβαση των κοριτσιών, κυρίως στις αγροτικές περιοχές, είναι περιορισμένη. Ωστόσο και στο σχολείο αυτό εισάγεται με το διάταγμα του 1834 για την οργάνωση των δημοτικών σχολείων η διαφοροποίηση του περιεχομένου των σπουδών για τα «κορασίων σχολεία» με τη «γύμνασιν εις γυναικεία εργόχειρα».

Στο δευτεροβάθμιο δημόσιο σχολείο αποκλείονται τα κορίτσια έως το τέλος του 19ου αιώνα χωρίς ο αποκλεισμός αυτός να είναι νομοθετημένος. Η απαγόρευση της φοίτησης των κοριτσιών αίρεται στην πράξη τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. πριν νομοθετηθεί, το 1929, το δικαίωμα της εγγραφής τους στα δημόσια δευτεροβάθμια σχολεία.

Το δεύτερο σύστημα ανήκει στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Απευθύνεται στα κορίτσια με σκοπό τη διαμόρφωσή τους σε θηλυκά εθνικά υποκείμενα έτσι όπως αυτά εννοούνται στα συμφραζόμενα του 19ου αιώνα. Αποτελείται από παρθεναγωγεία, διδασκαλεία και επαγγελματικές σχολές που στοχεύουν στην εκμάθηση της θηλυκότητας, ανάλογα όμως με την ταξική προέλευση των κοριτσιών.

Δεν στοχεύει συνεπώς μόνον στη δημιουργία «φρονίμων δεσποινίδων και αρίστων μητέρων», αλλά και νοσοκόμων, δασκάλων, καπελούδων, εργατριών, υφαντριών, κεντηστρών, μαγειρισσών και υπηρετριών για τα μεγάλα αστικά σπίτια.

Τα Παρθεναγωγεία είναι συγκεντρωμένα στα μεγάλα αστικά κέντρα και έχουν ακριβά δίδακτρα. Απευθύνονται στα κορίτσια που προέρχονται από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και εκπαιδεύονται εκεί για να γίνουν οικοδέσποινες, σύζυγοι και μητέρες.

Τα Διδασκαλεία απευθύνονται σε κορίτσια με περιορισμένες ή και ανύπαρκτες οικονομικές δυνατότητες, που φοιτούν εκεί συνήθως με υποτροφίες που παραχωρούνταν από δήμους, συλλόγους και φιλεκπαιδευτικές εταιρείες με σκοπό να γίνουν δασκάλες.

Το πρόγραμμα των σπουδών στα Διδασκαλεία διαφοροποιείται από το αντίστοιχο πρόγραμμα των δημόσιων Διδασκαλείων που εκπαιδεύει δασκάλους, με λιγότερες ώρες ελληνικών και μαθηματικών και μαθήματα εργοχείρων, οικιακής οικονομίας και γαλλικής γλώσσας παραπαίοντας ανάμεσα στο επάγγελμα της δασκάλας και στον ρόλο της οικοδέσποινας.

Οι επαγγελματικές σχολές απευθύνονται στα κορίτσια που πρέπει να εργαστούν για να ζήσουν και μαθαίνουν εκεί γυναικείες τέχνες, όπως ραπτική, κεντητική, πλύσιμο, μαγειρική, με σκοπό να προσληφθούν στη συνέχεια σε σπίτια πλουσίων ή να εργασθούν προσφέροντας τις υπηρεσίες τους στην αγορά εργασίας.

Τα δυο συστήματα εκπαίδευσης συνυπάρχουν σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα συγκεντρώνοντας, όσο φθάνουμε προς το τέλος του, την κριτική τόσο των μορφωμένων γυναικών των πόλεων που εκφράζονται μέσα από τις σελίδες της Εφημερίδας των Κυριών όσο και προοδευτικών πολιτών, των γυναικόφιλων όπως αποκαλούνται που υπερασπίζονται τα δικαιώματα των γυναικών.

Η κριτική γίνεται σταδιακά καταγγελία για τον αποκλεισμό των γυναικών αρχικά από τη δημόσια δευτεροβάθμια εκπαίδευση και στη συνέχεια από την πανεπιστημιακή εκπαίδευση και συνδέεται με το δικαίωμα στην εργασία. Στον Μεσοπόλεμο το παράλληλο αυτό σύστημα καταρρέει για να δώσει τη θέση του σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα συμπερίληψης ανδρών και γυναικών διατηρώντας το έμφυλo πρόσημο στη δομή και το περιεχόμενο της εκπαίδευσης.

Φύλο και πολιτειότητα

Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού η πολιτική ιδιότητα των γυναικών είναι εγκλωβισμένη σε μια θηλυκή εκδοχή που συνδέεται με τη μητρότητα με τις υπάλληλές της συνεκδοχές.

Η εκδοχή αυτή επέτρεπε και νομιμοποιούσε τον αποκλεισμό των γυναικών από τα πολιτικά δικαιώματα. Τροφοδοτούσε επίσης επ’ αόριστον μια ιεραρχική διχοτομία ανάμεσα στις δυο εκδοχές της ιδιότητας του πολίτη, την εκδοχή των πολιτών / στρατιωτών και την εκδοχή των μητέρων. Στρατιώτες και μητέρες πορεύονταν σε δρόμους παράλληλους χωρίς να συναντώνται στις κάλπες και στα κέντρα λήψης των πολιτικών αποφάσεων.

Με το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και τις αναπόφευκτες ανακατατάξεις που επιφέρουν γενικά οι πόλεμοι στις έμφυλες κατανομές, τα όρια των δύο εκδοχών της πολιτειότητας αλλά και η ιεραρχική τους διχοτομία αμφισβητούνται μέσω μια σειράς πρακτικών που συνδέονται με το φεμινισμό του πρώτου κύματος και τη διεκδίκηση της ισοπολιτείας, αλλά και σχετίζονται με την ενσώματη παρουσία των γυναικών στον δημόσιο χώρο και τα επαγγέλματα.

Το αίτημα των πολιτικών δικαιωμάτων των γυναικών δεν χωρούσε στις υπάρχουσες έμφυλες κατηγοριοποιήσεις και στις κυρίαρχες αντιλήψεις για την ταυτότητα του πολίτη. Απαιτούσε την αναθεώρηση των αντιλήψεων αυτών προκειμένου να συμπεριλάβει τις γυναίκες που διεκδικούσαν δικαιώματα, είχαν δημόσια παρουσία, πολλαπλασιάζονταν στους χώρους εργασίας και κατέκλυζαν τον δημόσιο χώρο της πόλης. Οργάνωνε έτσι με τρόπο καινοφανή κάθε μορφή αμφισβήτησης του έμφυλου πολιτισμού και ριζοσπαστικοποιούσε όλα τα γυναικεία αιτήματα διεκδικώντας νέες εκδοχές πολιτειότητας.

Η μετάβαση ωστόσο σε αυτές τις νέες εκδοχές απαιτούσε τροποποιήσεις στην ανδροπρεπή δομή της ταυτότητας του πολίτη και απειλούσε τον πυρήνα της αντρικής ταυτότητας. Η διεκδίκηση της πλήρους ιδιότητας του πολίτη από την πλευρά των γυναικών εκλαμβάνεται ως επιδίωξη εκρίζωσης της αρρενωπότητας από την ιδιότητα του πολίτη και εμβάπτισής της στη θηλυκότητα. «Μη τυχόν θα μας σπιτώσουν εις το τέλος οι γυναίκες;» αναρωτιέται ο Αθηναίος του Σκριπ (17.7.1926) εκφράζοντας την απειλή που βιώνουν οι άντρες.

Η απόκτηση των πολιτικών δικαιωμάτων των γυναικών ισοδυναμούσε με μόλυνση της δικής τους ταυτότητας με θηλυκότητα. Η έμφυλη αναδιευθέτηση απειλούσε και την κοινωνική τάξη πραγμάτων που στηριζόταν στο έμφυλο σύστημα κοινωνικής οργάνωσης. Ο φεμινισμός παρουσιάζεται ως ανταρσία που απειλεί μαζί με τον μπολσεβικισμό να σαρώσει τα πάντα.

Πολύ συχνά στη διάρκεια του Μεσοπολέμου το φύλο και η διεκδίκηση της ισοπολιτείας επιστρατεύεται ως μέσο διάχυσης απειλητικών για τη κοινωνία μηνυμάτων που αφορούν τις εξελίξεις στη Ρωσία των Μπολσεβίκων. «Εις την πάλην των τάξεων προστίθεται η πάλη των φύλων... Οίος πόλεμος μας περιμένει!» γράφει ο αρθρογράφος της Νέας Ημέρας (6.12.1925) με αφορμή τη διοργάνωση φεμινιστικού συνεδρίου στην Αθήνα το 1925.

Από την Αντίσταση στη Μεταπολίτευση

Η ισοπολιτεία δεν ολοκληρώνεται στον Μεσοπόλεμο, στη διάρκειά του ωστόσο κλονίζεται το έμφυλο κοινωνικό σύστημα και μετασχηματίζεται η κανονικότητα των φύλων. Νέες έμφυλες αναπαραστάσεις έρχονται να προστεθούν στις υπάρχουσες, να σχετικοποιήσουν το σκληρό περίγραμμα της θηλυκότητας και της αρρενωπότητας και να δρομολογήσουν αλλαγές που θα απεικονιστούν με καταλύτη τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο την αμέσως επόμενη περίοδο, στην Αντίσταση και στον Εμφύλιο.

Η μαζική συμμετοχή των γυναικών σε όλα τα μέτωπα του αγώνα, από τη μάχη της επιβίωσης μέχρι τη συμμετοχή τους στις πιο επικίνδυνες αντιστασιακές αποστολές, κάνει επιτακτική τη δικαίωσή τους και οι γυναίκες ψηφίζουν για πρώτη φορά στις εκλογές που διοργανώνονται από την ΠΕΕΑ το 1944 για την ανάδειξη της κυβέρνησης του βουνού «Για δες τη γη με αίμα πότισα γιατί διπλά δεσμά πάω να λύσω» γράφει η Συναγωνίστρια (Μάρτιος 1944) για να υπογραμμίσει τον διπλό αγώνα των γυναικών.

Η περίοδος που ακολουθεί θα θέσει περαιτέρω σε δοκιμασία τα έμφυλα πρότυπα καθώς ο Εμφύλιος βρίσκει τις γυναίκες οργανωμένες και στα δυο στρατόπεδα και, στην περίπτωση του Δημοκρατικού Στρατού, με το όπλο στο χέρι στην πρώτη γραμμή του πολέμου.

Στη μετεμφυλιακή περίοδο, παρά την απόκτηση της πολυπόθητης ψήφου το 1952, θα αποδειχθεί η ανθεκτικότητα των έμφυλων προτύπων της πολιτειότητας και για τα δύο φύλα. Κλονίζονται και αποκτούν νέους χαρακτήρες στο πλαίσιο του δεύτερου φεμινιστικού κύματος τα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Καταλύτης γι’ αυτό υπήρξε η κατάδειξη του ψευδούς χαρακτήρα της διχοτομίας δημόσιο / ιδιωτικό, πολιτικό / προσωπικό και η ανάδειξη της ιδεολογικής και φυσικής βίας που υφίστανται τα υποκείμενα προκειμένου να χωρέσουν στις υπάρχουσες έμφυλες κατηγορίες.

Με κεντρικό σύνθημα «το προσωπικό είναι πολιτικό», μια σειρά θέματα ταμπού για την ελληνική κοινωνία, όπως η σεξουαλικότητα, η αυτοδιάθεση του γυναικείου σώματος, η αναγνώριση του σεξουαλικού προσανατολισμού και η έμφυλη βία δημιουργούν το νέο πολιτικό πεδίο της εποχής.

* Η Μαρία Ρεπούση είναι καθηγήτρια Ιστορίας στο ΑΠΘ

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL