Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μεταξύ τοπικού και πανανθρώπινου: Οι "Ανάποδες στροφές" της Π. Σουλτάτου

Του Φοίβου Παναγιωτίδη*   Το μυθιστόρημα της Πέλας Σουλτάτου “Ανκόρ” (2015) διαδραματίζεται σε ένα νοσοκομείο, ασυνήθιστο σκηνικό για νεοελληνικό αφήγημα, και μιλάει αφενός για τη θνητότητα και...

Του Φοίβου Παναγιωτίδη*

 

Το μυθιστόρημα της Πέλας Σουλτάτου “Ανκόρ” (2015) διαδραματίζεται σε ένα νοσοκομείο, ασυνήθιστο σκηνικό για νεοελληνικό αφήγημα, και μιλάει αφενός για τη θνητότητα και αφετέρου για τον φασισμό ως θανατολατρία. Το έργο είναι πολυπρόσωπο και οι ιστορίες των ηρώων του δράματος υφαίνονται μεταξύ τους περίπου με τον τρόπο του Ρόμπερτ Άλτμαν, σκηνοθέτη των “Στιγμιότυπων” και της “Μανόλιας”.

Στη νουβέλα “Ανάποδες στροφές” (2018) έχουμε να κάνουμε με κάτι διαφορετικό. Εδώ το εύρος πεδίου είναι στενότερο από αυτό του “Ανκόρ”: από το μεγάλο νοσοκομείο της πόλης βρισκόμαστε στις παρυφές του Ηρακλείου, από το πλήθος αγνώστων, ο καθένας στον θάλαμό του, περνάμε στον μικρόκοσμο μιας διαζευγμένης μητέρας και του ατίθασου και κάπως αλαφροΐσκιωτου γιου της. Ταυτόχρονα, το βάθος πεδίου στις “Ανάποδες στροφές” είναι σαφώς μεγαλύτερο από εκείνο του “Ανκόρ”: ο βίος της Μαρίας και ο βίος του Μανόλη καθώς και η αλληλεπίδρασή τους με τον κοινωνικό κύκλο αναδεικνύουν πλήθος από θέματα και φωτίζουν (λοξά, όπως στο “Ανκόρ”) πολλές οπτικές ταυτόχρονα πάνω στα θέματα αυτά.

Οι “Ανάποδες στροφές” αποκαλύπτουν μπροστά μας τον τρόπο με τον οποίο ο βίος των μόλις δύο ηρώων, μητέρας και γιου, διαμορφώνεται από διάφορους παράγοντες: από βαθιές ανθρώπινες ανάγκες, άλλοτε δοσμένες αρχετυπικά και άλλοτε πρακτικά· από τα ήθη της επαρχίας και των μικρών τόπων· από τις ιεραρχικές δομές κάθε κλίμακας, ξεκινώντας από την οικογένεια και την παρέα, για να φτάσουμε μέχρι την εργοδοσία και το κράτος.

Τα θέματα που ξεκινάει να πραγματευτεί η Πέλα Σουλτάτου είναι σαφή και αποδίδονται ολοζώντανα, αλλά το κείμενό της προχωράει πολύ πιο μακριά από τις προθέσεις της συγγραφέως. Αυτό επιτυγχάνεται με δύο τρόπους: με τους χαρακτήρες, ίδιον του περιεχομένου, και με τη γλώσσα του κειμένου, ίδιον της μορφής.

Η Μαρία είναι μια πολύ ταλαιπωρημένη και φτωχή γυναίκα. Επίσης, είναι συνειδητά και γενναία πολυγαμική. Ένας πολυγαμικός γυναικείος χαρακτήρας που δεν βρίσκεται προστατευμένος ούτε μέσα στην ανωνυμία της μεγάλης πόλης (στην επαρχία ο κόσμος γνωρίζει ακόμα κι αν δεν μιλάει) ούτε πίσω από τα προνόμιά της θα ήταν αρκετός για να θέσει σε κίνηση μια πλοκή που σημαίνει πολλά και φανερώνει περισσότερα. Αυτό το γνωρίζει η συγγραφέας και το χειρίζεται με μαεστρία, αλλά ψύχραιμα, ενώ προσθέτει στον χαρακτήρα τής Μαρίας ακόμα μία διάσταση, καθιστώντας τον ίδιο και τον βίο του ακόμα πιο καίριους: η Μαρία είναι μητέρα του Μανόλη, ενός δεκαοχτάχρονου άντρα που φεύγει για φαντάρος.

Ο Μανόλης είναι μεν ανασφαλής και θυμωμένος, αλλά, επειδή είναι φτωχός και επειδή ζει στην επαρχία, παραμένει ανήμπορος να διεκδικήσει την πετριά του ως εκκεντρισμό ή ως sui generis πινελιά. Δεν ενσαρκώνει απλώς την αρσενική μετεφηβική ανασφάλεια: ο Μανόλης είναι τελικά σχεδόν ανυπεράσπιστος απέναντι στην ανασφάλεια αυτή, είναι κάπως «παράωρος» (θα επιστρέψουμε σ’ αυτό). Διαβάζοντας μάλιστα τις “Ανάποδες στροφές” αναρωτιέται πολλές φορές ο αναγνώστης ποια θα ήταν η εξέλιξη της πλοκής ή τα ξεσπάσματα των ηρώων εάν ζούσαν στον άνετο μικρόκοσμο των τριών πρώτων ταινιών του Χριστόφορου Παπακαλιάτη.

Όμως η Μαρία και ο Μανόλης ζούνε στην Κρήτη, μέσα στο Ηράκλειο και γύρω απ’ αυτό. Το Ηράκλειο του βιβλίου είναι μια δυσοίωνη εκδοχή της πόλης, και σαν ασφυκτικός κοινωνικός περίγυρος, και σαν σχεδόν goth τοπίο σε κάποιες σκηνές.

Είμαστε στην Κρήτη και το γνωρίζουμε γιατί μας το υπογραμμίζει και η γλώσσα του βιβλίου. Αντί να επιλέξει κάποιο νεολόγιο ή ψευτοδημοτικιστικό ιδίωμα, στα οποία γράφεται πολλή πεζογραφία τα τελευταία τριάντα χρόνια, η Σουλτάτου επιλέγει να γίνει τοπική χωρίς φολκλόρ. Η μεν Μαρία χρησιμοποιεί στοιχεία μιας ήδη κουρασμένης αργκό από τα τέλη του περασμένου αιώνα αλλά και σύγχρονα αστικά κρητικά χωρίς ελεεινό couleur local και χωρίς κοινωνιογλωσσικώς άτοπους κρητικισμούς· ο δε Μανόλης ακούγεται βεβαίως πιο σύγχρονος, έτοιμος να υιοθετήσει και τη φανταρίστικη κοινωνιόλεκτο, αλλά κι εκείνος παραμένει κανονικά Ηηρακλειώτης στην ιδιόλεκτό του.

Γλωσσικά οι “Ανάποδες στροφές” αναδεικνύονται ως μια καλή λύση στο πώς να αποδοθεί ο τόπος, η καταγωγή αλλά και η διάθεση μέσα από τις τοπικές γλωσσικές ποικιλίες χωρίς να ακούγονται οι ήρωες σαν πρωταγωνιστές λαογραφικών σκετς. Το μεικτό, αλλά νόμιμο είδος που χρησιμοποιούν οι ήρωες της Σουλτάτου διηθείται και στην αφήγηση, ώστε να μην δίνεται στον αναγνώστη η εντύπωση ότι όσα διαδραματίζονται απλώς καταγράφονται σαν σε ντοκιμαντέρ.

Η διαρκής ταλάντευση μεταξύ τοπικού και πανανθρώπινου, ιδιωτικού και κοινωνικού κάνει τις “Ανάποδες στροφές” να διαβάζονται απνευστί.

* Ο Φοίβος Παναγιωτίδης είναι καθηγητής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Τα ψέματα κάποτε τελειώνουν

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη συμπλήρωσε 100 μέρες. Ο απολογισμός είναι μια πολιτική fast track, που έχει στόχο βασικά τρεις στόχους. Την παλινόρθωση του παλαιοκομματισμού, την εξυπηρέτηση κάθε είδους συμφερόντων και την επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο