Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

LOW RES FESTIVAL: «Κολύμπι στον ήχο...» (VIDEO)

Ένα αληθινά διαφορετικό από τα συνηθισμένα μουσικό γεγονός, το «Low Res Festival (drones & noise)», θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 21 και την Κυριακή 22 Δεκεμβρίου (στις 21.30 την πρώτη ημέρα και δύο φορές, στις 17.00 και στις 21.30, την δεύτερη, τιμή εισιτηρίου 5 ευρώ και για το διήμερο 8 ευρώ)

Ένα αληθινά διαφορετικό από τα συνηθισμένα μουσικό γεγονός, το «Low Res Festival (drones & noise)», θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 21 και την Κυριακή 22 Δεκεμβρίου (στις 21.30 την πρώτη ημέρα και δύο φορές, στις 17.00 και στις 21.30, την δεύτερη, τιμή εισιτηρίου 5 ευρώ και για το διήμερο 8 ευρώ)  στον πολυχώρο «Βυρσοδεψείο» του Βοτανικού.

Στην «σκηνή» θα βρεθούν οι μουσικοί και τα σχήματα Γιώργος Αξιώτης, Γιώργος Γεωργίου, Άκης Δαούτης, Αλέξανδρος Δρυμωνίτης, Θοδωρής Ζιούτος, Δημήτρης Καμαρωτός, Δημήτρης Καραγεώργος, Βασίλης Κουντούρης, Μαρίνος Κουτσομιχάλης, Γιάννης Κοτσώνης, Νίκος Κυριαζόπουλος, Ilan Manouach, Μανώλης Μανουσάκης, Άκης Σίνος, Δανάη Στεφάνου, Acte Vide, Τim Ward, Studio 19, ISE και Balinese Beast ενώ παράλληλα θα προβάλλονται γραφήματα Chladni και βίντεο του Βασίλη Κουντούρη και ένα...κομπρεσέρ θα εκσκάπτει σε πραγματικό χρόνο τον χώρο (!) και θα βιντεοσκοπείται κατά την διάρκεια της λειτουργίας του, προσθέτοντας έτσι τόσο ηχητικά όσο και οπτικά στο event. Ενώ δε θα συμβαίνουν όλα αυτά οι θεατές θα κινούνται ελεύθερα μεν στον χώρο αλλά επάνω σε διαδρομές που σχεδίασε και δημιούργησε η αρχιτέκτων Εύα Μανιδάκη με βοηθό της τον Φώτη Γκρίλια, προσλαμβάνοντας το ακρόαμα/θέαμα με πολλούς και ποικίλους τρόπους, ανάλογα με την ψυχοσύνθεση και την διάθεση τους.

Με απλά λόγια όλα αυτά σημαίνουν μιαν άτυπη συγκέντρωση της πειραματικής σκηνής της Αθήνας – που μέχρι και πέρυσι δρούσε κυρίως στο «Knot Gallery» των Αμπελοκήπων και με την σειρά της είχε κατά μεγάλο ποσοστό προέλθει από την ανάλογη παλαιότερη του «Μικρό Μουσικό Θέατρο» στο Κουκάκι – την οποία διοργανώνουν δύο εκ των εκλεκτότερων μελών της, οι Δημήτρης Καμαρωτός και Νίκος Κυριαζόπουλος. Επί της ουσία όμως πρόκειται για μιαν εκδήλωση στην οποία η μουσική θα αφήσει κατά μέρος τα υπόλοιπα στοιχεία της για να επικεντρωθεί στο ίδιο το μέσο και ίσως τελικά και την κινητήρια δύναμη της, τον πρωτογενή ήχο. Έναν ήχο που εγκαταλείπει θεωρίες, αρχές και κανόνες, ακόμα και τα υπόλοιπες χαρακτηριστικά του και, απελευθερωμένος πλέον, εστιάζει στις δύο σημαντικότερες παραμέτρους του, τον χρόνο (ο οποίος ελέγχεται από τον δημιουργό του με αποτέλεσμα αν για παράδειγμα το ίδιο έργο παιχτεί και στις τρεις παραστάσεις του φεστιβάλ να ακούγεται τελείως διαφορετικό σε κάθε μία από αυτές) και τον χώρο (που καθορίζει τις «διαστάσεις» του, φτάνοντας  σχεδόν μέχρι να του δώσει την πυκνότητα και τον όγκο στερεού σώματος και μετατρέποντας έτσι την ακρόαση του σε συνολική σωματική εμπειρία). Εν ολίγοις πρόκειται για μουσική που προσπερνά - αν δεν αδιαφορεί παντελώς για - την αισθητική τέρψη και αφοσιώνεται στην εξερεύνηση εκείνων των περιοχών της, ίσως ακόμα και των ορίων της, οι οποίες αναμφίβολα ανοίγουν καινούργιους δρόμους για το ανθρώπινο αυτί, πιθανόν ακόμα και για τον εγκέφαλο. Ο ένας από τους συνδιοργανωτές του, ο διακεκριμένος συνθέτης (κυρίως θεατρικής μουσικής μα όχι μόνο) αλλά και sound designer και ιδρυτικό μέλος του ΕΣΣΗΜ (Ελληνικός Σύνδεσμος Συνθετών Ηλεκτροακουστικής Μουσικής) Δημήτρης Καμαρωτός, μιλάει για τα «πως» και τα «γιατί» αυτού του φεστιβάλ «Χαμηλής Αντίστασης» αλλά σίγουρα αναγκαίων...υψηλών ανοχών και αντοχών, τόσο από πλευράς των συμμετεχόντων όσο και των θεατών του.

 

Πώς προέκυψε η σύλληψη αυτού του εγχειρήματος;

Η αρχική ιδέα προέρχεται από μία συνεργασία μου με τον Νίκο Κυριαζόπουλο που κυκλοφόρησε διαδικτυακά, το «Humans In Standing Waves Harmonies» και συναυλίες που δώσαμε στη συνέχεια μαζί στο πλέον μη υπάρχον «Knot Gallery» και στο «Beton 7» το οποίο ευτυχώς εξακολουθεί να υπάρχει. Στο Low Resistance Festival βέβαια δεν παίζουμε μόνον οι δύο μας αλλά και πολλοί άλλοι που με κάποιο τρόπο ενδιαφέρονται για τέτοια μέσα και τα χρησιμοποιούν. Πιο συγκεκριμένα ίσως είναι μια απόπειρα να απαντηθεί ένα ερώτημα/απορία που είχαμε, το πως θα μπορούσε κάποιος να οργανώσει τον χώρο ακρόασης μα και το υλικό έτσι ώστε οι θεατές/ακροατές να μπορούν να αλλάζουν την συνθήκη ακρόασης μετακινούμενοι και ακούγοντας διαφορετικά λόγω των ισχυρών ακυρώσεων και στάσιμων κυμάτων που παράγουν χώροι οι οποίοι κατά βάση είναι ακατάλληλοι για μουσική; Μια ανάλογη ακρόαση, σε όποια διάρκεια επιλέγει ο καθένας, μπορεί να είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα και απρόοπτα ανανεωτική για τις αισθήσεις εμπειρία.   

 

Ποιες ηχοπαραγωγικές πηγές θα χρησιμοποιηθούν;

Είναι  μια συνθήκη παραγωγής ισχυρών – και τελικά ηλεκτρονικών λόγω των ηχείων - ήχων από διαφορετικές ηλεκτρικές, ηλεκτρονικές, ψηφιακές και ακουστικές πηγές όλων όμως ενισχυμένων ή/και επεξεργασμένων τόσο ώστε να διατηρούν αρκετά τις αντηχήσεις, δηλαδή τα στάσιμα κύματα και τις ακυρώσεις τους.


Περί τίνος πρόκειται τελικά, μιας σειράς μουσικών ζωντανών εμφανίσεων ή μιας ηχητικής εγκατάστασης;

Το ηχητικό υλικό που παράγεται δεν αυτοκαθορίζεται ούτε σαν μουσική ούτε ως μη-μουσική, εξαρτάται από τον ακροατή που το «χρησιμοποιεί» χωρίς να είναι και αναγκαία οποιαδήποτε κατηγοριοποίησή του. Δεν απευθύνεται αναγκαστικά στις αισθητικές μας αναφορές αλλά περισσότερο κατευθείαν στις αισθήσεις μας όπως και μια βόλτα στο χιόνι, ένα περπάτημα σε καυτή άμμο ή το κολύμπι σε δροσερό νερό. Δεν είναι πρωτότυπο, δεν είναι νέο (ή είναι πάντα!) και ανήκει στη φυσιολογική σειρά πραγμάτων που ξεκίνησαν οι «θορυβοποιοί» στην αρχή του περασμένου αιώνα και μέχρι σήμερα άγγιξαν μέρη της πρώτης concrete και ηλεκτρονικής μουσικής της δεκαετίας του 60,  την avant rock, το metal glitch και το no fi. Ολα αυτά όμως είναι απλά όροι και κατηγορίες, η ουσία είναι ότι πρόκειται για δημιουργούς που επιλέγουν να ασκήσουν δημιουργικές τεχνικές με τον ήχο με πολύ διαφορετικά μέσα τα οποία δεν στηρίζονται στην τυπική μουσική αρχιτεκτονική των δομημένων ήχων μέσα στο χρόνο. Η απόσταση από αυτό δεν είναι απόλυτη αλλά επιχειρείται/διακινδυνεύεται...Πολλοί λοιπόν από αυτούς που το ασκούν σήμερα στην Ελλάδα - όχι όμως και όλοι - θα είναι μαζεμένοι αυτό το Σαββατοκύριακο στο «Βυρσοδεψείο».


Ποια ειδικά χαρακτηριστικά έχει αυτός ο χώρος σε σχέση με τον ήχο;

Δεν υπάρχει δυνατότητα πολλαπλού «επιπεδισμού»  (layering) των ήχων γιατί ο ίδιος ο χώρος ακυρώνει τα πολλά επίπεδα και έχει την τάση να δημιουργεί «κρατημένους» συνεχείς ήχους (drones). Ο δικός μας ηχητικός σχεδιασμός επιτείνει αυτό το χαρακτηριστικό  με το είδος και την τοποθέτηση του ηχοσυστήματος. Η χρήση του μέσου - που είναι ο χώρος σε συνδυασμό με το ηχητικό σύστημα - καλούν σε κάποιον μινιμαλισμό (και όχι ως μουσική ορολογία αλλά κυριολεκτικά, με την έννοια της οικονομίας των υλικών που μπορούν να ακουστούν πραγματικά). Το πώς αντιλαμβάνεται αυτό καθένας από εκείνους που θα παίξουν είναι σίγουρα διαφορετικό και αυτό το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον. Η σχεδιασμένη ή και επιχειρούμενη μουσική φόρμα είναι πολύ πιθανό να είναι του τύπου on/off, δηλαδή να μην υπάρχει καθόλου ή και να μην ενδιαφέρει στην ακρόαση. Τελικά λοιπόν πρόκειται περισσότερο για «κολύμπι στον ήχο» παρά για μουσική συναυλία. Αυτό πολλές φορές μπορεί να είναι πλούσιο για τις αισθήσεις μας αλλά με τελείως διαφορετικό τρόπο από την τυπική μουσική ακρόαση...
 

Πώς προέκυψε η συνεργασία με την αρχιτέκτονα και τον δημιουργό βίντεο;  

Η συνεργασία αντίστοιχα με την Εύα Μανιδάκη και τον βοηθό της Φώτη Γκρίλια ως προς την πρόταση και διαμόρφωση της «διαδρομής θεατών» και επομένως και του χώρου και με τον Βασίλη Κουντούρη ως προς την βίντεο προβολή  έγινε με βάση την αναγκαία συμπληρωματικότητα από όλες τις πλευρές. Αμφότεροι δηλαδή εμπλούτισαν και συμπλήρωσαν με τον δικό τους τρόπο ένα συμβάν που το κύριο χαρακτηριστικό του είναι η παραγωγή ήχου. Θα ήθελα βέβαια να τονίσω ότι όλα όσα λέω είναι υποκειμενικές εκτιμήσεις μου, αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι όσοι θα παίξουν έχουν τις ίδιες απόψεις ούτε όμως και τις αντίθετες. Δημιουργήσαμε τις συνθήκες για να παίξουμε μαζί αυτό το διήμερο και με τέτοιες συνθήκες οι διαφορετικές απόψεις δεν είναι πρόβλημα αλλά αντίθετα πλούτος!
 

Δεν θα μπορούσα να συμφωνώ περισσότερο και γι' αυτό ακριβώς, αν και δεν γνωρίζω ακριβώς το πως, περιμένω να φύγω πνευματικά/διανοητικά, ίσως και αισθητικά, πλουσιότερος από το «Βυρσοδεψείο»...

 

Δείτε όλα τα σχόλια