Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ευρωπαϊκός νεοκλασικισμός και νεοελληνικό θέατρο

Αριστερά: Σελίδα τίτλου της μετάφρασης του έργου "Θεμιστοκλής εν Πέρσαις" του Μεταστασίου από το Γ. Ρουσιάδη, το οποίο εκδόθηκε στη Βιέννη, 1835.Δεξιά: Αφίσα για παράσταση της Δραματικής Εταιρίας "Μένανδρος" των αδελφών Ταβουλάρη στο Ελληνικό Θεάτρο Κωνσταντινουπόλεως, 1876.Αθήνα, Θεατρικό Μουσείο.Σιδέρης Γ., Ιστορία του Νέου Ελληνικού Θεάτρου, Αθήνα 1999 (β’ έκδοση), σ. 35.© Θεατρικό Μουσείο, Αθήναπηγή: spacezilotes.wordpress.com

ΠΟΛΥ - ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΑ

Του Πάνου Σκουρολιάκου*

 

Η αναγέννηση του Θεάτρου κατά τους νεότερους χρόνους στο πλαίσιο του ελληνικού πολιτισμού, δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Το αρχαίο ελληνικό δράμα, είχε σιγήσει. Οι θεατρικές καταθέσεις μετά τους ελληνιστικούς χρόνους περιορίζονται στο κρητικό δράμα που ολοκλήρωσε την παραγωγή του με την κατάκτηση της Κρήτης από τους Τούρκους, ενώ η επτανησιακή παραγωγή ήταν αποσπασματική και περιορισμένη. Είχαμε και ένα αδύναμο επίσης ιησουίτικο προπαγανδιστικό του καθολικισμού θέατρο, στα νησιά του Αιγαίου. Μετά από αιώνες σιωπής υπήρχε η ανάγκη μιας ιστορικής έμπνευσης για να ζωντανέψει ξανά η αυλαία με έργα στην ελληνική γλώσσα.

Τον ρόλο του καταλύτη για τη γέννηση του νεοελληνικού θεάτρου, έπαιξαν το γαλλικό τραγικό θέατρο και οι προσπάθειες των Ιταλών δραματουργών για ένα θέατρο τραγωδίας που θα διαπραγματεύονταν θέματα υψηλών λογοτεχνικών αξιώσεων. Εμπνεόμενοι από τους αρχαίους τραγικούς ποιητές και αποδεχόμενοι τους αριστοτελικούς κανόνες οι Ιταλοί δραματουργοί, σύντομα έδωσαν έργα κυρίως αρχαιόθεμα που δημιούργησαν νέα εποχή όχι μόνο για το ιταλικό, αλλά για το παγκόσμιο θέατρο.

Το πρώτο σημαντικό έργο που γράφτηκε ήταν η «Μερόπη» του Scipione Maffei. Ήταν πρωτοποριακό έργο για την εποχή του, με σαφείς αποστάσεις από το γαλλικό θέατρο και τον ανά τους αιώνες ενεδρεύοντα λογιωτατισμό. Ο Pier Lacopo Martello πασχίζοντας να χαράξει μια κατεύθυνση για την ιταλική τραγωδία, πέρα από τις στιχουργικές επιλογές και προτάσεις του, καταφεύγει και αυτός στην αρχαία ελληνική γραμματεία, δίνοντάς μας έργα εμπνευσμένα από την αρχαιότητα, όπως την «Ιφιγένεια εν Ταύροις». Αυτός όμως που υπήρξε περισσότερο απ’ όλους τους άλλους ο άμεσος δάσκαλος και ο εμπνευστής των Ρωμιών που μιλούσαν την ελληνική γλώσσα, ήταν ο Vittorio Alfieri. Έδωσε 22 τραγωδίες, οι οποίες θεωρούνται πρότυπο για την ιταλική γλώσσα και ταυτόχρονα πρόταση για την αφύπνιση της εθνικής συνείδησης των συμπατριωτών του. Έγραψε ακόμα και έξι κωμωδίες, την αυτοβιογραφία του και ακόμα τρία έργα πολιτικού περιεχομένου. Στον πλούτο του πολιτισμού των αρχαίων Ελλήνων κατέφυγε και αυτός για να εμπνευστεί αλλά και να αναζητήσει εκείνο το ηθικό περιεχόμενο που απαιτούσε η υψηλή τέχνη την οποία υπηρετούσε. Μερικά από τα έργα του είναι τα «Φίλιππος», «Πολυνίκης», «Αντιγόνη», «Ορέστης», «Τιμολέων».

Παρακολουθώντας τη θεατρική ζωή στην Ευρώπη οι Έλληνες διανοούμενοι και ερχόμενοι σε επαφή με τα έργα που προαναφέραμε, ανακαλύπτουν πως το θέμα τους βασίζεται σε πρόσωπα και μύθους του πολιτισμικού και γλωσσικού παρελθόντος των ιδίων. Επιδιώκοντας και αυτοί την αφύπνιση της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων, ανακαλύπτουν ξανά την αρχαία Ελλάδα και τους αρχαίους προγόνους. Καταπιάνονται λοιπόν με τη μελέτη των ευρωπαϊκών αυτών έργων που μιλούν για τους μακρινούς προγόνους και στη συνέχεια αποτολμούν να τα ζωντανέψουν στη σκηνή, μεταφρασμένα στη νεοελληνική γλώσσα της εποχής. Ο Alfieri είναι ο πρώτος συγγραφέας που ανεβαίνει στη σκηνή. Το 1858 στην Κωνσταντινούπολη ο Διονύσιος Ταβουλάρης ανεβάζει τον «Σαούλ» του Alfieri και στη συνέχεια τον «Αριστόδημο» του Monti. Η πρώτη παράσταση δόθηκε στο Μέγα Ρεύμα (Αρναούτκιοϊ) του Βοσπόρου. Στη συνέχεια, περιόδευσε στο Νεοχώρι, τα Θαραπειά, τη Στένη και αλλού. Αυτή η πρώτη προσπάθεια σύστασης της ελληνικής σκηνής απέτυχε επιχειρηματικά, αλλά είχε ανάψει τη σπίθα για τη γέννηση του νεοελληνικού θεάτρου στην Κωνσταντινούπολη, πολύ μακριά από την ελεύθερη τότε Ελλάδα.

Τη σκυτάλη παραλαμβάνουν στη συνέχεια Έλληνες δραματουργοί, που γράφουν και παρουσιάζουν τα έργα τους στο φιλοθεάμον κοινό, που με την παρότρυνση των διανοουμένων αλλά και του Οικουμενικού Πατριαρχείου αρχίζει να ενδιαφέρεται για το θέατρο και να αυξάνει τον αριθμό του. Ο Αλέξανδρος Ζωηρός παρουσιάζει τους «Τριακοσίους» του και η «Βαβυλωνία» του Δ. Βυζάντιου βλέπει τα φώτα της σκηνής την Βασιλεύουσα. Στη συνέχεια με ψεύτικους τίτλους (για προφανείς λόγους), παίχτηκαν πατριωτικά έργα όπως ο «Μάρκος Μπότσαρης» και ο «Καραϊσκάκης». Το 1862, παίζεται μια από τις καλύτερες κωμωδίες του νεοελληνικού ρεπερτορίου, ο «Φιάκας» του Δ. Μισιτζή, δασκάλου από τη Χίο, που στη συνέχεια εγκατέλειψε το δασκαλίκι για να γίνει επαγγελματίας ηθοποιός.

Οι συγγραφείς του ευρωπαϊκού νεοκλασικισμού λοιπόν, ανταπέδωσαν τα ελληνικά δάνεια που χρησιμοποίησαν για τα έργα τους, εμπνέοντας και καθοδηγώντας τους νεοέλληνες θεατρίνους ώστε να οργανώσουν το θέατρο της νεότερης εποχής, για να γυρίσει ξανά το θέατρο στη γλώσσα και τον τόπο της αρχαίας καταγωγής του.

 

Πηγές:

Π. Μποζίζιο : «Ιστορία του Θεάτρου» εκδ. Αιγόκερως

Χρ. Σταματοπούλου - Βασιλάκου: «Το ελληνικό θέατρο στην Κωνσταντινούπολη τον 19ο αιώνα» Εκδ. Νέος Κύκλος Κωνσταντινουπολιτών.

 

* Ο Πάνος Σκουρολιάκος είναι μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Η Ν.Δ. εξοφλεί τα ακροδεξιά της γραμμάτια

Η τοποθέτηση του Κ. Τσουβάλα και του Γ. Μαυρωτά σε θέσεις γενικών γραμματέων της κυβέρνησης Μητσοτάκη σε ένα πολιτικό συμπέρασμα οδηγούν: ότι οι δύο εκστρατείες μίσους που διεξήγαγε η Ν.Δ. ως αντιπολίτευση, δεν είχαν κανένα κίνητρο πέρα από την απροκάλυπτη πολιτική υποκρισία.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο