Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Νόμοι της φύσης

Μέρος Πρώτο: Η καταγωγή τους

Οι νόμοι της φύσης δεν υπήρχαν πάντα και δεν τους ανακαλύψαμε ποτέ. Ενδεχομένως να είναι αρκετά προβοκατόρικη μια τέτοια εισαγωγική πρόταση στο πρώτο άρθρο ενός αφιερώματος για τους νόμους της φύσης. Αποτελεί, ωστόσο, μια ιστορική πραγματικότητα. Οι νόμοι της φύσης επινοήθηκαν μέσα σε ένα εξαιρετικά σύνθετο πολιτισμικό πλαίσιο. Πρόκειται για το πλαίσιο συγκρότησης της πρώιμης νεότερης Ευρώπης. Σκοπός αυτού του αφιερώματος είναι να αναδείξει πώς προέκυψε αυτή η τόσο κομβική έννοια για τις Φυσικές Επιστήμες και πώς αποτύπωνε όχι μόνο τις διανοητικές αλλά και τις ιδεολογικές και κοινωνικές συνθήκες της εποχής. Όπως έχουμε σημειώσει και σε άλλα άρθρα, η επιστήμη δεν υπήρξε ποτέ ουδέτερη ούτε αναπόφευκτη.

Πριν μιλήσουμε, ωστόσο, για το πώς αναδείχτηκαν οι φυσικοί νόμοι, θα ήταν χρήσιμο να δούμε πότε. Το παρόν άρθρο είναι αφιερωμένο στις διαφορετικές ιστοριογραφικές προσεγγίσεις. Όπως καθετί που αποτελεί ιστορικό γεγονός, έτσι και στην περίπτωση των νόμων της φύσης οι ερμηνείες των ιστορικών της επιστήμης δεν είναι ευθυγραμμισμένες, αλλά ετερόκλητες. Ο μαρξιστής ιστορικός και φιλόσοφος των επιστημών Edgar Zilsel στη δεκαετία του 1930 ισχυρίστηκε ότι οι νόμοι της φύσης προέκυψαν από τη μετάλλαξη των θρησκευτικών νόμων της Βίβλου στους γεωμετρικούς κανόνες του αστρονόμου Γιοχάνες Κέπλερ (17ος αιώνας). Πρακτικά, ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον νόμο ως μεταφορά. Ωστόσο, την έννοια του φυσικού νόμου, όπως αυτή πρωταγωνιστεί και στη σύγχρονη επιστήμη, ο Zilsel την αποδίδει στον Γάλλο φιλόσοφο και μαθηματικό Ρενέ Ντεκάρτ. Από κει και πέρα, η έννοια του φυσικού νόμου οφείλεται, σύμφωνα με τον Zilsel, στην παρουσία συγκεκριμένων πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών, όπως την ανάδυση του καπιταλισμού, όταν οι τεχνίτες αναμείχθηκαν με τους διανοητές και επινόησαν νέες μεθόδους στη μελέτη της φύσης. Μόνο μετά την ανάδυση του καπιταλισμού θα μπορούσε να υπάρξει μια τέτοια έννοια. Σε αυτή περίπου τη γραμμή σκέψης τοποθετήθηκε και ο Joseph Needham, ο οποίος είναι γνωστός για τις μελέτες του στην ιστορία της κινέζικης επιστήμης και τη σύγκρισή της με τη δυτική. Ο Needham συμφωνεί με τον Zilsel ότι η έννοια του φυσικού νόμου έπρεπε να νομιμοποιηθεί πολιτικά και κοινωνικά πριν αποτελέσει μέρος της επιστημονικής ορολογίας.

Ο ιστορικός των επιστημών Alistair Crombie ισχυρίστηκε ότι ο νόμος της φύσης εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο έργο του Ρότζερ Μπέικον κατά τον 13ο αιώνα. Ο Ρότζερ Μπέικον ήταν μαθηματικός και φιλόσοφος και ήταν εκείνος που πρόσθεσε στα προγράμματα σπουδών των πανεπιστημίων τη Γεωμετρική Οπτική, τη μελέτη δηλαδή της συμπεριφοράς του φωτός. Παρόμοια άποψη συμμεριζόταν και η ιστορικός Jane Ruby, η οποία θεωρούσε ότι στην ευκλείδεια αξιωματική μέθοδο, στα Μαθηματικά και στην Αστρονομία του Regiomontanus, καθώς και στη Γεωμετρική Οπτική του Ρότζερ Μπέικον βρίσκονται οι απαρχές συγκρότησης του νόμου της φύσης, από τον 13ο έως τον 15ο αιώνα. Ο Needham θα ενσωμάτωνε αργότερα αυτή την ερμηνεία και στο δικό του έργο.

Ο ιστορικός Francis Oakley υποστήριξε ότι η καταγωγή των νόμων της φύσης βρισκόταν στις μεσαιωνικές συζητήσεις των νομιναλιστών φιλοσόφων και θεολόγων για την πρόνοια και τη βούληση του Θεού. Με τον Oakley συμπορεύτηκε ο John R. Milton. Αν και δεν συμφωνούσε απόλυτα με τις μεσαιωνικές καταβολές της έννοιας του νόμου της φύσης, θεωρούσε ότι η Φιλοσοφία, που βασιζόταν σε μια εμπειρική μελέτη του κόσμου, και η Θεολογία, που αποτύπωνε την εικόνα ενός πανίσχυρου Θεού που διαρκώς παρεμβαίνει στον κόσμο με συγκεκριμένες πράξεις, αποτελούσαν το απαραίτητο υπόστρωμα για την ανάδυση του νόμου της φύσης στον 17ο αιώνα. Χωρίς την ανάγκη να υπάρχει ένας «νομοθέτης» Θεός διαρκώς παρών, ο οποίος θα εφάρμοζε τους νόμους της φύσης μέσω απόλυτης δύναμης, δεν θα μπορούσε να έχει γεννηθεί ο νόμος της φύσης.

Με τους Oakley και Milton, δηλαδή τις θεολογικές καταβολές του νόμου της φύσης, συμπαρατάχθηκε και ο εξαιρετικός μελετητής της μεσαιωνικής και πρώιμης νεότερης Φιλοσοφίας Amos Funkenstein. Ο Funkenstein, στο εμβληματικό του έργο «Theology and the Scientific Imagination» (1986) μελέτησε, μεταξύ άλλων, τη διαδρομή της έννοιας του νόμουκαι προσπάθησε να αναδείξει τη σημασία της συσχέτισης Θεολογίας, Φιλοσοφίας και Μαθηματικών.

Ιστορικοί των επιστημών, όπως ο Peter Harrison, ο John Henry και πολλοί άλλοι, αναγνωρίζουν τη σημασία και τη διεισδυτικότητα όλων των προηγούμενων προσεγγίσεων, αλλά θεωρούν ότι όλες έχουν στοιχεία που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Σχεδόν όλοι οι ιστορικοί και φιλόσοφοι των επιστημών συναινούν ότι οι συζητήσεις στον 17ο αιώνα για τους νόμους της φύσης γίνονταν, κατά βάση, σε θεολογικό και φιλοσοφικό πλαίσιο. Σε αυτό που υπάρχει, σχεδόν, καθολική συναίνεση είναι ότι οι νόμοι της φύσης επινοούνται, για πρώτη φορά, από τον Ρενέ Ντεκάρτ. Ο Ντεκάρτ, στο έργο του «Le Monde» (1629-1633), έχει τρεις νόμους της κίνησης, με τους οποίους φιλοδοξεί να περιγράψει τις κινήσεις όλων των σωμάτων, επίγειων και ουρανίων. Ο Γάλλος φιλόσοφος θεωρούσε ότι ο κόσμος ήταν μια τεράστια μηχανή, που λειτουργούσε επειδή ο Θεός έθεσε συγκεκριμένους φυσικούς κανόνες. Σε αυτούς τους κανόνες, δηλαδή τους νόμους της φύσης, υπακούν οι κινήσεις όλων των υλικών σωμάτων. Αυτοί οι κανόνες μπορούν να περιγραφούν, σύμφωνα με τον Ντεκάρτ, μέσω των Μαθηματικών. Το ερώτημα είναι: ποιος είναι ο νομοθέτης; Η απάντηση του Ντεκάρτ ήταν «ο Θεός». Ο Θεός ήταν εκείνος που διασφάλιζε τη διατήρηση της ποσότητας της κίνησης και «εξανάγκαζε» τον κόσμο να υπακούει στους νόμους του. Οι νόμοι του Ντεκάρτ, επομένως, αποτελούσαν τα αίτια των συγκεκριμένων κινήσεων των σωμάτων, η ύπαρξή τους διασφαλιζόταν από τον Θεό και η γεωμετρία του Ντεκάρτ ταυτιζόταν με τη γεωμετρία της ύλης, δηλαδή όλων των σωμάτων που συγκροτούν τη φύση.

Στον 17ο αιώνα, επομένως, γεννιέται μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα έννοια και από τότε οι επιστήμονες αναζητούν νόμους της φύσης. Η γέννηση αυτής της έννοιας, όμως, θα έφερνε νέα σημαντικά ερωτήματα. Τι είναι οι νόμοι της φύσης; Αν υπάρχουν και τους έθεσε ο Θεός, αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι είναι τέλειοι και αδιαμφισβήτητοι; Ο Θεός δεσμεύεται από αυτούς τους νόμους ή μπορεί να τους παραβιάσει; Μήπως θα έπρεπε η κοινωνία, η πολιτική και η ηθική να επινοήσουν νόμους εξίσου απαραβίαστους και αυστηρούς; Στα επόμενα άρθρα θα δούμε μερικές από τις απαντήσεις που δόθηκαν σε αυτά τα ερωτήματα.

Δημήτρης Πετάκος

 

Δείτε όλα τα σχόλια