Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

«Η επιστημονική έρευνα εις την Ελλάδα εισέρχεται εις νέον στάδιον»: Η απόκτηση του πρώτου (και μοναδικού) πυρηνικού αντιδραστήρα στη μεταπολεμική Ελλάδα

«Εν τέλει κατωρθώσαμεν με τας φορτικάς πιέσεις μας και προβάλλοντες συνεχώς την δύσκολον οικονομικήν θέσιν της Ελλάδος να πείσωμεν την εταιρείαν να δεχθή να κατασκευάσῃ τον αντιδραστήρα αντί της τιμής των 448.160 δολλαρίων». Μ’ αυτά τα λόγια αφηγείται ο πρόεδρος της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας (ΕΕΑΕ) Αθανάσιος Σπανίδης στα υπόλοιπα μέλη της Επιτροπής την παραγγελία του πρώτου και μοναδικού αντιδραστήρα στη χώρα. Ακολούθησε η υπογραφή του συμβολαίου, ενώ η στιγμή απαθανατίστηκε σε φωτογραφία που θα φιγουράριζε στις μελλοντικές εκθέσεις της ΕΕΑΕ. Ήταν Ιανουάριος του 1957 και μια ελληνική αντιπροσωπεία είχε μεταβεί στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής για να διαπραγματευτεί την αγορά του αντιδραστήρα. Κι ενώ συνηθιζόταν οι αντιδραστήρες να ονομάζονται από τα αρχικά της κάθε χώρας, στη δική μας περίπτωση, αντί του όχι και τόσο εύηχου GRR (Greek Reactor), προτιμήθηκε το όνομα «Δημόκριτος».

Η ιστορία της απόκτησής του ξεκινά ουσιαστικά τον Ιούνιο 1955, με την ανακοίνωση του Προέδρου των ΗΠΑ Ντουάιτ Αϊζενχάουερ ότι η χώρα του προτίθεται να παραχωρήσει στις φιλικές σε αυτές χώρες πειραματικούς αντιδραστήρες, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τις τεχνικές διαδικασίες κατασκευής και λειτουργίας τους. Επιπλέον, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα παρείχαν το μισό κόστος κατασκευής των αντιδραστήρων και θα προμήθευαν το απαραίτητο για τη λειτουργία τους σχάσιμο υλικό. Ήταν η εποχή που η βίαιη γνωριμία της ανθρωπότητας με την ατομική ενέργεια είχε σπείρει φόβο και θέριζε αποστροφή. Η αυξανόμενη συσσώρευση πυρηνικών όπλων για στρατιωτικούς σκοπούς, που υπαγορευόταν από τις ψυχροπολεμικές δυναμικές, ζητούσε κοινωνική νομιμοποίηση και συναίνεση. Αυτήν ακριβώς τη νομιμοποίηση στόχευε να εξασφαλίσει το νέο πρόγραμμα «Άτομα για την Ειρήνη» (Atoms for Peace), την έναρξη του οποίου είχε ανακοινώσει ο Αϊζενχάουερ ήδη δύο χρόνια πριν, στην ομιλία του το 1953 στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών. Βασικός στόχος ήταν η ενστάλαξη του οράματος στις ψυχές και στο μυαλό των ανθρώπων ότι η ειρηνική χρήση της απεριόριστης αυτής ενέργειας είναι δυνατή και εγγυάται την ανθρώπινη πρόοδο και ευημερία. Το τρομακτικό άτομο θα έχανε το στρατιωτικό του περίβλημα και θα προσαρμοζόταν στην τέχνη της ειρήνης εναποθέτοντάς το στα χέρια εκείνων που ξέρουν, δηλαδή των επιστημόνων. Όπως έχει αναδείξει η σχετική ιστοριογραφία, το ειρηνικό άτομο αποτέλεσε κάτι πιο βαθύ από ένα ιδεαλιστικό σχέδιο αφοπλισμού ή απλής επιφανειακής προπαγάνδας. Η μεταπολεμική προθυμία των Ηνωμένων Πολιτειών να μοιραστούν την πυρηνική τεχνολογία, εν προκειμένω των αντιδραστήρων, με τον υπόλοιπο κόσμο ενείχε εξίσου διπλωματικές, στρατιωτικές και οικονομικές διαστάσεις.1

Μέσα, λοιπόν, σε αυτό το πλαίσιο μπήκε και η Ελλάδα στον πυρηνικό στίβο. Άλλωστε, ήδη από το 1952 συγκαταλεγόταν στις πρώτες 11 χώρες που υπέγραψαν μια δαπανηρή συμφωνία για την κατασκευή του CERN, του κοινού ευρωπαϊκού πυρηνικού ερευνητικού κέντρου με έδρα τη Γενεύη. Η συμφωνία αυτή συνοδεύτηκε από την ίδρυση επιτροπών ατομικής ενέργειας σε εκείνα τα κράτη - μέλη που δεν είχαν ακόμη κάτι τέτοιο. Προκειμένου, επομένως, να ακολουθήσει τις διεθνείς εξελίξεις, το 1954 η Ελλάδα ιδρύει τη δική της Εθνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας. Μέλη της ήταν επιστήμονες, στρατιωτικοί και διοικητικοί εκπρόσωποι υπουργείων. Όλα τα μέλη, διοικητικά και μη, ορίζονταν από το υπουργείο Εθνικής Άμυνας, ενώ ο πρόεδρός της όφειλε να είναι ανώτατος αξιωματικός του στρατού, που οριζόταν από τον αρχηγό του ΓΕΕΘΑ. Είναι προφανές ότι η ΕΕΑΕ είχε ένα πλήρες κρατικό σχήμα, με επιστημονικό άξονα και στρατιωτική εξάρτηση.

Το πρώτο και βασικό μέλημα της Επιτροπής αποτέλεσε η απόκτηση πυρηνικού αντιδραστήρα και κατ’ επέκταση η κατασκευή του ερευνητικού κέντρου που θα τον πλαισίωνε. Η χειρονομία των ΗΠΑ άνοιγε τον δρόμο προς αυτή την κατεύθυνση κι έτσι η μετεμφυλιακή Ελλάδα ήταν από τις πρώτες χώρες που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του Αϊζενχάουερ. Από εκείνη τη στιγμή, το έργο της ΕΕΑΕ συνδέθηκε στενά με το ζήτημα του αντιδραστήρα. Η επιλογή του κατάλληλου τύπου, που θα ανταποκρινόταν στις εγχώριες ανάγκες και δυνατότητες, η εύρεση του τόπου εγκατάστασης, ο σχεδιασμός, η κατασκευή και η λειτουργία του αποτελούν στην ουσία την ιστορία ίδρυσης του πρώτου ελληνικού Κέντρου Πυρηνικών Ερευνών, του «Δημόκριτου».

Μια και θα ήταν ο πρώτος αντιδραστήρας της χώρας, αποφασίστηκε να είναι ερευνητικού τύπου, με κύριο στόχο τη διεξαγωγή πειραμάτων και την παραγωγή ισοτόπων χρήσιμων σε εφαρμογές της Ιατρικής, της βιομηχανίας και της γεωργίας. Ως τόπος εγκατάστασης επιλέχθηκε η Αγία Παρασκευή, όπου τα έργα ολοκληρώθηκαν το 1961. Τα επίσημα εγκαίνια έγιναν στις 31 Ιουλίου του ίδιου χρόνου με όλες τις τιμές και τη δόξα που προέβλεπε το βασιλικό πρωτόκολλο. Στην εκδήλωση, το «παρών» έδωσαν σύσσωμη η βασιλική οικογένεια, η κυβέρνηση, η στρατιωτική ηγεσία, ξένες διπλωματικές αποστολές με επικεφαλής τον Αμερικανό πρέσβη Έλις Μπριγκς, αντιπρόσωποι των επιτροπών ατομικής ενέργειας άλλων χωρών, ο πρόεδρος του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας Στέρλινγκ Κόουλ, παράγοντες της ελληνικής βιομηχανίας, αντιπρόσωποι της κατασκευάστριας εταιρείας και 2.000 προσκεκλημένοι.

Το γεγονός καλύφθηκε εκτενώς από τον Τύπο της εποχής. «Με τα επίσημα εγκαίνια του ‘Δημόκριτου’ η επιστημονική έρευνα εις την Ελλάδα εισέρχεται εις νέον στάδιον» έγραφε ο «Ταχυδρόμος», ενώ στις πιο σκανδαλοθηρικές στήλες της εφημερίδας «Ελευθερία» έτυχαν σχολιασμού ως και τα κίτρινα παπούτσια του πρωθυπουργού, τα οποία του έδιναν έναν αμερικανικό αέρα κομψότητας μεν, αμήχανο για τα ελληνικά δεδομένα δε. Επιπλέον, με θρίαμβο και ανακούφιση, που δεν έλειπε σχεδόν από κανένα δημοσίευμα και ομιλία, διευκρινιζόταν το γεγονός ότι η εγκατάσταση του αντιδραστήρα στηρίχθηκε αποκλειστικά σε ελληνικά χέρια, ενώ σε άλλες χώρες οι αντιδραστήρες παραδίδονταν με το κλειδί στο χέρι. Και όχι μόνο αυτό, τονιζόταν επίσης ότι «ο εντατικός ρυθμός τον οποίον έλαβον τελευταίως οι εργασίαι δια την εγκατάστασιν του ατομικού αντιδραστήρος επέτρεψε, πάντως, εις την Ελλάδα να προηγηθεί της Τουρκίας εις τον τομέα αυτόν»...

Πέρα, λοιπόν, από το επιστημονικό όραμα που καλούταν να εκπληρώσει το νέο κέντρο πυρηνικών ερευνών, η «κούρσα των αντιδραστήρων» ήταν ένα διπλωματικό χαρτί που απέβλεπε αφενός στην τόνωση του πατριωτικού αισθήματος εν μέσω του «εσωτερικού» ψυχρού πολέμου με τη γείτονα και αφετέρου στην ισχυροποίηση της εθνικής ασφάλειας, ανταποκρινόμενοι στις προσδοκίες των ΗΠΑ και σε αυτόν τον -φαινομενικά ουδέτερο- επιστημονικό τομέα. Και πράγματι, μετά την ομιλία του, ο Αμερικανός πρέσβης Έλις Μπριγκς παρέδωσε εκ μέρους της αμερικανικής κυβέρνησης, δημόσια, στον Καραμανλή μια επιταγή 350.000 δολαρίων, επισφραγίζοντας έτσι τον «πατρικό» ρόλο της κυβέρνησης των ΗΠΑ αναφορικά με τη συγκρότηση της Πυρηνικής Φυσικής στην Ελλάδα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Τουρκία ήταν η πρώτη από όλες τις χώρες που σύναψαν μια ίδια συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες εκείνη την εποχή.

Το πυρηνικό όραμα της Ελλάδας συνδέθηκε τόσο με εκείνο του εκσυγχρονισμού και της πρόσδεσης στις χώρες της Δύσης, όσο και με πιο πατριωτικά αιτήματα αυτάρκειας και γεωπολιτικής. Η ανάπτυξη αξιόλογης πυρηνικής έρευνας και η επιτυχημένη εφαρμογή της στους τομείς της Ιατρικής, της βιομηχανίας και της γεωργίας θα βοηθούσε στην τεχνολογική ανάπτυξη και την αναγνώριση της Ελλάδας ως σύγχρονης, ανεπτυγμένης χώρας. Η προοπτική ηλεκτροπαραγωγής μέσω της πυρηνικής ενέργειας ενίσχυε τις ελπίδες για την ενεργειακή της αυτονομία ελλείψει άλλων πηγών και καυσίμων. Τέλος, η Ελλάδα προσέβλεπε στην ισχυροποίηση της γεωπολιτικής της θέσης στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και στα Βαλκάνια μέσω της επιτυχούς ανάπτυξης της πυρηνικότητάς της. Κοινός παρονομαστής όλων των παραπάνω ήταν η προσδοκία για οικονομικά οφέλη από την εκμετάλλευση της ατομικής ενέργειας, που θα προέκυπταν είτε από την εγχώρια εξοικονόμηση πόρων είτε από την εξαγωγή ισοτόπων και ηλεκτρικής ενέργειας στις γειτονικές χώρες.

Χωρίς αμφιβολία, η ίδρυση του «Δημόκριτου» αξιοποιήθηκε από την εκσυγχρονιστική πολιτική που ασκούσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής εκείνη την περίοδο. Ωστόσο, η ιστορικός των Επιστημών Μαρία Ρεντετζή έχει φωτίσει και μια έμφυλη πτυχή της ιστορίας της πυρηνικοποίησης της Ελλάδας. Ανάμεσα στους ανθρώπους που πρωταγωνιστούσαν στην πολιτική ζωή της χώρας τη μεταπολεμική περίοδο, εκείνη που φαίνεται να επένδυσε περισσότερο στην Πυρηνική Φυσική ήταν η βασίλισσα Φρειδερίκη. Η Φρειδερίκη αντιλαμβάνεται από πολύ νωρίς την εργαλειακή χρησιμότητα της ατομικής επιστήμης στην επίτευξη των προσωπικών και πολιτικών της στόχων για τη νομιμοποίηση του θεσμού της βασιλείας στην Ελλάδα. Προωθώντας τον εαυτό της ως κηδεμόνα του κράτους από την κομμουνιστική απειλή και σε απόλυτη ευθυγράμμιση με την αμερικανική πολιτική, αναλαμβάνει την υψηλή προστασία της πυρηνικής ενέργειας στη χώρα. Στην αυτοβιογραφία της επικαλείται την Πυρηνική Φυσική ακόμα και για να επιτεθεί στον μαρξισμό: «Ο μαρξισμός είναι θεμελιωμένος στον υλισμό. Ωστόσο, η σύγχρονη επιστήμη, ειδικότερα η Πυρηνική Φυσική, ανακάλυψε πως η ύλη δεν είναι αυτό που φαίνεται να είναι. Στην επιστημονική έρευνα η ύλη παρουσιάζεται σήμερα σαν τίποτε περισσότερο χειροπιαστό από κύματα ενεργείας. [...] Κάθε φιλοσοφία θεμελιωμένη πάνω στον υλισμό γίνεται με γοργό ρυθμό ξεπερασμένη».

Τελικά, αυτό που αποδείχθηκε ξεπερασμένο ήταν ο ίδιος ο αντιδραστήρας, ο οποίος σχεδόν μισό αιώνα αργότερα έπαψε να λειτουργεί. Από το 2014 βρίσκεται επισήμως σε άδεια παρατεταμένης διακοπής λειτουργίας μέχρι τον Οκτώβριο του 2019, με πιθανότερο σενάριο την ανανέωση αυτής της διακοπής. Η εγκατάσταση υπάρχει ακόμα και βρίσκεται υπό έλεγχο και συντήρηση, χωρίς να αποτελεί ραδιενεργή απειλή για τους εργαζόμενους, τους περίοικους και το περιβάλλον. Ωστόσο, «η καρδιά του αντιδραστήρα» έχει απομακρυνθεί από τον χώρο. Κι ενώ το κτήριο που τον στέγαζε είναι πλέον εκτός χρήσης και αποτελεί μόλις ένα μικρό μέρος των εγκαταστάσεων και των δραστηριοτήτων που φιλοξενούνται στο ερευνητικό κέντρο της Αγίας Παρασκευής, κάποτε σ’ αυτό χτυπούσε η καρδιά ολόκληρου του πυρηνικού κέντρου.

 

* Μυρτώ Δημητροκάλη, υποψήφια διδάκτωρ Ιστορίας των Επιστημών, ΕΜΠ

* Το κείμενο αποτελεί μέρος της διπλωματικής μου εργασίας στα πλαίσια του μεταπτυχιακού προγράμματος "Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών και της Τεχνολογίας". Σημαντικό κομμάτι του στηρίχθηκε σε υλικό από το προσωπικό αρχείο της καθηγήτριας Μαρίας Ρεντετζή, την οποία ευχαριστώ ειλικρινά για το μοίρασμα.

 

1 Ενδεικτικά: Medhurst, Μ. (1997) «Atoms for Peace and Nuclear Hegemony: The Rhetorical Structure of a Cold War Campaign» Armed Forces & Society, 23(4), σσ. 571-593 και Krige, J. (2006) «Atoms for Peace, Scientific Internationalism, and Scientific Intelligence», Osiris, 21(1), σσ. 161-181.

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Τα ψέματα κάποτε τελειώνουν

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη συμπλήρωσε 100 μέρες. Ο απολογισμός είναι μια πολιτική fast track, που έχει στόχο βασικά τρεις στόχους. Την παλινόρθωση του παλαιοκομματισμού, την εξυπηρέτηση κάθε είδους συμφερόντων και την επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο