Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Στο Παλομάρες μπάνια και στην Αθήνα φράουλες

Έχουν περάσει τριάντα τρία χρόνια από το φοβερό πυρηνικό ατύχημα του Τσερνόμπιλ, κι όμως τους τελευταίους μήνες η σχετική συζήτηση έχει ανάψει ξανά για τα καλά. Ο λόγος αυτής της απότομης αναζωπύρωσης του ενδιαφέροντος δεν είναι άλλος από τη φοβερή επιτυχία της ομώνυμης σειράς του HBO, η οποία ήδη έχει βρεθεί στην κορυφή της κατάταξης του IMDb. Η επιτυχία είναι τόσο μεγάλη, που τα στοιχεία μιλούν για έως 40% αύξηση των τουριστικών επισκέψεων στην περιοχή του Τσερνόμπιλ σε σχέση με πέρσι. Στο άρθρο αυτό ωστόσο δεν θα ασχοληθώ με την ίδια τη σειρά και την απρόσμενη (;) επιτυχία της -άλλωστε υπάρχουν δεκάδες καλές αναλύσεις πάνω σ’ αυτό το θέμα-, αλλά με τις πρακτικές της διαχείρισης αυτού του πυρηνικού ατυχήματος στην Ελλάδα, καθώς και με το πόσο μοναδικές είναι τελικά αυτές οι πρακτικές ιδωμένες μέσα από το πρίσμα της Ιστορίας της Επιστήμης.

Στην Ελλάδα, οι επιπτώσεις του Τσερνόμπιλ έγιναν αντιληπτές περίπου μία εβδομάδα μετά την έκρηξη, μέσα από την εμφάνιση του «ραδιενεργού νέφους». Από τότε ξεκίνησε στη χώρα ένας μαραθώνιος μετρήσεων, φημών, διαψεύσεων, με πρωταγωνιστές τα μέσα ενημέρωσης, τους επιστήμονες του «Δημόκριτου» και κυβερνητικούς ή μη πολιτικούς. Η δημόσια συζήτηση γύρω από το «ραδιενεργό νέφος» έφερε ομαδικές εφορμήσεις στα σούπερ μάρκετ, με αποτέλεσμα μέσα σε λίγες ημέρες να έχουν αγοραστεί όσα γάλατα εβαπορέ και όσα κατεψυγμένα προϊόντα καταναλώνονταν συνήθως σε ένα εξάμηνο. Οι λέξεις μπεκερέλ, μιλιρέμ, καίσιο και ιώδιο 131 κυριαρχούσαν στις συζητήσεις, ενώ δεκάδες δημοσιεύματα της εποχής αναφέρουν ότι, λόγω αυτού του ραδιενεργού πανικού, τα νοσοκομεία κατακλίστηκαν από χιλιάδες τρομοκρατημένους γονείς.

Μερικές από τις πιο ενοχοποιημένες τροφές ήταν τα (ποτισμένα από τη ραδιενεργή βροχή) φρούτα και λαχανικά. Ειδικά οι φράουλες, ένα ιδιαίτερα ακριβό εκείνη την εποχή φρούτο, είχαν χάσει εντελώς την τιμή τους και κανείς δεν τις αγόραζε. Και ενώ οι πυρηνικοί επιστήμονες της χώρας διαβεβαίωναν τον κόσμο ότι οι μετρήσεις δείχνουν μείωση των επιπέδων ραδιενέργειας στην Ελλάδα, ο φόβος για την αόρατη ραδιενεργή απειλή δεν μειωνόταν. Χρειαζόταν μια πιο χειροπιαστή απόδειξη από τα «άψυχα» νούμερα των μετρήσεων. Κάπως έτσι πρέπει να σκέφτηκαν στον «Δημόκριτο», όταν ο τότε πρόεδρός του Θ. Γιαννακόπουλος μαζί με τον αντιπρόεδρο Κ. Παπαθανασόπουλο παρουσιάστηκαν σε μια συνέντευξη Τύπου και, για να καθησυχάσουν τον κόσμο, άρχισαν μπροστά τις κάμερες να καταναλώνουν το πιο επικίνδυνο εποχικό φρούτο, τις φράουλες.

Είκοσι χρόνια πριν το Τσερνόμπιλ, ένα άλλο -σχετικά άγνωστο- ατύχημα με πρωταγωνιστή την πυρηνική τεχνολογία είχε απασχολήσει την κοινή γνώμη. Στις 17 Ιανουαρίου 1966, πάνω από το ισπανικό χωριό Παλομάρες, ένα αμερικανικό βομβαρδιστικό, το οποίο εκτελούσε περιπολίες μεταφέροντας τέσσερις ατομικές βόμβες συγκρούστηκε με ένα άλλο αμερικανικό αεροπλάνο - βυτιοφόρο. Το συμβάν αυτό είχε ως αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους τα εννέα από τα δεκατρία μέλη των πληρωμάτων των δύο αεροπλάνων και τέσσερεις ατομικές βόμβες να πέσουν -χωρίς να εκραγούν- στην περιοχή γύρω από το Παλομάρες. Οι τρεις από αυτές τις βόμβες βρέθηκαν σύντομα στα χωράφια του ανδαλουσιανού χωριού, με τις αμερικανικές αρχές να «σηκώνουν» 6.000 τόνους ραδιενεργού χώματος. Η τέταρτη βόμβα όμως, η οποία είχε πέσει στη θάλασσα, δεν βρέθηκε αμέσως, δημιουργώντας μια σειρά προβλημάτων στις αμερικανικές και τις ισπανικές αρχές.

Όσα επιστημονικά διαπιστευτήρια κι αν δίνονταν από τις επιτροπές ατομικής ενέργειας των δύο χωρών, οι Ισπανοί σταμάτησαν να αγγίζουν οτιδήποτε προερχόταν από τη γη του Παλομάρες κι ακόμα περισσότερο οτιδήποτε προερχόταν από τη θάλασσα. Μια περιοχή που ζούσε κυρίως από τα ψάρια και τα οπωροκηπευτικά της κινδύνευε να μετατραπεί σε απαγορευμένη ζώνη. Όσο η τέταρτη βόμβα παρέμενε στα νερά του Παλομάρες, ο καθησυχαστικός λόγος των επιστημόνων δεν είχε καμία βαρύτητα. «Για να εξουδετερωθεί αυτός ο εφιάλτης, χρειαζόταν μια πειστική απόδειξις, μια πράξις που να ερεθίζει τη φαντασία, κάτι τέλος πάντων εντυπωσιακό»1.

Ο γόρδιος δεσμός κόπηκε από τον Αμερικάνο πρέσβη της Ισπανίας Angier Biddle Duke. Ο τελευταίος προσκάλεσε τον Ισπανό υπουργό Τουρισμού Manuel Fraga να κολυμπήσουν στα νερά του Παλομάρες για να αποδείξουν ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα μόλυνσης της θάλασσας. Πράγματι, στις 6 Απριλίου 1966, οι δύο άνδρες, συνοδευόμενοι από ακόμα μερικούς αξιωματούχους της αμερικανικής πρεσβείας, κολύμπησαν για λίγα λεπτά στα κρύα νερά του Παλομάρες μπροστά στους δημοσιογραφικούς φακούς. Όπως σχολιάζει ο Τύπος της εποχής, εκείνη τη μέρα στη θάλασσα του μικρού ισπανικού χωριού «βούτηξε εν μικρογραφία το διπλωματικό σώμα»2.

Και στα δύο αυτά ατυχήματα υπάρχει κάτι που φαίνεται να λειτουργεί με έναν εντυπωσιακά παρόμοιο τρόπο. Αναφέρομαι, φυσικά, στις μεθόδους που χρησιμοποίησαν οι υπεύθυνοι για να διαχειριστούν τον πανικό του κόσμου. Και στις δύο περιπτώσεις κατευνασμού του φόβου χρησιμοποιήθηκε αυτό που ο ανθρωπολόγος Marc Augé όρισε ως «διευρυμένο τελετουργικό μηχανισμό»3. Ενώ μια κλασική τελετουργία στοχεύει ουσιαστικά στη συντήρηση και την αναπαραγωγή μιας υπάρχουσας κατάστασης, ο «διευρυμένος τελετουργικός μηχανισμός» επιδιώκει να επηρεάσει συναισθηματικά και να πείσει διανοητικά μετακινώντας, τελικά, την κατάσταση της κοινής γνώμης. Αυτή η διεύρυνση πάει χέρι - χέρι με μια «θεαματικοποίση» του κόσμου και, επομένως, ένας τέτοιος τελετουργικός μηχανισμός προϋποθέτει ένα ολόκληρο δίκτυο επικοινωνίας που να μεταδίδει σε ένα πλήθος κόσμου μια σειρά από εικόνες, οι οποίες εντέλει θα φτάσουν στον καθένα, στον τόπο κατοικίας του ή στο καφενείο της γωνίας.

Τόσο οι επιστήμονες στην περίπτωση των επιπτώσεων του Τσερνόμπιλ στην Ελλάδα όσο και οι διπλωμάτες - πολιτικοί στην περίπτωση του Παλομάρες, μεταχειριζόμενοι έναν «διευρυμένο τελετουργικό μηχανισμό», επιχείρησαν να μεταστρέψουν την κοινή γνώμη. Στην οριακή αυτή περίπτωση, δεν χρησιμοποίησαν λογικά - επιστημονικά επιχειρήματα, αλλά στην κυριολεξία έβαλαν στοίχημα την ίδια τους τη ζωή ως απόδειξη της ορθής επιχειρηματολογίας τους. Έτσι, επικαλούμενοι μερικές καθημερινές ανάγκες ή συνήθειες, τρώγοντας ή κολυμπώντας, προσπαθήσαν να σωματοποιήσουν την άυλη φύση της ραδιενέργειας.

Είναι ενδιαφέρον ότι ο Augé όταν όρισε την έννοια της διευρυμένης τελετουργίας το έκανε για να μπορέσει να μελετήσει την πολιτική ως τελετουργικό. Ωστόσο, η θεωρία αυτή φαίνεται να έχει άμεση εφαρμογή και εκτός του χώρου της πολιτικής και συγκεκριμένα στον χώρο της επιστήμης. Είναι φανερό ότι οι επιστήμονες του «Δημόκριτου» προσπάθησαν να διαχειριστούν μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης να διαχειριστούν, δηλαδή, μια πολιτική κρίση. Μα η ίδια η επιστήμη δεν διαμορφώνει πολιτική; Σπάνια, για παράδειγμα, μια κρατική δράση εμφανίζεται χωρίς την υποστήριξη μιας ισχυρής επιστημονικής τεκμηρίωσης. Από την άλλη, ο πρωταγωνιστικός ρόλος των διπλωματών στη διαχείριση ενός επιστημονικού θέματος, όπως αυτό της ασφάλειας από τη ραδιενέργεια στη θάλασσα του Παλομάρες, δεν θα πρέπει να μας παραξενέψει. Άλλωστε, η έρευνα εντός του πεδίου της Ιστορίας της Επιστήμης και της Τεχνολογίας έχει καταδείξει ότι επιστήμονες αποτελούν μόνο μία από τις συνιστώσες της επιστημονικής πρακτικής. Πολιτικοί, διπλωμάτες, δημοσιογράφοι και πολλοί άλλοι «μη επιστήμονες» μετέχουν άμεσα στη διαδικασία παραγωγής της επιστημονικής γνώσης ή στη διαχείριση «επιστημονικών θεμάτων». Αν λοιπόν, σύμφωνα με τους ιστορικούς Steven Shapin και Simon Schaffer, «η γνώση, όπως ακριβώς και το κράτος, είναι προϊόν ανθρώπινων δράσεων»4, θα μπορούσαμε να συμπληρώσουμε ότι ενίοτε πρόκειται για τις ίδιες ακριβώς δράσεις.

 

Λουκάς Φρέρης, υποψήφιος διδάκτωρ Ιστορίας των Επιστημών (ΕΜΠ)

 

1 «Ελευθερία», 4 Φεβρουαρίου 1967, σελ. 7.

2 «Ελευθερία», 5 Φεβρουαρίου 1967, σελ. 7.

3 Μ. Augé: «Για μια ανθρωπολογία των σύγχρονων κόσμων», 1999.

4 S. Shapin, S. Schaffer: «Leviathan and the Air-Pump», 1989, σελ. 344.

Δείτε όλα τα σχόλια