Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μέρος 3ο: Οι ιδεολογικές και ιστορικές καταβολές τους

Νόμοι της φύσης

Στα προηγούμενα άρθρα σημειώσαμε ότι η έννοια του νόμου της φύσης γεννήθηκε με το έργο του Ρενέ Ντεκάρτ και καθιερώθηκε με το έργο του Νεύτωνα. Ως έννοια, υπήρχε και πιο πριν, αλλά σε εντελώς διαφορετικό πλαίσιο. Ο Καλβίνος, για παράδειγμα, ο εμβληματικός θεολόγος της προτεσταντικής μεταρρύθμισης, όριζε τον φυσικό νόμο ως την αντίληψη της συνείδησης που διαχωρίζει επαρκώς ανάμεσα σε δίκαιο και άδικο και στερεί από τους ανθρώπους τη δικαιολογία της άγνοιας, ενώ αποδεικνύει την ενοχή τους μέσω μαρτυρίας. Επίσης, για τον Καλβίνο η δικαιοσύνη (equity) ήταν η βασική αρχή του φυσικού νόμου. Ο Καλβίνος διαφοροποιήθηκε από τις μεσαιωνικές εκδοχές του φυσικού νόμου, καθώς θεμελίωσε έναν άμεσο σύνδεσμο ανάμεσα στον Θεό, στην ανθρώπινη συνείδηση και στον φυσικό νόμο. Τον τελευταίο, μάλιστα, τον παρουσίασε ως μια εκδοχή του ρωμαϊκού νόμου, τον οποίο σεβόταν πολύ. Αν και οι συνδέσεις που έκανε ανάμεσα στον θείο, φυσικό και πολιτικό νόμο δεν ήταν ιδιαίτερα συμπαγείς, ήταν σαφής ως προς το ότι ο πολιτικός νόμος ήταν έκφραση του φυσικού νόμου του Θεού. Υπήρχε, δηλαδή, μια θεολογική παράδοση που αντιλαμβανόταν τον φυσικό νόμο ως μια επιταγή που υπήρχε εντός των ανθρώπινων υποκειμένων και τα οδηγούσε σε συμμόρφωση με τις θείες εντολές. Ο φυσικός νόμος, με άλλα λόγια, είχε ανθρωπολογικό πρόσημο και αφορούσε και τις επίγειες υποθέσεις.

Όταν, μετά τον Ντεκάρτ, η έννοια του φυσικού νόμου μετατοπίστηκε από τον άνθρωπο στη φύση, απέκτησε διαφορετικό νόημα. Αυτή η αλλαγή κορυφώθηκε με τη νευτώνεια εκδοχή του νόμου της φύσης. Να σημειωθεί ότι ιδιαίτερα στο προτεσταντικό πλαίσιο (π.χ. Αγγλία, Γερμανία, Ολλανδία) ο νόμος ήταν άμεσα συνδεδεμένος με την έννοια της αμαρτίας. Τα ανθρώπινα υποκείμενα όφειλαν να συμμορφώνονται με τον θείο νόμο στην προσπάθειά τους να απαλλαχτούν από το προπατορικό αμάρτημα. Το παράδοξο του Προτεσταντισμού, ωστόσο, είναι ότι προσπαθεί αιωνίως να εκπληρώσει έναν νόμο που ξέρει ότι είναι ανεκπλήρωτος λόγω της έκπτωτης φύσης του ανθρώπου. Όταν ο φυσικός νόμος έγινε μέρος της φύσης, το παράδοξο αντιμετωπίστηκε. Ο νόμος μετατοπίστηκε από τον άνθρωπο στην άψυχη ύλη και εκπληρώθηκε. Η έννοια της αμαρτίας, δηλαδή, άρχισε να απασχολεί όλο και λιγότερο τους ανθρώπους που μελετούσαν τη φύση. Τους απασχολούσε λιγότερο γιατί θεωρούσαν ότι η ενασχόληση με τη μελέτη της φύσης και η «ανακάλυψη» νόμων της φύσης λειτουργούσε θεραπευτικά ως προς το προπατορικό αμάρτημα. Ο άνθρωπος ερχόταν πιο κοντά στον Θεό μέσω της μελέτης των έργων Του, επομένως η μελέτη αυτή ήταν μια ευσεβής πράξη. Αυτή η πράξη, όμως, είχε δικούς της κανόνες που σταδιακά αποκτούσαν αυτονομία έναντι των παραδοσιακών θρησκευτικών παραδόσεων και δογμάτων.

Η ίδια η έννοια του νόμου της φύσης αντιμετωπίστηκε ως μια ιδέα που πρότεινε έναν διαφορετικό τρόπο μελέτης και θέασης τόσο του κόσμου όσο και του Θεού. Ο Θεός δεν ήταν απλώς ένα πανίσχυρο ον, αλλά ένα ον που λειτουργούσε με λογικούς - μαθηματικούς κανόνες. Η προτεσταντική κουλτούρα στον 17ο αιώνα, ωστόσο, παρέμενε ισχυρή. Οι προτεστάντες έβλεπαν παντού αναλογίες και επιδίωκαν να τις αποτυπώνουν διαρκώς. Επομένως, η έννοια του νόμου της φύσης ήταν μια έννοια που θεωρούσαν ότι θα μπορούσε να λειτουργήσει αναλογικά σε ζητήματα κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης. Με απλά λόγια, πέρα από μια «επιστημονικά» επαναστατική ιδέα, ήταν και μια κοινωνικά επαναστατική ιδέα. Όπως ο Θεός έπρεπε πάντα να δρα σύμφωνα με τους νόμους της φύσης, ο μονάρχης έπρεπε να κυβερνά μέσα στα όρια του εθνικού νόμου. Η ύπαρξη, δηλαδή, ενός Θεού μονάρχη νομιμοποιούσε και την εξουσία ενός βασιλιά.

Ας δούμε ένα ιστορικό παράδειγμα. Στη Βρετανία πριν το 1640 κανείς δεν αμφισβητούσε τη σημασία του νόμου, ούτε την πολιτική σημασία της δυνατότητας να τον ελέγχει κάποιος. Η γνώση του νόμου βοηθούσε στην κοινωνική κινητικότητα προς τα πάνω και στη συμμετοχή στην εξουσία. «Να είναι κανείς καλά διαβασμένος στον νόμο», έλεγε ένας βιβλιοπώλης, «είναι το πιο σημαντικό κόσμημα ενός ευγενούς κυρίου». Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1640 ξέσπασε ένας καταστροφικός εμφύλιος πόλεμος που είχε πολιτικά, θρησκευτικά και ταξικά αίτια. Να σημειωθεί ότι ο εμφύλιος πόλεμος έληξε με τον αποκεφαλισμό του βασιλιά Καρόλου Α΄. Αυτός ο πόλεμος εξέφραζε, ταυτόχρονα, μια έντονη αμφισβήτηση στην έννοια του νόμου και της δικαιοσύνης. Σε όλη τη διάρκεια των δεκαετιών 1640 και 1650 ασκήθηκε κριτική στο δίκαιο ως μια συνωμοσία των πλούσιων για να κρατούν τους φτωχούς σε υποτέλεια. Οι δικηγόροι είχαν πλουτίσει εις βάρος πολλών ανθρώπων και οι πολίτες τους αντιμετώπιζαν με μίσος. Σε αυτές τις δεκαετίες αποκαλύφθηκαν όλες οι προβληματικές πτυχές του δικαίου στην Αγγλία. Μετά το τέλος του εμφυλίου και την επιστροφή στο καθεστώς της μοναρχίας, η εξουσία προσπάθησε να αντιμετωπίσει αυτό το κυρίαρχο αίτημα με μια σειρά νομοσχεδίων και μεταρρυθμίσεων.

Παράλληλα, το βαθιά θρησκευόμενο κομμάτι της πολιτικής και της διανόησης ήρθε αντιμέτωπο με νέες ριζοσπαστικές ιδέες, όπως τις πολιτικές θέσεις του Τόμας Χομπς ή τις θεολογικές ιδέες του Μπαρούχ Σπινόζα. Αυτές οι θέσεις αποτελούσαν ξεκάθαρο κίνδυνο προς το χριστιανικό δόγμα. Από τη μία, επομένως, ήταν ένα μοναρχικό καθεστώς που είχε μια μακραίωνη παράδοση υπέρτατης εξουσίας και πρόσφατης αμφισβήτησης της στις δεκαετίες 1640 και 1650. Από την άλλη, υπήρχαν νέες ιδέες που υποστήριζαν την υπέρτατη εξουσία της μοναρχίας εις βάρος του εγγενούς θρησκευτικού χαρακτήρα του αγγλικού κράτους. Η τάξη του μηχανικού κόσμου του Ντεκάρτ, του μηχανικού και υλιστικού κόσμου του Χομπς και του φυσιοκρατικού του Σπινόζα απομάκρυναν τον Θεό. Τα έργα αυτών των φιλοσόφων άφηναν έναν κόσμο χωρίς διαρκή θεϊκή παρουσία, αλλά με κανόνες (ή κανονικότητες). Επομένως, το κρίσιμο ζήτημα ήταν να δείξουν οι φυσικοί φιλόσοφοι ότι αυτοί οι κανόνες ήταν εντυπωμένοι στον κόσμο από κάποιο υπέρτατο ον.

Οι νόμοι της φύσης για τους ευσεβείς φυσικούς φιλοσόφους και θεολόγους ήταν σαφής απόδειξη ύπαρξης ενός σκοπού στη φύση. Θεωρούσαν ότι τους νόμους της φύσης τους βρήκε ο άνθρωπος μέσα από την παρατήρηση και τα Μαθηματικά. Η ύπαρξη νόμων σήμαινε ύπαρξη του Θεού. Αρκετοί υποστήριζαν ότι οι άνθρωποι έπρεπε να συγκρίνουν την παρατηρούμενη πορεία της φύσης με αυτό που λέγεται ότι είναι το ηθικό σύστημα της φύσης. Θεωρούσαν, δηλαδή, ότι αναλογικά με τους νόμους της φύσης θα μπορούσαν να προκύψουν νόμοι ηθικής ή και πολιτικοί νόμοι που θα ήταν αδιαμφισβήτητοι και αντικειμενικοί. Προφανώς, η ιστορικότητα και η ενδεχομενικότητα, μέσα από τις οποίες προέκυψαν οι νόμοι της φύσης, απέδειξαν ότι ένα τέτοιο αίτημα ήταν, είναι και θα είναι ανεδαφικό. Και είναι ανεδαφικό γιατί, πολύ απλά, η Ιστορία και τα προϊόντα της (επιστήμες, τέχνες, τεχνουργήματα, ιδέες κ.λπ.) δεν είναι μια συσσώρευση προδιαγεγραμμένων και αναπόφευκτων συμβάντων, αλλά ένα σύνολο συγκυριακών ανθρώπινων πράξεων και επινοήσεων. Παρ’ όλο που είναι ανεδαφικό, οι νόμοι της φύσης ήταν μια επινόηση που φορτισμένη τόσο με επιστημονικές όσο και με ιδεολογικές συνιστώσες. Στο πέρασμα των αιώνων οι δεύτερες ξεχάστηκαν, με αποτέλεσμα να θεωρείται αυτονόητο ότι η φύση έχει νόμους. Ο νόμος, όμως, δεν είναι εγγεγραμμένος από κάποιον. Είναι απλώς η ανθρώπινη εκφορά των κανονικοτήτων που, ούτως ή άλλως, υπάρχουν στη φύση.

Δ.Π.

 

Δείτε όλα τα σχόλια