Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Κώστας Γαβριηλίδης, ο αγωνιστής, ο πολιτικός, ο πατέρας...

Η κόρη του Νίτσα Γαβριηλίδη μιλάει 66 χρόνια μετά τον θάνατό του για την αγωνιστική του πορεία, τις ιδέες του, τη στάση ζωής, τη λαχτάρα της να τον είχε περισσότερο κοντά της!

Ο Γαβριηλίδης, γεννημένος στον Νότιο Καύκασο, ήρθε στην Ελλάδα ως πρόσφυγας, αφιέρωσε τη ζωή του σε πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες, ξεχώρισε από το όραμά του για την αγροτιά, υπηρέτησε τις ιδέες του από θέσεις ευθύνης (δήμαρχος Κιλκίς με το Παλλαϊκό Μέτωπο, επικεφαλής του Αγροτικού Κόμματος, υπουργός Γεωργίας στην Κυβέρνηση του Βουνού, βουλευτής και γραμματέας της ΕΔΑ), αλλά δεν χάρηκε όσο θα ήθελε τα παιδιά του, αφού πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του σε εξορίες και στην παρανομία.

Εμψύχωνε τους συντρόφους του κατά τη διάρκεια των εκτοπίσεων και της εξορίας, λέγοντάς τους: «Μην αφήστε τον εαυτό σας στο κατρακύλισμα. Χάσατε μια μάχη από την οποία βγήκατε τραυματισμένοι. Όμως ο αγώνας συνεχίζεται και θα δοθούν ακόμα πολλές μάχες...».

Οι μοναδικές στιγμές που φαινόταν να λυγίζει ο ανυποχώρητος αγωνιστής ήταν όταν σκεπτόταν τα παιδιά του: «Είναι τόσο σκληρό να νιώθεις ότι εξαιτίας σου υποφέρουν πλάσματα που είχαν το δικαίωμα και την απαίτηση να περιβάλλονται απ' όλη σου την αγάπη και τις φροντίδες. Είναι το μόνο σημείο που πολλές φορές μου αφαιρεί τις δυνάμεις και με κάνει να λιποψυχώ.

Αισθάνομαι όμως αμέσως ότι κάθε λιποψυχία μπορεί να οδηγήσει σε ανεπανόρθωτη καταστροφή και συνέρχομαι. Συνέρχομαι με την απόφαση να συνεχίσω τον δρόμο μου όπως έχει διαγραφεί και ν' αδιαφορήσω για τις συνέπειες που τυχόν θα έχει ο δρόμος μου αυτός. Μα τα παιδιά μου που υποφέρουν; Ω, αυτά γρήγορα θα νιώσουν, θα καταλάβουν και θα με συγχωρήσουν...» (από το βιβλίο «Το ημερολόγιο της Ανάφης στη δικτατορία του Μεταξά», εκδόσεις ΕΝΤΟΣ, 1997, σημείωση της 3ης Ιουλίου 1937).

«Συγχωρήσατε τον πατέρα σας;» ρωτάω την κόρη του Νίτσα 81 χρόνια μετά.

Ρωτάω μια γυναίκα που κάθε γωνιά του σπιτιού της έχει ένα αδιόρατο αποτύπωμα του πατέρα της, που, μέσα από τις φωτογραφίες, νιώθεις το βλέμμα του σε κάθε σημείο, που σε κάθε συρτάρι βρίσκεις σημειώσεις του, σε κάθε ράφι πολιτικά άρθρα του.

Ρωτάω έναν άνθρωπο που βάδισε στα χνάρια του Κώστα Γαβριηλίδη, που γνώρισε διώξεις, εκτοπίσεις, εξορίες.

Ρωτάω ένα παιδί που το πρώτο που θυμάται δεν είναι η ζεστή πατρική αγκαλιά, αλλά τα γράμματα που του έστελνε στο βουνό, στην παρανομία, στις φυλακές...

«Αισθάνομαι υπερήφανη για τον πατέρα μου» απαντά με ήρεμη, σταθερή φωνή. «Ποτέ δεν τον ρωτήσαμε 'γιατί;' 'Γιατί δεν ήσουν στο σπίτι;'».

Μιλάει για τον πατέρα της με καμάρι, με συγκίνηση και με τρυφερότητα, για τις τόσο λίγες ευτυχισμένες στιγμές, για τη λαχτάρα της να τον έχει περισσότερο κοντά της.

Φουσκωμένο ορμητικό ποτάμι ο λόγος της όταν περιγράφει τους αγώνες του, τις διώξεις από δικτάτορες και κατακτητές, την απάνθρωπη συμπεριφορά των κρατούντων κατά τις τελευταίες ημέρες της ζωής του.

Η Νίτσα γεννήθηκε το 1925. Από αφηγήσεις του πατέρα της γνωρίζει ότι η οικογένειά της ήρθε στην Ελλάδα το 1920. Ο παππούς της, παρ' ότι γεννήθηκε στον Καύκασο, ήθελε να πατήσει το χώμα εκείνης που ένιωθε πατρίδα του, να πεθάνει στην Ελλάδα!

Ανάμεικτα τα αισθήματα με την άφιξή τους στη Θεσσαλονίκη: συμμετέχουν στους πανηγυρισμούς για την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών και παρακολουθούν τις εκδηλώσεις οργής για την απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου. «Η Ελλάδα ήταν χωρισμένη σε δύο στρατόπεδα. Το μίσος ανάμεσά τους ήταν αγεφύρωτο» (Κώστας Γαβριηλίδης, «Αυτοβιογραφία», εκδόσεις ΕΝΤΟΣ, 2004).

Ο πολυτάραχος βίος

Ο Κώστας Γαβριηλίδης γεννήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1897 στο Κάτω Τσαπίκι του δήμου Σελίμ της επαρχίας Καρς, στον Νότιο Καύκασο. Ο μοναδικός που επέζησε από τα δώδεκα παιδιά της οικογένειας, μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια και τις στερήσεις, κατάφερε να σπουδάσει δάσκαλος

Το 1915 παντρεύτηκε τη Θεοδώρα (Σιώτα) Στολτίδου, με την οποία απέκτησαν 4 παιδιά. Το 2016 καλείται να υπηρετήσει τη θητεία του στον τσαρικό στρατό. Τον επόμενο χρόνο ξεσπά η Οκτωβριανή Επανάσταση.

Το 1920 το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού πληθυσμού εγκαταλείπει την περιοχή του Καυκάσου και αναχωρεί για την Ελλάδα. Λίγες μέρες πριν από την αναχώρηση για την Ελλάδα πεθαίνει η μητέρα του. Εγκαθίστανται στο χωριό Κούσοβο (Κοκκινιά) του Κιλκίς και, από τις πρώτες ημέρες, καταπιάνεται με τις κοινοτικές υποθέσεις.

Είναι ιδρυτικό μέλος της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών Κιλκίς (1927) και πρόεδρος από το 1928.

Στις εκλογικές αναμετρήσεις του 1932 και του 1933 εκλέγεται βουλευτής με το Αγροτικό Κόμμα Ελλάδας (ΑΚΕ).

Το 1936 εκλέγεται δήμαρχος Κιλκίς, αλλά η δικτατορία της 4ης Αυγούστου ακυρώνει την εκλογή και εκτοπίζει τον Γαβριηλίδη στην Ανάφη. Στο τέλος του έτους μεταφέρεται στην Αθήνα και υποβάλλεται σε εγχείρηση στομάχου. Μετά την εγχείρηση δραπετεύει και περνά στην παρανομία.

Το 1938 εκλέγεται γραμματέας του ΑΚΕ. Λίγο αργότερα συλλαμβάνεται και οδηγείται στις φυλακές της Κέρκυρας, όπου θα παραμείνει για έναν χρόνο.

Συλλαμβάνεται ξανά το 1941 και κλείνεται στα στρατόπεδα Τρικάλων και Λάρισας.

Με τη συνθηκολόγηση των Ιταλών αφήνεται ελεύθερος για λόγους υγείας και, στις 12.9.43, ανεβαίνει στο βουνό, στην Ελεύθερη Ελλάδα. Ως γραμματέας του ΑΚΕ μετέχει στην Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ. Στις 10 Μαρτίου συγκροτείται η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης, η Κυβέρνηση του Βουνού, και ο Γαβριηλίδης αναλαμβάνει τη γραμματεία (υπουργείο) Γεωργίας. Κατά τη διάρκεια του Εθνικού Συμβουλίου (14-27.5.1944), στις Κορυσχάδες Ευρυτανίας, θα εκφωνήσει την ιστορική ομιλία στην οποία αναπτύσσει το αγροτικό ζήτημα.

Το 1947, μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, εκτοπίζεται στην Ικαρία. Στις 29.1.1948 με τον στρατηγό Μανώλη Μάντακα πατάνε το πόδι τους, ως πρώτοι κρατούμενοι, στο κολαστήριο της Μακρονήσου. Παθαίνει κρίση στηθαγχικού παροξυσμού και μεταφέρεται στο νοσοκομείο της Αγίας Όλγας στην Αθήνα. Επιστρέφει στη Μακρόνησο και αργότερα εξορίζεται στον Άη Στράτη.

Το 1951 εκλέγεται βουλευτής Θεσσαλονίκης. Η εκλογή ακυρώνεται. Ο Γαβριηλίδης εκλέγεται γενικός γραμματέας της ΕΔΑ και αναλαμβάνει τη διεύθυνση της εφημερίδας «Δημοκρατική».

Το 1952, παρά τα σοβαρά προβλήματα υγείας, εκτοπίζεται ξανά στον Άη Στράτη. Παθαίνει εγκεφαλικό επεισόδιο και παλεύει, σχεδόν αβοήθητος, μέχρι τις 27 Σεπτεμβρίου, ακριβώς 11 χρόνια μετά την ίδρυση του ΕΑΜ, οπότε αφήνει την τελευταία του πνοή.

Ο πατέρας στην εξορία

Ο Κώστας Γαβριηλίδης, βουλευτής με το Αγροτικό Κόμμα σε τρεις εκλογικές αναμετρήσεις και εκλεγμένος δήμαρχος Κιλκίς, είναι από τους πρώτους που θα οδηγηθούν στην εξορία από τη δικτατορία Μεταξά.

Τα πρώτα χρόνια, χωρίς τον πατέρα, είναι δύσκολα. Η μάνα έπρεπε να θρέψει τα τέσσερα παιδιά τους και τον ορφανό ανιψιό που μένει μαζί τους. Τα αδύναμα χέρια των παιδιών κάτι μπορούν να καταφέρουν. Όμως, για να οργώσουν και να σπείρουν, χρειάζονταν εργαλεία. «Πηγαίναμε και βοηθούσαμε στα χωράφια των συγχωριανών και εκείνοι έδιναν σε εμάς τα ζώα και τα άροτρα».

Το 1937 η Νίτσα γίνεται 12 ετών και ετοιμάζεται για τις εισαγωγικές εξετάσεις στο Γυμνάσιο. Αν δώσει στο Κιλκίς, θα απορριφθεί όσο καλά και αν γράψει, όπως απορρίφθηκε πριν από λίγα χρόνια η μεγαλύτερη αδελφή της, η Ελπίδα. Η νονά της την παίρνει στο σπίτι της, στην Καμάρα Θεσσαλονίκης.

Κυνηγοί κεφαλών

Ο Γαβριηλίδης μετά την εξορία στην Ανάφη έχει περάσει στην παρανομία. Μαθαίνει ότι η κόρη του Νίτσα βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη και ζητάει να μεταφερθεί εκεί. Κρύβεται στο Ντεπό.

Ο παράνομος πρέπει να κρύβεται, αλλά και να έχει πολιτική δράση, επαφές. Κυκλοφορεί μεταμφιεσμένος («φόρεσε μέχρι και ράσο» λέει η Νίτσα) και συναντάει άλλους αγωνιστές.

Κάποιο Σάββατο, υπό την καθοδήγηση του Συνδέσμου, η Νίτσα ξεκινάει να τον δει. Δεν δίνει σημασία σε κάποιους που γλιστρούν σαν σκιές ανάμεσα στα δέντρα. Έχουν κρεμασμένα στους ώμους τους κυνηγετικά όπλα και κάπου - κάπου ρίχνουν καμιά τουφεκιά, ότι δήθεν κυνηγάνε κάργιες.

Σταματάει πρώτα στο σπίτι του κ. Λάζαρου, όπου περνάει αρκετές ώρες παίζοντας με τις κόρες του. Πρόκειται για μέτρο προφύλαξης: αν την παρακολουθούν, να δουν ότι πάει σε φιλικό σπίτι και να φύγουν. Οι «κυνηγοί», ειδοποιημένοι από συγχωριανό του επικηρυγμένου Γαβριηλίδη, ο οποίος τον πρόδωσε για να εισπράξει τα αργύρια της προδοσίας, περιμένουν υπομονετικά.

Ύστερα από αρκετές ώρες ο κ. Λάζαρος της δείχνει το κοντινό σπίτι όπου έπρεπε να πάει. Στην αυλή βρίσκει πολλά σκυλιά και γατιά. Τρομαγμένη χτυπάει την πόρτα.

Ακόμα και σήμερα, 81 χρόνια μετά, η έκφρασή της αλλάζει, το πρόσωπο φωτίζεται! Πίσω από την πόρτα την περιμένει ο πατέρας της. Την παίρνει στην αγκαλιά του, τη φιλάει και μένουν μαζί ώρες πολλές!

Τη νύχτα κοιμήθηκε και η Νίτσα στο κρησφύγετο. Το επόμενο πρωί, χαρούμενη και ανέμελη, παίρνει τον δρόμο της επιστροφής.

Αναστάτωση και κλάματα στο σπίτι. Πριν από εκείνην έφθασε το μήνυμα ότι συνέλαβαν τον Γαβριηλίδη. Οι «κυνηγοί» μπορεί να μην πέτυχαν ούτε φτερό, ειδοποίησαν όμως τους χωροφύλακες, οι οποίοι έκαναν έφοδο στο κρησφύγετο.

Συνάντηση στην Ελεύθερη Ελλάδα!

Το 1943 ο Κώστας Γαβριηλίδης αφήνεται ελεύθερος και σκοπεύει να κατέβει στην Αθήνα. Η θερμή υποδοχή από τους συντρόφους του τον μεταπείθει και ανεβαίνει στο βουνό, στην Ελεύθερη Ελλάδα. Ζητάει να συναντήσει την οικογένειά του, με την οποία θα μείνει μαζί για έξι μήνες.

Πρώτες πηγαίνουν οι κόρες του Νίτσα και Ελπίδα. Θα πρέπει να ανεβούν σε δύο μουλάρια. Η Ελπίδα φοβάται. «Για να της δώσω θάρρος», λέει η Νίτσα, «ανεβαίνω σε μια πέτρα και πηδάω πάνω στο μουλάρι». Τα ζώα τρομάζουν και η Νίτσα βρίσκεται στον αέρα. Πέφτει κάτω και χτυπάει. Αρκετά χρόνια αργότερα, στη Γαλλία, ο ακτινολόγος τη ρωτάει για ένα κάταγμα στο πλευρό, που έδεσε μόνο του. Η Νίτσα καταλαβαίνει πως ήταν από εκείνο το χτύπημα.

Ο Ηλίας των βουνών και των ανακτόρων

Ο Γαβριηλίδης αρθρογραφούσε στον «Νέο Δρόμο», όργανο του ΑΚΕ, και στην εφημερίδα «Μάχη» του Ηλία Τσιριμώκου, ενός ανθρώπου που διέσχισε την αχανή πολιτική απόσταση από τη μαχητική αντίσταση του ΕΑΜ μέχρι την αναρρίχηση στην εξουσία ως δοτός βασιλικός πρωθυπουργός.

Ο «Ηλίας των βουνών και των ανακτόρων» αποτελεί οδυνηρή έκπληξη για πολλούς. Όχι για όσους τον ήξεραν. «Ήταν υπερβολικά φιλόδοξος» λέει η Νίτσα. Τα διορατικά στελέχη του ΚΚΕ είχαν διακρίνει τις αδυναμίες του Τσιριμώκου. «Δεν του είχαν εμπιστοσύνη, γελούσαν μαζί του. Αντιθέτως, έδειχναν μεγάλη εμπιστοσύνη στον Γαβριηλίδη».

Οι σχέσεις ανάμεσα στα στελέχη του αγώνα δεν ήταν πάντα ανέφελες. Στο βιβλίο του «Σε ώρες ευθύνης» (εκδόσεις Ε. Ναρβάκης και Σια Ο.Ε., 1995), ο Κ. Γαβριηλίδης αναφέρεται στην πρώτη περίοδο εξορίας: «Την ίδια μέρα αφίξεώς μας στην Ικαρία αντελήφθηκα πως η συνεργασία ανάμεσα στα κόμματά μας δεν πήγαινε καλά».

Να τη βγάλουμε «Αυγή»

«Ο πατέρας μου είχε αδυναμία στον Πασαλίδη» λέει η Νίτσα. Οι ανέσεις του σπιτιού τους, στη Λ. Συγγρού 37, περιορίζονταν σε δύο σομιέδες, σε κάποιο μικρό δωμάτιο. Οι δύο εμπνευσμένοι πολιτικοί αναπαύονταν και συζητούσαν με τις ώρες.

Πολιτικές οι συζητήσεις, αφορούσαν το μέλλον του τόπου, τους αγώνες του λαού, την ανάγκη μιας νέας εφημερίδας. Πολλά χρόνια πριν εκδοθεί, ο Πασαλίδης έριξε την ιδέα για το όνομά της: «Κώστα, να τη βγάλουμε 'Αυγή'»!

Ικαρία - Μακρόνησος - Άη Στράτης

Σύμφωνα με αφήγηση του Χ. Ρίχτερ, ο Γαβριηλίδης είχε προταθεί να συμμετάσχει στην Επιτροπή για τη Συνθήκη της Βάρκιζας, αλλά δεν μπόρεσε να κατέβει στην Αθήνα.

Το 1947, μετά τη Συνθήκη της Βάρκιζας, εξορίζεται στην Ικαρία. Από εκεί, μαζί με τους Παρτσαλίδη και Ματσακά, μεταφέρονται στην Αθήνα για να περάσουν από στρατοδικείο.

Μαζί με τον Μανώλη Μάντακα είναι οι πρώτοι που θα πατήσουν το πόδι τους στη Μακρόνησο στις 29.1.1948. Θα ακολουθήσουν, σύντομα, οι Σαράφης, Χατζημιχάλης, Λούλης και Χατζήμπεης. Στο πλοίο ο Μάντακας λέει «πρώτη φορά φοράω χειροπέδες και δεν θα το ξεχάσω ποτέ». «Ήθελες να γίνεις στρατηγός» του απαντάει θυμόσοφα και με πικρία ο Γαβριηλίδης δείχνοντάς του τους δωσίλογους που απολάμβαναν το ταξίδι...

Διώξεις για τη νεαρή επονίτισσα

Το κλίμα, πριν από τα Δεκεμβριανά, ήταν βαρύ. Κάποια μέρα στην ταράτσα του σπιτιού τους, Συγγρού 37, ανέβηκαν ελεύθεροι σκοπευτές. Τα κορίτσια το γράφουν με μεγάλα γράμματα σε χαρτί και το δείχνουν από το παράθυρο στους περαστικούς. Σύντομα η είδηση κυκλοφορεί και ο κόσμος παίρνει τις κατάλληλες προφυλάξεις.

Η Νίτσα θεωρεί ότι ο Παπανδρέου υπέσκαπτε την ενότητα. Αρκετοί προέβλεπαν το τι θα επακολουθήσει. Ο Γαβριηλίδης διέφυγε, με την Κ.Ε., στα Τρίκαλα. Ο φρουρός άφησε το οπλοπολυβόλο στο σπίτι τους. Επαρκέστατο τεκμήριο για να οδηγήσει όλη την οικογένεια στη σύλληψη. Την τελευταία στιγμή η γειτόνισσα αρπάζει τον μικρό αδελφό, τον Γιώργο, και τον κρύβει. Τις οδηγούν στο καμπαρέ "Μαξίμ", μετά στη φοιτητική λέσχη και αργότερα σε χώρο κράτησης στη Θεμιστοκλέους 7.

Το διάστημα από το 1945 μέχρι το 1947 η Νίτσα βοηθάει ως γραμματέας τον πατέρα της. Για το εικοσάχρονο κορίτσι η μεγάλη αμοιβή ήταν η ατέλεια στους κινηματογράφους!

Η νεαρή επονίτισσα θα συλληφθεί στις 7 Απριλίου 1947 και θα παραμείνει για πολλά χρόνια εξόριστη στα στρατόπεδα της Χίου, του Τρικεριού (δύο φορές) και της Μακρονήσου. Το 1956 κατόρθωσε να διαφύγει στη Γαλλία, όπου δημιούργησε οικογένεια. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1985.

Σήμερα ζει στην Αθήνα. Την επισκέφτηκα μαζί με τον Σωτήρη Μπούζα, διπλωματούχο μηχανικό και συντονιστή του Τμήματος Ενέργειας του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και φανατικό ιστοριοδίφη. Η Νίτσα, μητέρα της συζύγου του, μας άνοιξε την καρδιά της και μας εμπιστεύτηκε πολύτιμο υλικό, κυρίως χάρη στην παρότρυνση και στην παρουσία του!

Πίσω στην εξορία...

Το 1951 ο Γαβριηλίδης εκλέγεται βουλευτής Θεσσαλονίκης και, μαζί με τους άλλους πέντε εξόριστους βουλευτές Σαράφη, Χατζημιχάλη, Τσόχα, Πρωιμάκη, Ιμβριώτη, μεταφέρονται στην Αθήνα. Η εκλογή ακυρώνεται. Ο Γαβριηλίδης εκλέγεται γενικός γραμματέας της ΕΔΑ και αναλαμβάνει τη διεύθυνση της εφημερίδας «Δημοκρατική».

Σε συνάντηση με τον Πλαστήρα, το 1952, ο ηλικιωμένος πρωθυπουργός με την κλονισμένη υγεία θα σκύψει στο αυτί του και θα του πει: «Οι 'αόρατες δυνάμεις' θα σε ξαναστείλουν πίσω στην εξορία».

Αναγνώριση Εθνικής Αντίστασης

Το τελευταίο γράμμα του Γαβριηλίδη, από το κρεβάτι του πόνου, στον Άη Στράτη στέλνεται στην εφημερίδα «Αυγή»: «Η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης είναι γενικός πόθος του λαού μας» (από το βιβλίο «Τα χρόνια εκείνα», εκδόσεις Λύχνος ΕΠΕ, 2007).

Τα τελευταία λόγια του αποτελούν παρακαταθήκη: «Η Εθνική Αντίσταση δεν είναι μονάχα η μνήμη των σκοτωμένων, η μνήμη των ηρώων που δώσαν τη ζωή τους για το μεγαλείο και την Ελευθερία του Έθνους. Εθνική Αντίσταση πριν απ' όλα είναι η αναγνώριση της πάλης του Λαού ενάντια στους καταλυτές των λαϊκών ελευθεριών. Είναι η αποκατάσταση των λαϊκών ελευθεριών. Είναι εκείνο για το οποίο έδωσαν τη ζωή τους οι ήρωες της Αντιστάσεως».

Το τέλος

Τον Σεπτέμβριο του 1952 ο Κώστας Γαβριηλίδης, εξόριστος στον Άη Στράτη, παθαίνει εγκεφαλικό. Οι συνεξόριστοι ζητούν να μεταφερθεί στην Αθήνα και ειδοποιούν το κόμμα. Κατεβαίνει στο νησί και ο βουλευτής της ΕΔΑ Σπυλιώπουλος για να ενώσει τη φωνή του με τη δική τους. Το πλοίο της γραμμής είναι στο λιμάνι. Ο γιατρός Φλούτζης, κάνοντας χρήση της κανονικής του άδειας, επιβιβάζεται για να φύγει. Όταν μαθαίνει ότι ο Γαβριηλίδης είναι άρρωστος, επιστρέφει γρήγορα κοντά του.

Έχει σπεύσει κοντά του και η κόρη του Νίτσα. Του κρατούσε το χέρι. «Μετανιώνω», λέει σήμερα, «που δεν του μιλούσα. Ίσως να καταλάβαινε, ίσως να με άκουγε».

Παρά τις διαμαρτυρίες, παρά τη γενική κατακραυγή, οι εντεταλμένοι κρατάνε πεισματικά τον Γαβριηλίδη στο νησί. Αβοήθητο («Αυγή» 5.10.1952).

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1952 εκπνέει. Το πλοίο της γραμμής θα αποδειχθεί και πάλι αφιλόξενο. Αρνούνται τη μεταφορά της σορού με το πλοίο, που φεύγει χωρίς τον νεκρό. Ο κόσμος, ειδοποιημένος για τον θάνατο του αγωνιστή, κατεβαίνει με συγκίνηση και οργή στο λιμάνι του Πειραιά. Οι κρατούντες δειλιάζουν. Τρέμουν για το τι θα επακολουθήσει.

Η σορός του Γαβριηλίδη θα μεταφερθεί με μικρό καΐκι. Οι εξόριστοι φτιάχνουν στεφάνια, σχίζουν πουκάμισα και τα βάφουν. Οι μαύρες λωρίδες θα συνοδεύουν τιμητικά τον νεκρό. Οι χωροφύλακες τα πετάνε όλα στη θάλασσα.

Επιτρέπουν να επιβιβαστούν στο καΐκι η κόρη του Νίτσα και ο γιατρός Αντώνης Φλούτζης. 48 ώρες ταξίδι με θαλασσοταραχή. Ο γιατρός κάνει συνεχώς εμετούς. Η Νίτσα έχει στο μυαλό της το φέρετρο με τον πατέρα της. Στο αμπάρι. Κάτω από τα πόδια της.

Κατά τη διάρκεια του 48ωρου ταξιδιού προκύπτουν και πρακτικά προβλήματα. Πρέπει να ουρήσει. Οι χωροφύλακες κάνουν γύρω της κύκλο. Απεχθείς στιγμές μέσα στις τραγικές ώρες.

Κάνουν τον γύρο της Εύβοιας και αποβιβάζονται στη Ραφήνα. Η σορός θα μεταφερθεί με μυστικότητα στο Γ' Νεκροταφείο, στην Κοκκινιά.

Ο παπάς διαβάζει βιαστικά κάποιες ευχές και εναποθέτουν το φέρετρο στον πρώτο ανοιχτό τάφο που βρίσκουν μπροστά τους. Από τα μνήματα εμφανίζονται όλο και περισσότεροι αστυνομικοί. Τους αγωνιστές τους φοβούνται ακόμα και νεκρούς.

kosmaskefalos@gmail.com

 

1. Εθνικό Συμβούλιο στις Κορυσχάδες, Μάιος 1944. Στην πρώτη σειρά (από αριστερά): Κόκκαλης Τσιριμώκος, Σιάντος, Μπακιρτσής, Γαβριηλίδης

 

2. Οι επτά βουλευτές της ΕΔΑ εξόριστοι τον Άη Στράτη (από αριστερά): Ιμβριώτης, Χατζημιχάλης, Πρωιμάκης, Γαβριηλίδης, Ηλιού, Σαράφης, Τσόχας

3. Θεσσαλονίκη 1945 (από αριστερά): Γαβριηλίδης, Ζαχαριάδης, Πασαλίδης. Όρθιοι: Βασβανάς και Βαφειάδης

4. Η ταυτότητα της Μακρονήσου

5. Σκίτσο από τον συνεξόριστο Γ. Φαρσακίδη

 

6. Η Νίτσα Γαβριηλίδη στο μνημείο του πάτερα της, στον Άη Στράτη. Ποτέ δεν τον ρώτησε «Γιατί δεν ήσουν στο σπίτι;»

 

7. Βουλή 1951 (από αριστερά): Πρωιμάκης, Σαράφης, Γαβριηλίδης

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Η Αριστερά στην πρώτη γραμμή!

Το ότι η χώρα έχει βγει από τα Μνημόνια και βρίσκεται σε έναν δρόμο ανάπτυξης μπορεί πλέον να θεωρηθεί γεγονός. Η Νέα Δημοκρατία έχει συρθεί στην ψήφιση όλων των μέτρων που υλοποιεί η κυβέρνηση μετά...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο