Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Περί λογοκρισίας

του Κωνσταντίνου Κυριακού

ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΠΕΤΣΙΝΗ και ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (επιμέλεια), Λεξικό λογοκρισίας στην Ελλάδα. Καχεκτική δημοκρατία, δικτατορία, μεταπολίτευση, Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 544

 

«Οι εργάτες, έχοντας να δούνε πολλές αθλιότητες της αστικής ζωής και πρότυπα αστικής νοοτροπίας, θα μπορούσανε να παρακολουθήσουν το έργο χωρίς να λυπηθούνε τα λεφτά τους». Αυτά συμβούλευε ο συντάκτης της εφ. Ριζοσπάστης (30 Ιανουαρίου 1929) αναφορικά με τις «έκφυλες γυναίκες» στην παράσταση Γκαρσόν του Βικτώρ Μαργκερίτ (θίασος Μαρίκας Κοτοπούλη), τρία χρόνια μετά το ανέβασμα του λεσβιακού μπουλβάρ Η αιχμάλωτος (θίασος Κυβέλης-Αιμίλιου Βεάκη) το οποίο και ενεργοποίησε τα λογοκριτικά αντανακλαστικά της δικτατορίας του Παγκάλου.

Πενήντα χρόνια αργότερα η οπτική τολμηρότητα του πολυπρόσωπου θεάματος του Δημήτρη Κολλάτου Ένας Έλληνας σήμερα (1975) και λίγο αργότερα (1980) ο Άγιος Πρεβέζης με την αντικληρικαλιστική του σκανδαλοθηρία θα προσελκύσουν το ενδιαφέρον της λογοκρισίας. Είναι η εποχή κατά την οποία με την εξομάλυνση του πολιτεύματος και ενώ λαμβάνουν χώρα οι δίκες των πρωτεργατών της απριλιανής δικτατορίας, συντελείται μια φιλελευθεροποίηση γύρω από τη σεξουαλικότητα, με αφορμή απαγορευμένα φιλμ της αλλοδαπής και παραστάσεις. Παράλληλα, πραγματοποιούνται δημοσιογραφικές έρευνες γύρω από το κινηματογραφικό πορνό και την ομοφυλοφιλία, την αντισύλληψη και τον φεμινισμό, τις επιχειρήσεις αρετή στην εκκλησία και τη σεξουαλική επανάσταση. Είναι η εποχή κατά την οποία ταινίες του Ναγκίσα Οσίμα (Η αυτοκρατορία των αισθήσεων), του Ντούσαν Μακαβέγιεφ (Σουήτ Μούβι) και του Πιέρ Πάολο Παζολίνι (Σαλό ή 120 ημέρες στα Σόδομα), συνδέοντας πολιτική και σεξουαλικότητα, θα προσκρούσουν στους λογοκριτικούς μηχανισμούς και στην αγανάκτηση «ευυπόληπτων» πολιτών με διαφημιζόμενη χριστιανική αγωγή και οικογενειακά ιδεώδη.

Τα παραπάνω σημειώνονται με αφορμή την έκδοση ενός ευανάγνωστου και απαραίτητου στην ελληνική βιβλιογραφία Λεξικού λογοκρισίας στην Ελλάδα, το οποίο προεκτείνει τα πορίσματα και συμπληρώνει με λεπτομέρειες τα τεκμήρια και τις θεωρητικές προσεγγίσεις δύο προγενέστερων συναφών εκδόσεων: Όψεις λογοκρισίας στην Ελλάδα (επιμέλεια Γιάννης Ζιώγας, Λεωνίδας Καραμπίνης, Γιάννης Σταυρακάκης, Δημήτρης Χριστόπουλος, Νεφέλη, 2008) και Η λογοκρισία στην Ελλάδα (επιμέλεια Πηνελόπη Πετσίνη και Δημήτρης Χριστόπουλος, Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ, 2016). Όπως σημειώνουν οι επιμελητές του πρόσφατου τόμου, Πηνελόπη Πετσίνη και Δημήτρης Χριστόπουλος, στον πρόλογο της έκδοσης, φυσικοί αποδέκτες του εγχειρήματος είναι τόσο ένα ευρύτατο κοινό όσο και οι μελετητές των ανθρωπιστικών, κοινωνικών και πολιτικών σπουδών. Η παρούσα έκδοση επιμερίζεται σε τρία ανισομεγέθη μέρη: πρώτο μέρος: «Το παρελθόν» (σ. 23-169) / δεύτερο μέρος: «Μεταπολίτευση: λογοκριτικά πεδία» (σ. 171-291) / τρίτο μέρος: «Συμβάντα» (σ. 293-542). Η οργάνωση του υλικού είναι η διεπιστημονικά νόμιμη: οι πεντακόσιες πενήντα σελίδες του συλλογικού τόμου δεν οργανώνονται με βάση μια μονοδιάστατη θεματική ακολουθία επιμέρους άρθρων κατά τα πρότυπα των πρακτικών ενός συνεδρίου, αλλά μέσα από τα άρθρα προσεγγίζονται μορφές καταστολής, συνταγματικές κατοχυρώσεις και λογοκριτικές πρακτικές.

Το βιβλίο αναφέρεται στον ελληνικό εικοστό αιώνα επιχειρώντας να μετακενώσει το διεθνές παράδειγμα στα νοτιοβαλκανικά κλίματα. Όπως διαφαίνεται και από τον τίτλο του σύντομου αλλά ενδιαφέροντος άρθρου του Γιάννη Τασόπουλου, «Η κληρονομιά του 19ουαιώνα» (σ. 23-30), ο 19ος αιώνας συνεχίζει να παραμένει ένα πεδίο εκτός ύλης. Στα άρθρα που συναρθρώνουν την έκδοση ο όρος λογοκρισία συνοδεύεται από επίθετα όπως προληπτική, κατασταλτική, αυτολογοκρισία, και συσχετίζεται με την ελευθερία της έκφρασης και τη δημοκρατία, τις νομολογίες και τις νομοθετικές σταθμίσεις. Στα ποικίλων μεθοδολογικών εργαλείων και κυμαινόμενης τεκμηρίωσης κείμενα συναντάμε πεδία όπως η χρήση της σημαίας και οι διεθνές σχέσεις, οι φορείς της πολιτικής ζωής και οι θεσμοί, η θρησκεία και οι θρησκευτικές τελετές, η γυναικεία σεξουαλικότητα/αρετή και η ομοφυλόφιλη ζωή, η βλασφημία και οι σεξουαλικές δια-στροφές, τα αφροδίσια νοσήματα και ο εκφυλισμός, η γελοιοποίηση των αξιωματούχων του κλήρου και η προσβολή της δημοσίας αιδούς και του καλού γούστου.

Αρχικά παρατίθεται τα λογοκριτικά συμφραζόμενα και ειδικά η τυπολογία του λογοκριτικού συμβάντος (Δημήτρης Χριστόπουλος, σ. 279-291), όχι μόνο ο έλεγχος, η καταστολή/απαγόρευση αλλά και το μετα-λογοκριτικό περιβάλλον όπου οργανώνεται ένας επιτρεπτός και αρθρώσιμος λόγος. Έτσι προσεγγίζονται κατά ενότητα τα κρούσματα λογοκρισίας στις εικαστικές τέχνες (Πηνελόπη Πετσίνη, «Αυτά που δεν μπορούν να δειχθούν - Λογοκρισία και εικαστικές τέχνες έως τη μεταπολίτευση», σ. 100-118), της λογοτεχνίας (Γιάννης Παπαθεοδώρου, «Οι φρουροί της Ησυχίας: Δικτατορία, λογοτεχνία και λογοκρισία στον 20ό αιώνα - Μια συνοπτική περιδιάβαση», σ. 119-133), του κινηματογράφου (Μαρία Χάλκου, «Κινηματογράφος και λογοκρισία στην Ελλάδα από τα πρώιμα χρόνια έως την μεταπολίτευση», σ. 82-99), της μουσικής (Γιάννης Κοκκώνης, «Η μουσική λογοκρισία στην Ελλάδα-μια πρώτη προσέγγιση, σ. 134-145), της έντυπης (Κατερίνα Δέδε: «“Πέτρα ψαλίδι, χαρτί”: Η λογοκρισία στον Τύπο», 1922-1974, σ. 146-156) και ηλεκτρονικής δημοσιογραφίας (Βασιλική Χρήστου, σ. 269-278) αλλά και του τηλεοπτικού θεσμικού πλαισίου (ΕΣΡ).

Αλφαβητικά οργανωμένη η λημματογραφία περιλαμβάνει περιπτώσεις και κρούσματα από το χώρο του θεάματος, της σάτιρας του κινηματογράφου, της θρησκείας (Ο τελευταίος πειρασμός), της σεξουαλικότητας, του ομοφυλόφιλου περιοδικού τύπου (Αντί, Αμφί, Κράξιμο). Ο χώρος του θεάτρου είναι μάλλον περιορισμένος σε σχέση με το σύνολο των περιπτώσεων (Αριστοφάνης, Η ισορροπία του Nash), ενώ ελλείπουν ορισμένα αντιπροσωπευτικά τηλεοπτικά λογοκριτικά κρούσματα (Κυρία Αρσενία σ’ αγαπώ του Παύλου Μάτεσι και Η κάθοδος του Γιώργου Μιχαηλίδη). Συναντάμε περιπτώσεις εστιασμένες στην προγραμματική υπέρβαση των ορίων και της (μικρο)αστικής ανοχής: η ερωτογραφία του Ανδρέα Εμπειρίκου, η κατεδαφιστική σάτιρα του Τζίμη Πανούση, η καταγγελτική αντικληρικαλιστική ρητορεία και το γυμνό σώμα στον Δημήτρη Κολλάτο, η ελευθεριακή κουλτούρα του Λεωνίδα Χρηστάκη.

Ορισμένα πεδία αιχμής σε μια ομοερωτοφοβική και με θρησκευτικές «ευαισθησίες» χώρα, υπογραμμίζονται, όπως επιβεβαιώνεται στα κείμενα του Δημήτρη Παπανικολάου («Συγκροτησιακή, υποστηρικτική, παλινωδική και ενσώματη. Η λογοκρισία της ομοφυλοφιλίας στον μακρό 20ό αιώνα», σ. 206-220), του Κωστή Κορνέτη («Πορνογραφία και γυμνό Περί Ασέμνων», σ. 182-194), του Μιχάλη Τσαπόγια για την βλασφημία (σ. 173-181) και του Ανδρέα Τάκη για τη ρητορική μίσους (σ. 245-258).

Το ιστορικό πρόσημο και οι πολιτειακές του αποτυπώσεις είναι παρόντα, ειδικά σε περιγραφές φάσεων της ελληνικής ιστορίας (Γιάννης Γκλαβίνας, «Η λογοκρισία την περίοδο της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών (1967-1974)», σ. 157-169), στις μεθόδους της αρχειακής πολιτικής και ιστορικής έρευνας (Ιάσονας Χανδρινός, σ. 259-268), στις εθνικές αφηγήσεις (Δημήτρης Δημούλης - Δημήτρης Χριστόπουλος, σ. 221-235 και Λάμπρος Μπαλτσιώτης, σ. 236-244). Γεγονός που πραγματοποιείται με αντικειμενικότητα, καθώς δίπλα σε αναφορές στον αντικομμουνισμό και το ιδιώνυμο του Μεταξά (Κώστας Καρπόζηλος, σ. 55-65) συναντάμε διαλεκτικές ιδεολογικές και αισθητικές αντιπαραθέσεις στην εμβληματική Επιθεώρηση Τέχνης, με πεδίο αναφοράς την Αριάγνη του Τσίρκα και στην Αυγή για την Η Αντιγόνη της Κατοχής του Νότη Περγιάλη.

Ένα πόνημα γνώσης και ακρίβειας που ακτινογραφεί την ελληνική πολιτική και κοινωνική ζωή του εικοστού αιώνα, το οποίο, διατρέχοντας όλο το φάσμα της πολιτισμικής παραγωγής και επικοινωνίας, ανοίγει καλειδοσκοπικά πεδία περαιτέρω έρευνας γύρω από την προληπτική και κατασταλτική, κανονιστική και δομική λογοκρισία.

 

 

* Ο Κωνσταντίνος Κυριακός διδάσκει στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Τυχοδιώκτες και επικίνδυνοι

Οι ανάγκες διαχείρισης της προσφυγικής κρίσης δημιουργούν σοβαρά εσωτερικά προβλήματα στο κυβερνητικό κόμμα, το οποίο προεκλογικά είχε δεσμευτεί απέναντι στην εκλογική του βάση με μια ακροδεξιά λαϊκιστική ρητορική.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο