Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Γκαλά όπερας στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Δυσεύρετες περιστάσεις λυρικής υψιπέτειας επιφύλαξε στους μελομανείς θαμώνες του το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών για την αυλαία του ημερολογιακού 2018. Και μάλιστα, ηθελημένα ή...

Του Κυριάκου Π. Λουκάκου

 

Δυσεύρετες περιστάσεις λυρικής υψιπέτειας επιφύλαξε στους μελομανείς θαμώνες του το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών για την αυλαία του ημερολογιακού 2018. Και μάλιστα, ηθελημένα ή μη, στρατηγικά τοποθετημένες εν όψει του πρώτου κύκλου παραστάσεων της Εθνικής Λυρικής Σκηνής τη νέα χρονιά.

Η έννοια του γκαλά συχνά κακοποιείται στη χώρα μας, αλλά η συναυλία της 2ας Δεκεμβρίου, συμπτωματικά γενέθλιας της Μαρίας Κάλλας, δικαίωσε την προσωνυμία της. Η φιλοξενία, σε περίοδο οικονομικής στενότητας, μιας από τις ελάχιστες δραματικές και πλέον περιζήτητες φωνές υψιφώνου της οικουμένης, της Ουκρανής Liudmyla Monastyrska, δυναμικά πλαισιωμένης από τον επίσης δραματικής φωνητικής φύσης, διεθνούς φήμης και περιωπής βαρύτονο Δημήτρη Πλατανιά, αποτέλεσε «βασιλικό» προνόμιο για τους τυχερούς παρισταμένους.

Το πρώτο μέρος της συναυλίας, αφιερωμένο εξ ολοκλήρου στον Giuseppe Verdi, εγκαινίασε η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό τον Μίλτο Λογιάδη με μεγαλόπρεπη ανάγνωση της εισαγωγής στους «Σικελικούς Εσπερινούς», μιας από τις τρεις μεγάλες του συνθέτη (τέσσερις αν συνυπολογίσουμε και την εν τέλει αχρησιμοποίητη στην «Αΐντα»). Οι άριες βαρυτόνου του μετέπειτα αυτοκράτορα Καρόλου Ε’ από τον «Ερνάνι» και του κόμητος Στάνκαρ από τον ακόμη πιο δυσεύρετο -αλλά ριζικά επανεκτιμημένο- «Στιφέλιο», που ακολούθησαν, υπηρετήθηκαν από τον Πλατανιά με όρους μουσικότητας και εξαγγελίας που ενισχύουν την επιθυμία έστω και για συναυλιακές παρουσιάσεις των συγκεκριμένων έργων στην Ελλάδα, με ερμηνευτικό επίκεντρο τον εκλεκτό μονωδό, μια ευκαιρία που ελπίζουμε να μην εξαντληθεί στο στάδιο της φαντασίωσης.

Στις όπερες αυτές οφείλουμε να συμπεριλάβουμε και τον «Μάκβεθ», με παρτενέρ του τη Μοναστύρσκα, που εισέβαλε στη σκηνή με μια συναρπαστική ανάγνωση της εισαγωγικής άριας της Λαίδης, πραγματικής «λυδίας λίθου» για κάθε υψίφωνο του είδους και της κλάσης της.

Στη συνέχεια, ωστόσο, ξένισε η απείθαρχη και τραχεία εκφορά της, καθώς και η ελλιπής γνώση του κειμένου, στο ντουέτο αντιπαράστασης της πραξικοπηματίου Αμπιγκαΐλε με τον εκθρονισμένο και παράφρονα βασιλιά και θετό πατέρα της από τη γ’ πράξη του «Ναμπούκο». Ένα έργο που ερμηνεύει στα μεγαλύτερα θέατρα και στο οποίο έχει συμπρωταγωνιστήσει πλάι στον επώνυμο ήρωα του Πλάθιντο Ντομίνγκο (πρβλ. και οπτικοακουστική κυκλοφορία παραγωγής της Βασιλικής Όπερας Κόβεντ Γκάρντεν, Sony 2015).

Μετά το διάλειμμα, πάντως, σε μέρη από όπερες της «Νέας Ιταλικής Σχολής», η πριμαντόνα ήρθη στο πλήρες επίπεδο των προσδοκιών μας. Το αραιά προγραμματιζόμενο ιντερμέδιο της όπερας «L’ Αmico Fritz» του Pietro Mascagni, που Λογιάδης και ΚΟΑ μας χάρισαν «με την καρδιά στο μανίκι», όπως αρμόζει σε μεγάλη μουσική, οδήγησε στην προσευχή της «Τόσκα» και στην τελευταία άρια από τη «Μανόν Λεσκώ» του Giacomo Puccini.

Αμφότερες υπηρέτησε η Μοναστύρσκα με ανεξάντλητη αναπνοή, πληρότητα τόνου και έξοχα στηριγμένα πιάνι και σβησίματα, επιβεβαιώνοντας την πρωτεύουσα σημασία του φωνότυπου για τη δικαίωση των ρόλων αυτών.

Όσο για τον Πλατανιά, ενσάρκωσε μουσικά και δραματικά κάθε λέξη του Προλόγου από τους «Παλιάτσους» του Ruggero Leoncavallo, μετατρέποντας ένα αισθητικό μανιφέστο σε προσωπική διακήρυξη, πραγματικό showstopper της συναρπαστικής βραδιάς.

Τόσο εκεί όσο και στην «Cavalleria Rusticana» (Αγροτική Ιπποσύνη) του Μασκάνι, ο Έλληνας αξιοποίησε τη διεθνή σκηνική του εμπειρία, στην τελευταία ως προδομένος και αμείλικτος Άλφιο απέναντι στις σπαρακτικές αποκαλύψεις της Σαντούτσα, με το ντουέτο τους να ολοκληρώνει σε πυρετώδεις τόνους το επίσημο πρόγραμμα.

Προ της επιμονής του ενθουσιώδους κοινού, το ντουέτο της δ’ πράξης από τον «Τροβατόρε» του Βέρντι αποτέλεσε γενναιόδωρο και αδιάπτωτα απαιτητικό encore από δύο επίλεκτους της διεθνούς μελοδραματικής επικαιρότητας.

Δείτε όλα τα σχόλια