Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η «απολίτικη» ΕΚΤ και το υπέρτατο αγαθό της

Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου - Η ΕΚΤ, με πρόσχημα τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, υπαγορεύει και τελικά επιβάλλει ακόμη και κοινωνική πολιτική, που τυπικά είναι εκτός αρμοδιοτήτων της

Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου

Προφανώς κανείς στην ηγεσία της Ε.Ε. δεν έχει ούτε πρόθεση ούτε όρεξη, στην τελική ευθεία της πανευρωπαϊκής προεκλογικής περιόδου, να προκαλέσει περιττές «εξωτερικές» πολιτικές εντάσεις, πέρα από τις «εσωτερικές» που κάθε χώρα έχει να αντιμετωπίσει.

Ο επίτροπος Πιερ Μοσκοβισί, που πέρασε από την Αθήνα, και η έκθεση της Κομισιόν στο πλαίσιο της δεύτερης μεταμνημονιακής αξιολόγησης έκαναν φιλότιμες, σχεδόν ακροβατικές προσπάθειες οι όποιες παρατηρήσεις και ενστάσεις τους για τα προαπαιτούμενα της αξιολόγησης να είναι κυρίως «τεχνικές» και τόσο προσεκτικά διατυπωμένες, ώστε να μην αφήνουν περιθώριο να θεωρηθούν παρέμβαση στην εσωτερική πολιτική διελκυστίνδα.

Η κατ’ εξοχήν «πολιτική» Κομισιόν, δηλαδή, είναι εκ των πραγμάτων υποχρεωμένη να κάνει μια κατά το δυνατόν «απολίτικη» αξιολόγηση.

Αυτό είναι ορατό στο ύφος και το ήθος της έκθεσης της Κομισιόν και στις δηλώσεις των εκπροσώπων της. Αντιθέτως, η κατά συνθήκην «απολίτικη» και «ανεξάρτητη» Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα παρεμβαίνει στην αξιολόγηση με τρόπο και ύφος βαθιά πολιτικό, που δεν έχει τόσο σχέση με την προεκλογική συγκυρία όσο με τον ρόλο της στην ιεραρχία εξουσίας εντός της Ευρωζώνης.

Η εκτενής, σχεδόν ισοπεδωτική κριτική που διατυπώνει η ΕΚΤ στην «έκθεση γνώμης» πάνω στο σχέδιο προστασίας της πρώτης κατοικίας που παρουσίασε η κυβέρνηση είναι χαρακτηριστική. Παρότι η «γνωμοδότηση» της ΕΚΤ που δημοσιοποιήθηκε αφορά το αρχικό σχέδιο και δεν γνωρίζουμε αν οι παρατηρήσεις της ισχύουν και για την επικαιροποιημένη πρόταση της κυβέρνησης, έχουν σημασία τα κριτήρια αξιολόγησης που προβάλλει η ΕΚΤ.

Σε αδρές γραμμές η ΕΚΤ λέει: Πρώτον, πρέπει να διαβουλευτείτε μαζί μου και με την ελληνική «θυγατρική» μου, την ΤτΕ. Δεν μου επαρκεί η συμφωνία σας με τους τραπεζίτες, τους οποίους έτσι κι αλλιώς εγώ εποπτεύω.

Δεύτερον, οι ρυθμίσεις που προωθείτε θα έχουν αρνητικές επιπτώσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, και ιδιαίτερα στην ευχέρειά του να τιτλοποιεί και να πουλάει δάνεια στους «κόρακες».

Τρίτον, αυξάνει τον «ηθικό κίνδυνο» -πού είσαι, Σόιμπλε- και δεν καλλιεργεί «κουλτούρα πληρωμών».

Τέταρτον, ας δει και η Κομισιόν μήπως παραβιάζει τους κανόνες απαγόρευσης των κρατικών ενισχύσεων.

Και πέμπτον, ξεχάστε ένα σταθερό, μακροπρόθεσμο πλαίσιο προστασίας. Το πλαίσιο πρέπει να επαναξετάζεται κάθε χρόνο. Αυτό, κατά την ΕΚΤ, υπηρετεί την αναγκαία «ασφάλεια δικαίου»!

Για να είμαστε ακριβείς, και στην έκθεση της Κομισιόν διατυπώνονται ανάλογες ανησυχίες, λίγο πιο στρογγυλά. Αλλά η διαφορά στην αντίδραση της ΕΚΤ είναι ότι παρεμβαίνει ως ο θεσμικά αρμόδιος επιτηρητής επικαλούμενη την εξουσία της που πηγάζει από τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ε.Ε. να γνωμοδοτεί σε κάθε «εθνικό» νομοσχέδιο που «αφορά κανόνες εφαρμοστέους σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, στον βαθμό που αυτοί επηρεάζουν ουσιωδώς τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και αγορών».

Η ΕΚΤ λέει -και δικαιούται να λέει βάσει των συνθηκών- ότι αυτή είναι το αφεντικό στο Ευρωσύστημα και σε κάθε τράπεζα που υπάγεται σε αυτό και αυτή έχει τον πρώτο και τελευταίο λόγο σε ό,τι επηρεάζει τα «μαγαζιά» της.

Τυπικά μόνο «γνωμοδοτική», αλλά ουσιαστικά πολιτική, η παρέμβαση της ΕΚΤ αποκαλύπτει τα ευρύτατα όρια εξουσίας της εντός της Ευρωζώνης, που κάθε άλλο παρά περιορίζονται στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Διότι, με πρόσχημα αυτή τη σταθερότητα, υπαγορεύει και τελικά επιβάλλει ακόμη και κοινωνική πολιτική, που τυπικά είναι εκτός των αρμοδιοτήτων της.

Ή ακρωτηριάζει κατά βούληση και κατά περίπτωση θεμελιώδη δικαιώματα και αγαθά που προβλέπονται από τις ευρωπαϊκές συνθήκες, αλλά πέφτουν σε κενό εφαρμογής όταν προσκρούουν στο υπέρτατο «αγαθό», την προστασία των τραπεζών. Για να το πούμε πρακτικά, ένα νομοσχέδιο που αφορά την «προστασία της πρώτης κατοικίας οικονομικά αδύναμων φυσικών προσώπων», δηλαδή το δικαίωμα στη στέγη, για την ΕΚΤ οφείλει να έχει εντελώς αντίθετο προορισμό: την προστασία των τραπεζών από τα φυσικά πρόσωπα - αδύναμα ή δυνατά, αδιάφορο.

Δεν υπάρχει κάτι καινούργιο στην κραυγαλέα αντίφαση που αποκαλύπτεται με την ευκαιρία της δεύτερης άσκησης μεταμνημονιακής κανονικότητας. Το καινούργιο είναι ότι στη γενική, πανευρωπαϊκή φλυαρία ενόψει των ευρωεκλογών για το μέλλον της Ευρώπης και τις καταστροφές που την απειλούν δεν έχει προβλεφθεί ελάχιστος χώρος συζήτησης και στοιχειώδους αναστοχασμού για τις θεσμικές υπερεξουσίες της ΕΚΤ. Σαν να μην πέρασε μια δεκαετία κρίσης, σαν να μην αντλήθηκε το παραμικρό δίδαγμα από την ολέθρια τραπεζοκεντρική διαχείρισή της.

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Όλες οι Ειδήσεις