Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ

Οι εικόνες εκείνες με τους αρχηγούς της Χρυσής Αυγής να κατεβαίνουν σιδεροδέσμιοι τα σκαλιά της Ασφάλειας κι ο ένας να φτύνει, ο άλλος να βρίζει, ο τρίτος να χαμογελάει σαν χαζός κι ο τέταρτος, ο μεγάλος αρχηγός, να μην έχει αποφασίσει αν θα ακολουθήσει μια αγωνιστική στάση...

Από τον ΑΝΤΑΙΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΗ

Οι μεταλλάξεις μιας εικόνας

Οι εικόνες εκείνες με τους αρχηγούς της Χρυσής Αυγής να κατεβαίνουν σιδεροδέσμιοι τα σκαλιά της Ασφάλειας κι ο ένας να φτύνει, ο άλλος να βρίζει, ο τρίτος να χαμογελάει σαν χαζός κι ο τέταρτος, ο μεγάλος αρχηγός, να μην έχει αποφασίσει αν θα ακολουθήσει μια αγωνιστική στάση ή, σηκώνοντας το κομψό ψευτοκυριλέ τσαντάκι του, αν θα πρέπει να διαλαλήσει «κοιτάξτε τι μου έκαναν», οι εικόνες, λοιπόν, εκείνες ήταν πολλαπλώς εμβληματικές. Αυτοί οι τρομεροί και φοβεροί ήρωες, οι ντυμένοι και κουρεμένοι και σημαδεμένοι στο δέρμα έτσι ώστε να προκαλούν τον φόβο και τον τρόμο, με τις χειροπέδες στα χέρια έμοιαζαν με τους χιλιάδες ανθρώπους που κατεβαίνουν τα ίδια εκείνα σκαλιά συνοδεία αστυνομικών, ηττημένοι και θρασύδειλοι και εκνευρισμένοι που δεν υπήρξε η συμπαράσταση των χιλιάδων ανθρώπων που οι ίδιοι θα ήθελαν και περίμεναν.

Ήταν εμβληματικές εκείνες οι εικόνες, ακριβώς επειδή όχι μόνο πρέπει να απογοήτευσαν σφόδρα τους ψηφοφόρους τους εκείνους που είχαν θαμπωθεί από τους πυρσούς και τα στρατιωτικά παντελόνια και τη δύναμη που ενέπνεαν χτυπώντας άοπλους φτωχούς μετανάστες, αλλά και επειδή έδειχναν ότι το κράτος -το «σάπιο» κράτος, το οποίο οι κρατούμενοι πάλευαν να καταλύσουν- ήταν τελικά πιο δυνατό από αυτούς κι ας άργησε να αντιδράσει. (Κι εδώ θα πρέπει να παρατηρήσει κανείς ότι μια λιγότερο μίζερη στάση της αντιπολίτευσης, από το ΚΚΕ ώς τους Ανεξάρτητους Έλληνες, δεν θα έβλαφτε κανέναν, δεν θα έβλαφτε την πολιτική μας ζωή και τη λογική μιας γενικής συμπαράταξης ενάντια στον φασισμό. Δεν θα έκανε κακό να τονιστεί η επάρκεια που έδειξε σε αυτή την περίπτωση ο κ. Δένδιας, και να τονιστεί, αντιθέτως, η διαφορά του με τον κ. Αβραμόπουλο, ο οποίος προσπαθεί να μας πείσει ότι «σταγονίδια» δεν υπάρχουν στον στρατό, στον στρατό αυτόν με την τόσο κακή παράδοση...).

Στην αρχή, η διαρκής επανάληψη εκείνων των εικόνων -επανάληψη συνεχής, μονότονη, ανέμπνευστη- σε έκανε να πιστέψεις ότι επιτέλους τα ΜΜΕ είχαν συνειδητοποιήσει τον παιδευτικό ρόλο τους, κι ότι, έστω αργά, μετάνιωναν για τον ρόλο που έπαιζαν για χρόνια, δίνοντας άφθονο προπαγανδιστικό χώρο στα μηνύματα μίσους της Χρυσής Αυγής. Βεβαίως, οι κυρίες με τα πανάκριβα ταγέρ, που διαβάζουν με ύφος δικαστή τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων, έμοιαζαν μερικές φορές σαν έκπληκτες που ανακάλυπταν τον εγκληματικό χαρακτήρα της οργάνωσης, αλλά μικρό το κακό, έλεγες, τουλάχιστον από εδώ και στο εξής θα είναι πιο προσεκτικές στο να δίνουν ίδιο χώρο και ίδιο ντεκόρ στις ναζιστικές απόψεις με αυτόν των άλλων δημοκρατικών κομμάτων. Ευτυχώς, σκεφτόσουνα, δεν υπάρχουν μόνο τα ποσοστά τηλεθέασης, υπάρχουν και οι ανάγκες της Δημοκρατίας.

Μέχρι που εμφανίστηκε στα κανάλια η ιστορία της μικρής ξανθούλας που είχε υιοθετηθεί -ακόμα δεν ξέρουμε πώς ακριβώς- από τους τσιγγάνους. Μέσα σε μια νύχτα, ο χρόνος που δινόταν κάθε βράδυ στη Χρυσή Αυγή πέρασε στην υπόθεση της παράνομης υιοθεσίας κι αντί για τα φτυσίματα του Κασιδιάρη αρχίσαμε να βλέπουμε -εξίσου βασανιστικά, ανέμπνευστα και μονότονα- τα βίντεο με το ξανθό κοριτσάκι να χορεύει, πότε στο σπίτι του, πότε σε κάποιον αυτοσχέδιο χώρο διασκέδασης. Ο λόγος δεν είχε αλλάξει, ούτε η λογική. Εγκληματική οργάνωση πριν, εγκληματική οργάνωση και τώρα. Έγκλημα - πόνος - δάκρυα πριν, έγκλημα - πόνος - δάκρυα και τώρα. Πολιτικός λόγος μηδέν. Ο θρίαμβος της τηλεοπτικής επιδερμικότητας, της λουστραρισμένη επιφάνειας.

Όπως κανένας δεν προσπάθησε να πάει λίγο παραπέρα από τα επιφαινόμενα και όλοι έμειναν στα πασιφανή και κοινότοπα (ο αγανακτισμένος από τα μνημονιακά μέτρα πολίτης που στρέφεται απελπισμένος στη στήριξη των νεοναζί, λες κι ήταν το φυσικότερο πράγμα του κόσμου, ξεχνώντας ότι δυστυχώς έχουμε μια παράδοση αυταρχισμού στην πολιτική μας νοοτροπία και ζωή), το ίδιο δεν προσπάθησε να δει κάποια άλλη εκδοχή της πραγματικότητας ούτε στην περίπτωση της μικρής άγνωστης ξανθομαλλούσας. Εδώ, μάλιστα, το έδαφος ήταν πιο πρόσφορο, αφού οι Ρομ δεν είναι ό,τι πιο δημοφιλές στην κοινωνία μας, άρα μπορείς να τους κατηγορείς χωρίς κίνδυνο και χωρίς αποδείξεις (οι τσιγγάνοι που κλέβουν και πουλάνε -σε ποιους ευυπόληπτους πολίτες άραγε;- παιδιά, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε κουβέντα για το απηρχαιωμένο και παράλογο σύστημα υιοθεσίας που υπάρχει στη χώρα μας, το οποίο, αναζητώντας κάθε φορά τους τέλειους γονείς, κάνει σχεδόν αδύνατη μια νόμιμη υιοθεσία και προτιμά να αφήνει τα ορφανά να μεγαλώνουν δυστυχισμένα στα διάφορα ιδρύματα...)

Κοινός παρονομαστής, εκτός από τα ακριβά ταγέρ, η υποκρισία. Και η ελαφρότητα. Και, για μια φορά ακόμα, τα νούμερα των τηλεθεάσεων. Κοινός παρονομαστής, με άλλα λόγια, εμείς. Που αποζητούμε τέτοιου είδους πληροφορίες, τέτοιου είδους ενημέρωση, τέτοιου είδους πολιτική λογική. Εμείς που αρεσκόμαστε στις εύκολες μεταλλάξεις μιας εικόνας, αρκεί η εικόνα αυτή να προσφέρει άφθονο λαϊκισμό, πολιτική φτιαγμένη από σλόγκαν και ένα -έστω μονότονο- θέαμα προς κατανάλωση.

Οι σημερινοί τριαντάρηδες

Πώς μπορεί να αντιδράσει μια γενιά που βγαίνει μόλις τώρα στους δρόμους της ζωής και ήδη αισθάνεται ηττημένη, χωρίς όνειρα, χωρίς ορατές προοπτικές και χωρίς έστω μια λαθεμένη ιδεολογία από την οποία να πιαστεί;

Το ερώτημα αυτό κυριάρχησε στη συζήτηση που έγινε την περασμένη Τρίτη στο βιβλιοπωλείο Ιανός της Αθήνας, κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του βιβλίου «Πού ήσασταν όλοι» (εκδόσεις Ίκαρος) του Ιταλού συγγραφέα Πάολο ντι Πάολο, στο πλαίσιο της σειράς «Οι συγγραφείς του κόσμου στον Ιανό».

Ο Πάολο ντι Πάολο είναι τριάντα χρόνων. Έχει ήδη εκδώσει στην πατρίδα του μια σειρά από βιβλία κι αυτό που μεταφράστηκε πρόσφατα και στη χώρα μας είναι το πρώτο του μυθιστόρημα. Θέμα του μυθιστορήματος η ιστορία μιας τυπικής μικροαστικής οικογένειας. Ο πατέρας, ένας γκρίζος καθηγητής που βγαίνει στη σύνταξη, γιος παλιού σοσιαλιστή, ψηφίζει Μπερλουσκόνι για μάλλον ακατανόητους λόγους και αποφασίζει να εκδικηθεί τα φαντάσματά του παρασύροντας με το αμάξι του τον κακό μαθητή της τάξης. Η μάνα, σιωπηρή και υποδουλωμένη, μετά το ακατανόητο γι' αυτήν συμβάν, αποφασίζει να κάνει την πρώτη μικρή της επανάσταση. Η έφηβη κόρη δεν έχει άλλα ενδιαφέροντα εκτός από τα μυστήρια του έρωτα και ο γιος, ο αφηγητής της ιστορίας, σπουδάζει Ιστορία και θέλει να κάνει τη διπλωματική του στον Μπερλουσκόνι, αφού -όπως εξηγεί ο ίδιος- όταν στα δέκα του άρχισε να καταλαβαίνει τον κόσμο, πρωθυπουργός ήταν ο Μπερλουσκόνι, όταν πέρασε από το Γυμνάσιο στο Λύκειο πρωθυπουργός ήταν ο Μπερλουσκόνι, όταν έδωσε το πρώτο του φιλί πρωθυπουργός ήταν ο Μπερλουσκόνι και τώρα που ετοιμάζεται να βγει στη ζωή πρωθυπουργός είναι ο Μπερλουσκόνι.

«Άλλον πρωθυπουργό δεν γνώρισε η γενιά μου», έλεγε και ο Ντι Πάολο, ο οποίος προσπαθούσε να μην περιορίσει το φαινόμενο Μπερλουσκόνι στα πολιτικά του χαρακτηριστικά, αλλά να τονίσει τις υπόλοιπες πλευρές της μπερλουσκονικής παρακμιακής Ιταλίας: την έκπτωση κάθε ηθικής αξίας, τον θρίαμβο του νεοπλουτισμού, την επιβολή της φτηνής τηλεοπτικής αισθητικής σε κάθε πλευρά της κοινωνικής ζωής, την περιφρόνηση σε κάθε συλλογική προσπάθεια και οπτική, τον άκρατο ηδονισμό, την υποκρισία ως υπέρτατη αξία επιβίωσης. Στην Ιταλία όλα αυτά συνδέθηκαν με τον Μπερλουσκόνι, αλλά τέτοια φαινόμενα υπάρχουν, έστω σε μικρότερη κλίμακα, σε όλη τη Δύση, έλεγε ο Ντι Πάολο κι αυτό είναι το πιο ανησυχητικό.

Και τι μπορούν να κάνουν οι σημερινοί τριαντάρηδες που ξεκινούν τη ζωή τους βλέποντας τα συστήματα των προηγούμενων γενιών να έχουν αποτύχει; Από πού να πιαστούν; Τα βιώματα δεν δίνουν πάντα απαντήσεις και ο Ντι Πάολο δεν έχει λύσεις στο τσεπάκι του. Έχει όμως συνειδητοποιήσει μια μεγάλη αλήθεια: ότι ο μεγάλος κίνδυνος για αυτές τις γενιές είναι η προσφυγή στον απόλυτο κυνισμό, στην απόλυτη αγριότητα. «Αν καταφέρει η γενιά μου να αποφύγει τον κίνδυνο αυτόν, όλα θα πάνε καλά. Πρέπει να πάνε καλά, δεν υπάρχει άλλη λύση», είπε κλείνοντας την κουβέντα.

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Ο κοπανατζής Κ. Μητσοτάκης

Είναι τουλάχιστον παράξενο το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός της χώρας την κοπάνησε εχθές γρήγορα - γρήγορα από τη Βουλή προκειμένου να αποφύγει διάλογο πάνω στα εθνικά θέματα. Και όχι μόνο αυτό.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο