Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Θεσμική αμεριμνησία: η μόνη σταθερά της ακροδεξιάς βίας στην Ελλάδα

Της Ελένης Τάκου*

 

- Η αστυνομία δεν κάνει τη δουλειά της, άρα δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία, άρα δεν εισάγονται στη διαδικασία, άρα οι εισαγγελίες και οι δικαστές μπορούν να κάνουν τα στραβά μάτια, άρα δεν τρέχει τίποτα. Αυτή την πραγματικότητα τη ζούμε χρόνια. Αυτό επιχειρήθηκε να γίνει στο Συνεργείο, όπου η επίθεση το 2013 έγινε κυριολεκτικά μπροστά στα μάτια του κράτους

 

Εν μέσω της συντριπτικής εκλογικής ήττας που την άφησε εκτός Βουλής, αλλά και μίας συνολικής εικόνας οικονομικής ασφυξίας και διάλυσης, με τα γραφεία της Κεντρικής Διοίκησης της Μεσογείων να αδειάζουν κακήν κακώς την προηγούμενη εβδομάδα, οι πρόσφατες καταδίκες των Λαγού και Μίχου ως ηθικών αυτουργών για την επίθεση στο «Συνεργείο» και των Παναγιώταρου και Μπαρμπαρούση για τους πυροβολισμούς που είχαν σημειωθεί στην κηδεία του χουντικού πραξικοπηματία Ντερτιλή τον Ιανουάριο του 2013, αποτελούν σοβαρότατα πλήγματα στο νεοναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής.

Ακούγεται πολλές φορές, και συνήθως δικαίως, ότι (και) κατά τον καταλογισμό των ποινών οι χρυσαυγίτες πέφτουν στα μαλακά - εντούτοις το επίδικο σε αυτές τις καταδίκες δεν είναι τόσο αυτό, όσο είναι το πρόκριμα που αυτές οι αποφάσεις δημιουργούν για τη μεγάλη δίκη της εγκληματικής οργάνωσης που βρίσκεται επιτέλους στην τελική ευθεία.

Το ότι η δίκη πάει καλά είναι σε μεγάλο βαθμό κοινός τόπος πλέον, μιας και η τακτική της κωλυσιεργίας που εφάρμοσε η ηγεσία της στη δίκη εντέλει πυροδότησε αρνητικές γι αυτούς πολιτικές εξελίξεις. Αυτό είναι ένα αυτόνομο επίδικο και έχουμε κάθε δικαίωμα να είμαστε χαρούμενοι, ταυτόχρονα όμως τίθεται επιτακτικά το ερώτημα: αν τελειώσουμε με τη Χρυσή Αυγή, τελειώσαμε με την ακροδεξιά και τη νεοναζιστική βία στη χώρα;

Φυσικά και όχι. Ήδη παράλληλα με τη δράση της Χρυσής Αυγής, και όλο και πιο εντεινόμενα κατά τη διάρκεια της δίκης, εμφανίζονται νέες ακροδεξιές, εγκληματικές ομάδες. Ενδεικτικά μόνο αναφέρω την Κρυπτεία, που ανέλαβε την ευθύνη για την επίθεση στο σπίτι του 11χρονου Αμίρ και τον εμπρησμό των γραφείων της Αφγανικής κοινότητας το 2017, τους Ανένταχτους Μαίανδρους Εθνικιστικές/Combat 18 που βρίσκονται πίσω από τη βεβήλωση Εβραϊκών μνημείων και άλλων επιθέσεων, τον Ιερό Λόχο που συντόνισε την επίθεση κατά του τότε δημάρχου Θεσσαλονίκης Γιάννης Μπουτάρη, κ.ά.

Κι αν το modus operandi των οργανωμένων ομάδων ρατσιστικής βίας είναι ανησυχητικό, ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το αδιάληπτο «modus operandi» της θεσμικής αμεριμνησίας του κράτους απέναντί τους. Βλέποντας την Χρυσή Αυγή να καταρρέει εντός και εκτός δικαστηρίου, δεν μπορεί να μη σκεφτεί κάποιος πόσο πόνο και πόσο αίμα θα είχαμε γλυτώσει, αν το 2010-2013 η αστυνομία, το δικαστικό σύστημα και το πολιτικό προσωπικό της χώρας είχε στοιχειωδώς κάνει τη δουλειά του.

Θα περίμενε κανείς η συντεταγμένη Πολιτεία να έχει κάνει μια στοιχειώδη αυτοκριτική και να έχει μάθει κάτι από τα λάθη του παρελθόντος. Θα το περίμενε δικαίως, αλλά δυστυχώς μάταια: στη δίκη για το Συνεργείο, η εισαγγελέας έδρας έκανε μία ομολογουμένως θλιβερή εισήγηση για απαλλαγή των κατηγορουμένων, την οποία ευτυχώς το δικαστήριο δεν υιοθέτησε. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έσπευσε, ως μη όφειλε, να υιοθετήσει την απαλλακτική για τους δράστες εισαγγελική πρόταση, με απώτερο στόχο να ρίξει την ευθύνη στους νέους Ποινικούς Κώδικες και στην προηγούμενη κυβέρνηση.

Για μία ακόμα φορά, ένα μείζον ζήτημα πολιτειακής τάξης και νομιμότητας γίνεται υλικό επικοινωνιακής εκμετάλλευσης. Το πολιτικό σύστημα οφείλει επιτέλους, συνολικά και συντεταγμένα, να δώσει ένα μήνυμα ενάντια στην οργανωμένη ρατσιστική βία αντί να την αξιοποιεί προς όφελος μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων.

Την προηγούμενη Πέμπτη 12/9 δημοσιεύτηκε μία πολύ σημαντική αναφορά του Ευρωπαϊκού Δικτύου κατά του Ρατσισμού (ENAR), η οποία κάνει μια συγκριτική ανάλυση των στοιχείων που αφορούν το ρατσιστικό έγκλημα για την περίοδο 2014-2018, και καταγράφει με τρόπο αδιαμφισβήτητο τη σύνδεση ανάμεσα στην έλλειψη καταγγελιών και την έλλειψη εμπιστοσύνης των θυμάτων προς τις αρχές. Η αναφορά καλύπτει 24 κράτη-μέλη της Ε.Ε., ενώ στην Ελλάδα το σκέλος της εθνικής έρευνας διεξήγαγε το HumanRights360.

Βασικό εύρημα της έρευνας είναι η ύπαρξη ενός βαθιά εμπεδωμένου θεσμικού ρατσισμού καταρχήν στις διωκτικές και δευτερευόντως στις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές, με αποτέλεσμα η πλειονότητα των ρατσιστικών εγκλημάτων είτε να μην καταγράφεται είτε να μην καταγράφεται ως ρατσιστική. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά: «Το πρώτο σημείο στο οποίο το ρατσιστικό κίνητρο μπορεί να “εξαφανιστεί” είναι κατά τη διάρκεια της καταγραφής από την αστυνομία. Όπως σημειώνουν οι εμπειρογνώμονες, η αστυνομία συνήθως προτιμάει να διερευνά πιο “αυτονόητα” εγκλήματα, όπως η φθορά ξένης περιουσίας κ.λπ., αντί να διερευνά τον πιθανό ρατσιστικό χαρακτήρα ενός εγκλήματος. Κατά τη διάρκεια της διερεύνησης, η ρατσιστική διάσταση ενός εγκλήματος πολλές φορές “φιλτράρεται”. [...] Οι εθνικές έρευνες ανέδειξαν πολλαπλούς παράγοντες που δυσχεραίνουν την επιτυχή δίωξη και καταδίκη ενός ρατσιστικού εγκλήματος»1.

Σε απλά ελληνικά, πρόκειται για το κλασσικό μοτίβο «η αστυνομία δεν κάνει τη δουλειά της, άρα δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία, άρα δεν εισάγονται στη διαδικασία, άρα οι εισαγγελίες και οι δικαστές μπορούν να κάνουν τα στραβά μάτια, άρα δεν τρέχει τίποτα». Αυτή την πραγματικότητα τη ζούμε χρόνια. Αυτό επιχειρήθηκε να γίνει στο Συνεργείο, όπου η επίθεση το 2013 έγινε κυριολεκτικά μπροστά στα μάτια του κράτους (υπάρχουν φωτογραφίες αστυνομικών δυνάμεων να κάθονται απέναντι από το Συνεργείο την ώρα που οι χρυσαυγίτες έσπαζαν και τραμπούκιζαν).

Ακόμα, αυτή είναι επίσης μια διάσταση που δεν έχει επαρκώς αναδειχτεί στη δολοφονία Φύσσα: η τεχνική έκθεση του ερευνητικού κέντρου Forensic Architecture για το χρονικό της δολοφονίας2 αποκαλύπτει περίτρανα την αδράνεια της παρούσας στο χώρο αστυνομίας - τόσο περίτρανα που είναι πραγματικά ακατανόητο πώς γίνεται να μην συμπεριλαμβάνονται στους κατηγορούμενους οι συγκεκριμένοι αστυνομικοί.

Εν ολίγοις, πρόκειται για ένα συνεχές μοτίβο σε ό,τι αφορά την ακροδεξιά και ρατσιστική βία. Και αυτό πρέπει κάποια στιγμή να αλλάξει. Την τελευταία δεκαετία, το βάρος της αντιμετώπισης του φαινομένου το σήκωσε στην πλάτη της η κοινωνία: οι δικηγόροι που αναλαμβάνουν τις υποθέσεις αμισθί, οι συλλογικότητες και οι οργανώσεις που υποστηρίζουν τα θύματα, και εντέλει κάθε ενεργός, δημοκρατικός πολίτης που ορθώνει το ανάστημά του απέναντι στην παράνοια του νεοναζισμού. Ήρθε η ώρα και η Πολιτεία να αναλάβει επιτέλους τις ευθύνες της: το πολιτικό σύστημα της χώρας συνολικά πρέπει να σοβαρευτεί και να αντιμετωπίσει αυτά τα φαινόμενα αφήνοντας στην άκρη πολιτικές σκοπιμότητες και επικοινωνιακούς καιροσκοπισμούς. Αλλιώς, θα φέρει ακέραια την ευθύνη της επανάληψης της ιστορίας.

 

* Αναπληρώτρια Διευθύντρια και Υπεύθυνη Συνηγορίας του HumanRights360

 

1 https://www.enar-eu.org/Justice-gap-racism-pervasive-in-criminal-justice-systems-across-Europe?fbclid=IwAR06i8QAoxrfMvzAWO675VMZ9WSZAWCGO0oOMsdEkW9Xr0EeO9euH2JmrII

2 https://forensic-architecture.org/investigation/the-murder-of-pavlos-fyssas

Δείτε όλα τα σχόλια

Όλες οι Ειδήσεις