Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Οι ονομαστικές και αιτιατικές πτώσεις του μετασχηματισμού

Του Δημήτρη Βαρδαβά - Μία από τις πολύ θετικές ιδιότητες της Αριστεράς είναι η έφεση της να επιδίδεται σε πλούσιο διάλογο ακόμη και με την παραμικρή αφορμή.

Του Δημήτρη Βαρδαβά

Μία από τις πολύ θετικές ιδιότητες της Αριστεράς είναι η έφεση της να επιδίδεται σε πλούσιο διάλογο ακόμη και με την παραμικρή αφορμή. Η δοθείσα αφορμή της παρούσας συγκυρίας, ωστόσο, σίγουρα δεν είναι μικρή και δικαίως παρατηρούνται πλήθος συμβολών στη δημόσια σφαίρα για την μετεκλογική κατάσταση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Από την μία, τονίζεται η ανάγκη αυτοκριτικής για την διαύγαση των αιτιών της εκλογικής ήττας, ενώ, από την άλλη, υπογραμμίζεται, από όλες τις πλευρές παρά τις επιμέρους διαφορές τους, η ανάγκη για διεύρυνση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α και αντιστοίχιση του με τις κοινωνικές ομάδες και τους πολίτες που τον ξαναψήφισαν στις εκλογές της 7ης Ιουλίου, ύστερα από μία τετραετία διακυβέρνησης, από την οποία δεν έλειψαν οι πολιτικές τομές σε θέματα που είχαν αποκτήσει το στάτους του ταμπού κατά την διάρκεια της μεταπολίτευσης.

Ένα βασικό μεθοδολογικό λάθος που γίνεται σε πολλές από τις συμβολές που βλέπουν το φως της δημόσιας σφαίρας είναι ότι τα δύο σημεία που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο συχνά διαχωρίζονται ή, στην καλύτερη περίπτωση, η ανάγκη διεύρυνσης του χώρου παρουσιάζεται ως απάντηση στο ερώτημα περί των αιτιών της ήττας. Αντίθετα, αυτό που θα έπρεπε να συμβαίνει είναι η αυτοκριτική, όπως και η αποτίμηση της συμβολής των πολιτικών αντιπάλων, στην εκλογική ήττα να αξιοποιούνται ως οδηγοί στην πορεία μετασχηματισμού του κόμματος. Δηλαδή, για να το θέσω απλά, ‘ποιοι πρέπει να είμαστε για να μην ξανακάνουμε τα ίδια λάθη’. Άλλωστε, η ανάγκη για μετασχηματισμό και διεύρυνση δεν προκύπτει μόνο από την μεγάλη ποσοτική απόσταση ανάμεσα στους ψηφοφόρους και τα μέλη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Αυτό, σε μια περίοδο κρίσης του κομματικού φαινομένου, δεν είναι καν ειδικό πρόβλημα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., αλλά πολύ περισσότερο του κομματικού συστήματος συνολικά. Η ανάγκη για μετασχηματισμό και διεύρυνση προκύπτει κυρίως από την de facto παραδοχή ότι αυτή είναι η πρώτη φορά που ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. καλείται να αντιπολιτευτεί έχοντας προηγουμένως κυβερνήσει, αναγκαζόμενος, μάλιστα, να ασκήσει κατά την περίοδο της θητείας του και πολλές πολιτικές πέρα και έξω από τις αρχές και τις αξίες του.

Η τελευταία παρατήρηση, ότι δηλαδή ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. αναγκάστηκε κατά την διάρκεια της κυβερνητικής του θητείας να εφαρμόσει πολιτικές αντίθετες με τον πολιτικό του κώδικα, δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι στην παρθενική του εμφάνιση ως ‘υπεύθυνη’ αντιπολίτευση οφείλει να πάει δεξιότερα από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. πριν το 2015. Αντιθέτως, τώρα έχει την δυνατότητα, αξιοποιώντας τη γνώση σε σχέση με το κράτος και τις σχέσεις του, να διατυπώνει με ακρίβεια τους τρόπους εκείνους με τους οποίους μια αριστερή πολιτική μπορεί να εφαρμοστεί στο σήμερα, χωρίς αυτήν τη φορά να έχει τις δουλείες της κυβερνητικής εξουσίας. Αυτό μπορεί σε πρώτο χρόνο να μοιάζει παρέκκλιση από τον στόχο της ‘υπεύθυνης’ αντιπολίτευσης, αλλά δεν είναι.

Θα είναι λάθος αν ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ενδώσει στην τάση της αυτολογοκρισίας σκεπτόμενος τι είναι εφικτό να γίνει και τι όχι. Άλλωστε, η ευθύνη που οφείλει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ως ‘υπεύθυνη αριστερά’ να σηκώσει δεν είναι η ευθύνη της συνέχειας του κράτους, αλλά πολύ περισσότερο η ίδια η ευθύνη της υπόθεσης της Αριστεράς. Αυτό είναι τελικά που θα διαμορφώσει την υπεύθυνη Αριστερά έναντι του κινδύνου της διολίσθησης σε μια ‘αριστερά της ευθύνης’, να επενδύει, δηλαδή, τις αριστερές επιλογές και πολιτικές με τη γνώση που απέκτησε μέσω της κυβερνητικής εμπειρίας.

Η παραμονή στο χώρο της ριζοσπαστικής αριστεράς δεν σημαίνει απόρριψη της ποσοτικής διεύρυνσης. Αυτό που έχει άλλωστε σημασία είναι η ποιότητα της ποσοτικής αύξησης, ο τρόπος, δηλαδή, με τον οποίον αυτή θα οργανωθεί. Έχει διατυπωθεί η άποψη, και είναι σωστή, ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. δεν επιθυμεί την έλευση ενός κύματος ανθρώπων που θα ψηφίσουν τον Τσίπρα και μετά θα επιστρέψουν στα σπίτια τους, αλλά επιθυμεί να τους εμπλέξει στις οργανώσεις του και μέσα από αυτές να επιτευχθεί και η πολυπόθητη σύνδεση με τους κοινωνικούς χώρους. Ωστόσο, σαν φίλτρο στην μεγάλη αυτή ροή ανθρώπων με διαφορετικές ιδέες και καταβολές, οφείλει να τεθεί το ερώτημα για τις ονομαστικές και της αιτιατικές των αναπόφευκτων μετασχηματισμών, με απλά λόγια, ‘ποιος θα μετασχηματίσει ποιον’. Θα μετασχηματιστεί ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σε ένα κόμμα της κεντροαριστεράς που θα προσπαθεί να συν-εκφράσει μια κομματική βάση αποτελούμενη από προοδευτικούς κεντρώους, κεντροαριστερούς, σοσιαλιστές, ανανεωτικούς και ριζοσπάστες; Ή θα φροντίσει να εκπληρώσει το πρωταρχικό καθήκον των αριστερών που είναι να κάνουν άλλους ανθρώπους αριστερούς επιδιδόμενος σε μια προσπάθεια αριστερού μετασχηματισμού και ριζοσπαστικοποίησης των ανθρώπων που θα υποδέχεται; Ο λόγοι που πρέπει να επιλεγεί το δεύτερο είναι πολλοί.

Πρώτον, οι άνθρωποι και οι κοινωνικές ομάδες που στήριξαν τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ήδη από το 2015 τον ψήφισαν με διάθεση ριζικής αλλαγής και όχι επιστροφής σε κάτι γνώριμο από άλλο δρόμο. Ασχέτως εάν ήταν αριστεροί, ψήφισαν την Αριστερά γνωρίζοντας ότι ψηφίζουν την Αριστερά. Εάν κάτι οφείλει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σε εκείνους τους ψηφοφόρους είναι όχι να υιοθετήσει τις απόψεις τους αλλά να γίνει η καλύτερη εκδοχή του εαυτού του.

Δεύτερον, είναι αξιοσημείωτο ότι η ραγδαία αύξηση στη συσπείρωση από τις ευρωεκλογές μέχρι τις εθνικές εκλογές του Ιουλίου επετεύχθη σε μεγάλο βαθμό πάνω σε μία βάση απόρριψης της δεξιάς γενικώς και εκείνης του Κυριάκου Μητσοτάκη ειδικώς. Άνθρωποι που αποστασιοποιήθηκαν από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σε μια λανθασμένη λογική συμψηφισμού των ‘μνημονιακών κομμάτων’ και που τρόμαξαν με την εκλογική επιτυχία της Νέας Δημοκρατίας στις ευρωεκλογές επέστρεψαν στην κάλπη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ενδεχομένως με τη λογική του μικρότερου κακού. Ακόμη κι έτσι, όμως, επιβεβαιώνεται ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. παρά τους συμβιβασμούς που υποχρεώθηκε να κάνει αποτελεί σε κάποιο βαθμό μία εγγυήτρια δύναμη για την αριστερά και τα κινήματα. Είναι σχεδόν απίθανο να φανταστεί κανείς ανθρώπους των κινημάτων και της αριστεράς να ψηφίζουν Κίνημα Αλλαγής, για παράδειγμα, ακόμη και με την λογική του μικρότερου κακού. Αυτός ο κόσμος είναι η κρίσιμη μάζα για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., καθώς, όχι μόνο ο ίδιος ως κόμμα είναι σάρκα εκ της σαρκός της αριστεράς, αλλά και επειδή κανένας άλλος φορέας δεν αποσκοπεί, και δεν έχει και τα εργαλεία, να εκπροσωπήσει αυτόν τον κόσμο, σε αντίθεση με την πολύφερνη ‘μεσαία τάξη’ για τα μάτια της οποίας τα κόμματα ξεχνούν ότι είναι κόμματα και διαγκωνίζονται με διαγωνισμούς αποϊδεολογικοποιημένου λόγου και διαφημιστικές καμπάνιες.

Οι παραπάνω προβληματισμοί συνδέονται άρρηκτα με την αντίληψη για το κόμμα ως ηγεσία στο κοινωνικό επίπεδο. Παραδοσιακά, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α ήταν ένας πολιτικός φορέας που επιθυμούσε οργανική σύνδεση με τα κινήματα, να εμπλέκεται σε αυτά με όλες του τις δυνάμεις και να τα αφουγκράζεται, να μαθαίνει και να διαμορφώνεται από αυτά. Ωστόσο, τα κινήματα στα οποία συμμετείχε ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ήταν συντροφικά του. Ένα από τα λάθη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. κατά την περίοδο της διακυβέρνησης του ήταν η μεταφορά αυτού του τρόπου λειτουργίας και στο κράτος στο οποίο, όμως, ενδημούν θύλακες των πολιτικών αντιπάλων. Αυτό που πρέπει να διδαχθεί ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. από το κατά τα άλλα κατακριτέο νομοσχέδιο περί ‘επιτελικού κράτους’ της Νέας Δημοκρατίας είναι η αποφασιστικότητα του Κυριάκου Μητσοτάκη να κάνει πράξη το πρόγραμμά του.

Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. συχνά περιορίστηκε από την ηθική ικανοποίηση της προσπάθειας και τη μεταφορά του διακυβεύματος στο επίπεδο των διαδικασιών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απλή αναλογική, η οποία, αν και αξιακά σωστή, κινδυνεύει να στερήσει την Αριστερά από οποιαδήποτε δυνατότητα να εφαρμόσει με ανόθευτο τρόπο το πρόγραμμα της στο προσεχές μέλλον. Παρά την αναγνώριση του μεγέθους των πιέσεων, γνωστών και άγνωστων, που υπέστησαν τα κυβερνητικά στελέχη, όφειλαν να υποχωρούν λιγότερο και σε λιγότερα θέματα, κάνοντας αυτό που ένα αριστερό κόμμα με λαϊκή νομιμοποίηση θα όφειλε να κάνει. Ο τομέας των δικαιωμάτων, στον οποίον έγιναν πολλά αλλά όχι όλα, είναι ένα καλό παράδειγμα για αυτό το επιχείρημα, αφού πιέσεις υπήρξαν, όχι από ομολογουμένως πανίσχυρους διεθνείς παίκτες, αλλά από συντηρητικά κομμάτια της κοινωνίας, τα οποία έπρεπε να αγνοηθούν. Η ηγεσία κάνει τομές και ρήξεις και κάνει πάντα το πρώτο δύσκολο και ασταθές βήμα στην κατεύθυνση των μετασχηματισμών που επιθυμεί. Αυτό δεν συνεπάγεται την περιφρόνηση της σχέσης της με τον λαό, αλλά, αντίθετα, την πολιτικοποίηση αυτής της σχέσης. Αυτό, με λίγα λόγια, που οι μεταμοντέρνοι νεοφιλελεύθεροι καταγγέλλουν ως διχαστική πρακτική.

Η ηγεμονία, άλλωστε, δεν συνίσταται στο ξεχείλωμα μέχρι του σημείου να χωρέσουν όλα κάτω από μία ομπρέλα, αλλά στην εξόρυξη του οικουμενικού μέσα από το συγκεκριμένο, από την απόδειξη, δηλαδή, του γιατί η αριστερά είναι χρήσιμη για όλο τον λαό χωρίς να παύει να είναι αριστερά. Αυτή η λογική πρέπει να διέπει και την εσωκομματική λειτουργία, με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να ενισχύεται μεν ως κόμμα των μελών, αλλά να παραμένει αδιαπραγμάτευτα ένα κόμμα αρχών της ριζοσπαστικής αριστεράς, όσες δυνάμεις του κέντρου ή της κεντροαριστεράς κι αν καταφέρει να ενσωματώσει. Μέσα από αυτή τη λογική οφείλει και η συζήτηση για εκλογή προέδρου από τη βάση να απορριφθεί εν τη γενέσει της.

Το μοντέλο αυτό συνδέεται άρρηκτα και με την αλήθεια ως επαναστατική πράξη. Η βεντέτα του παλαιού πολιτικού συστήματος εναντίον του πρώην Αναπληρωτή Υπουργού Υγείας, Παύλου Πολάκη, πηγάζει από την οργή τους για την συνήθεια του Πολάκη να ‘χαλάει την πιάτσα’, να σπάει την ομερτά που υπάρχει γύρω από το τι πραγματικά συμβαίνει στα άδυτα του κράτους.

Σε συνθήκες απαξίωσης του πολιτικού συστήματος, η πλειοψηφία των πολιτών, και κυρίως οι νέοι άνθρωποι, αντιλαμβάνονται τους πολιτικούς και τα κόμματα ως μέλη μιας ενιαίας κάστας, τα οποία συγκρούονται μεταξύ τους για την διεκδίκηση της ψήφου, αλλά ταυτόχρονα τελούν σε αγαστή συνεργασία για την διαιώνιση του πολιτικού συστήματος που τα συντηρεί.

Στο δρόμο, λοιπόν, που χαράζει ως μονάδα ο Πολάκης, οφείλει να κινηθεί και ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ως ένα κόμμα που λέει την αλήθεια στην κοινωνία, ως ένα κόμμα που, παρά την κυβερνητική εμπειρία, παραμένει αντισυστημικό, όχι με τον λαϊκιστικό τρόπο της καταγγελίας του συστήματος ως τέτοιου, αλλά με την έννοια της διάδοσης της αλήθειας για το σύστημα και για τον ρόλο που παίζουν συγκεκριμένες δυνάμεις.

Τέλος, το επόμενο διάστημα οφείλει να λάβει χώρα και ένας διάλογος για τον μετασχηματισμό του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην κατεύθυνση της οικολογικής αριστεράς, όχι μόνο επειδή η κλιματική καταστροφή αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα σύγχρονα ιστορικά διακυβεύματα, αλλά και επειδή είναι η αριστερά η δύναμη εκείνη που μπορεί να θέσει τα κατάλληλα ερωτήματα για την ανάδειξη των πραγματικών αιτίων και των πραγματικών ριζικών λύσεων, πέρα από τις εμμονικές lifestyle ατομικές λύσεις που προτείνει ο οικο-καταναλωτισμός. Αυτό πρέπει να γίνει με σοβαρή δουλειά και αξιοποίηση της συνεργασίας με τους Οικολόγους Πράσινους. Το άλμα στο άρμα της οικολογίας λίγες εβδομάδες πριν τις εκλογές περισσότερο ανακαλεί την εικόνα του ‘θείου που θέλει να κάτσει με τη νεολαία’ παρά πείθει για τις οικολογικές στοχεύσεις ενός πολιτικού χώρου.

Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ως ένα κόμμα αρχών της ριζοσπαστικής αριστεράς, ενισχυμένο από τις δυνάμεις του 32% που στρατεύονται σε ένα πρόγραμμα που θα συνδιαμορφώσουν στη βάση αυτών των αρχών, που αντιλαμβάνεται την ηγεμονία του με όρους μιας οικουμενικής παρά μιας πληθυντικής αριστεράς,  που αντιλαμβάνεται την αντισυστημικότητα του ως σχέση επαναστατικής αλήθειας με την κοινωνία, και που θέτει τις οικολογικές λύσεις στα προβλήματα που εντοπίζει η αριστερά σε πρώτη προτεραιότητα, είναι το κόμμα εκείνο που χρειάζεται να σταθεί απέναντι στην νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη την επόμενη τετραετία και που θα μπορεί να δημιουργήσει ορίζοντα αριστερών μετασχηματισμών στο απώτερο μέλλον.

 

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια