Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ύφεση και ανεργία στις γυναίκες: μια συνισταμένη, πολλές συνιστώσες

Στις σημερινές συνθήκες οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης, αποτελεί αναγκαιότητα να είναι διαρκώς ενσωματωμένος κατά τη διαμόρφωση των πολιτικών και των μέτρων αντιμετώπισης της κρίσης, ο έμπρακτος σεβασμός της αρχής της ισότητας των φύλων.

Στις σημερινές συνθήκες οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης, αποτελεί αναγκαιότητα να είναι διαρκώς ενσωματωμένος κατά τη διαμόρφωση των πολιτικών και των μέτρων αντιμετώπισης της κρίσης, ο έμπρακτος σεβασμός της αρχής της ισότητας των φύλων. Γιατί η ισότητα των φύλων αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα οριζόντιας εφαρμογής, που πηγάζει από τη διεθνώς κατοχυρωμένη αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και επιβάλλει την εξάλειψη των ανισοτήτων λόγω φύλου κατά την προστασία και την απόλαυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Στο πλαίσιο αυτό αναδεικνύεται, λοιπόν, το κοινωνικό στοίχημα ύπαρξης προληπτικών μέτρων, ικανών να προαγάγουν την ίση μεταχείριση γυναικών και ανδρών στην απόλαυση του δικαιώματος στην εργασία με αξιοπρεπείς όρους. Αντιθέτως, όμως, οι νεοφιλελεύθερες επιλογές του κεφαλαίου στόχευσαν στην εξάλειψη εκατομμυρίων θέσεων εργασίας και την αποδυνάμωση του εργατικού δικαίου και όλων όσα έχουν κατακτήσει οι εργαζόμενοι και εργαζόμενες με μεγάλο τίμημα, ακόμη και με τη ζωή τους. Στην κοινωνική αυτή αποδόμηση, το μερίδιο των γυναικών και των νέων είναι συντριπτικά μεγαλύτερο.

Παραδοσιακά, γυναίκες, σε στάδιο του κύκλου ζωής με αυξημένες οικογενειακές υποχρεώσεις, αδυνατούσαν να εξασφαλίσουν την κατάλληλη θέση εργασίας ή εγκατέλειπαν την εργασία τους οικειοθελώς, και ακολούθως οδηγούνταν σε ανεργία τριβής. Μακροπρόθεσμα, αναγκάζονταν να τηρούν ασταθή σχέση με την αγορά εργασίας και να απασχολούνται, όπου υπήρχαν κενές θέσεις, ή ακόμη να υποχρεώνονται σε αποχώρηση και να εντάσσονται στον οικονομικά μη ενεργό πληθυσμό, σε περιόδους αυξανόμενης ανεργίας. Η ασταθής εργασιακή βιογραφία των γυναικών οφείλεται, ως γνωστόν, στα παρατεταμένα διαστήματα απουσίας τους από τον ενεργό πληθυσμό και τη συνεπαγόμενη υποβάθμιση των προσόντων τους. Γιατί πάντοτε στην Ελλάδα υπήρξε ελλιπής δημόσια φροντίδα και μέριμνα για παιδιά και ηλικιωμένους. Επομένως, γυναίκες - μητέρες, επιφορτισμένες με την ανατροφή και φροντίδα μικρών παιδιών, απομακρύνονταν από την αγορά εργασίας, με συνεπακόλουθο την αδυναμία επιμόρφωσης ή επανακατάρτισής τους. Παράλληλα, οι διαρκώς επερχόμενες τεχνολογικές μεταβολές και κλαδικές αναδιαρθρώσεις απαιτούν αναβάθμιση των γνώσεων και δεξιοτήτων των εργαζομένων, πρόκληση στην οποία γυναίκες με οικογενειακές υποχρεώσεις δυσκολεύονταν να παρακολουθήσουν.

Όμως, η σημερινή δυσχερής οικονομική συγκυρία και η πλήρης αποδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων έχουν μεταβάλει ριζικά τα κύρια χαρακτηριστικά της αγοράς εργασίας, με σημαντικότερο γνώρισμα την προσφορά απασχόλησης να διογκώνεται καθημερινά και, στον αντίποδα, τη ζήτηση να συρρικνώνεται αισθητά. Στο εξαιρετικά δυσμενές αυτό εργασιακό περιβάλλον, όπου ο ρυθμός αλλαγών εις βάρος της εργασίας είναι ταχύτατος, με αποτέλεσμα την πρωτόγνωρη μείωση των θέσεων εργασίας, η απόφαση της γυναικείας συμμετοχής δεν λαμβάνεται πλέον μόνο εντός της οικογένειας, αλλά και κυρίως στο πλαίσιο της τρέχουσας ανταγωνιστικής οικονομίας. Πράγματι, οι εργαζόμενες γυναίκες επλήγησαν από τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης, όπως για παράδειγμα η διαφόρων μορφών ελαστική απασχόληση χωρίς ασφάλιση, οι μικρότερες αμοιβές και από τον μειωθέντα κατώτατο μισθό, η υπερεκμετάλλευση και οι δυσμενείς συνθήκες εργασίας, η σωματική και λεκτική βία και η σεξουαλική παρενόχληση. Είναι προφανές ότι η εργατική δύναμη τείνει να αποδυναμώνεται κατά την κρίση και, αντιστρόφως, να ενισχύεται σε εποχές ανάκαμψης.

Γυναίκες και εργασία

Η εργασία των γυναικών ανέκαθεν θεωρείτο συμπληρωματική, γιατί ο άνδρας αμειβόταν περισσότερο και ήταν ο κύριος συντηρητής της οικογένειας. Έτσι, τα πρώτα χρόνια αυξήθηκε κατά πολύ η ανεργία των ανδρών, καθώς επλήγησαν από την κρίση αρκετά ανδρικά επαγγέλματα, όπως η οικοδομή και γενικά οι κατασκευές. Δεν υπερέβη την ανεργία των γυναικών, ωστόσο μειώθηκε η διαφορά στα ποσοστά ανεργίας. Και τότε εμφανίσθηκε το φαινόμενο γυναίκες γύρω στα σαράντα να εισέρχονται στην αγορά εργασίας για να στηρίξουν την οικογένεια, όπου ο άνδρας είτε είναι άνεργος είτε υπέστη μείωση μισθού. Οι γυναίκες αυτές που εργάσθηκαν για πρώτη φορά είναι πρόσθετες εργαζόμενες. Έτσι, η οικογενειακή χρησιμότητα τηρήθηκε για ένα διάστημα σε ικανοποιητικά επίπεδα. Γιατί η σύζυγος μετατράπηκε ευκαιριακά σε πρόσθετο εργαζόμενο, ελαττώνοντας τη δαπάνη ελεύθερου χρόνου και αυξάνοντας τον δαπανώμενο χρόνο στην αμειβόμενη εργασία, δηλαδή επιφέροντας αποτέλεσμα εισοδήματος.

Σε μια δεύτερη περίπτωση, προερχόμενη από ανισορροπία σχέσης μεταξύ αναμενόμενου και ονομαστικού μισθού, αλλά και μειωμένης πιθανότητας να εξασφαλίσει η γυναίκα εργασία, εφόσον βρίσκεται ήδη εκτός αγοράς εργασίας, επέρχεται το αποτέλεσμα της λεγόμενης αποθαρρυμένης εργαζόμενης. Αυτονόητο είναι ότι, σε όρους οικονομικής και κοινωνικής παρακμής, μειώνεται, αφενός, ο πραγματικός μισθός των απασχολούμενων. Αφετέρου, επειδή οι ευκαιρίες εύρεσης απασχόλησης περιορίζονται σε συνθήκες ύφεσης, γυναίκες και άνδρες, μακροχρόνια άνεργοι, που υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσαν να αναζητήσουν εργασία, αποθαρρύνονται και τείνουν να παραμένουν εκτός αγοράς. Δηλαδή δεν καταγράφονται πλέον ως άνεργοι.

Επιπρόσθετα, η μείωση του εργατικού δυναμικού που συνδέεται με τις απογοητευμένες εργαζόμενες σε περιβάλλον εργασιακής ανασφάλειας, συνιστά μια εργατική δύναμη εκ διαμέτρου αντίθετη από το αποτέλεσμα του πρόσθετου εργαζόμενου. Και οι δύο κατηγορίες, της πρόσθετης και αποθαρρυμένης εργαζόμενης, πιθανό είναι να συνυπάρχουν, καθώς αποτελούν διαφορετικές ομάδες γυναικών, αν και δεν είναι πάντοτε αντιληπτό ποια ομάδα υπερισχύει στην εκάστοτε χρονική στιγμή. Το αποτέλεσμα της πρόσθετης εργαζόμενης είναι περιορισμένο στις οικογένειες, ο αποκλειστικός κουβαλητής των οποίων έχει απωλέσει την εργασία του και είναι σαφές ότι το ποσοστό μειώνεται, όταν υπάρχει επίδομα ανεργίας. Αντιθέτως, στην πτώση ενός αναμενόμενου πραγματικού μισθού σε ένα νοικοκυριό, και επειδή το αποτέλεσμα υποκατάστασης είναι συγκριτικά δυνατό για τις έγγαμες γυναίκες, δεν αιφνιδιάζει το γεγονός ότι οι έρευνες βρίσκουν το αποτέλεσμα των αποθαρρυμένων εργαζομένων να είναι συντριπτικά κυρίαρχο. Τέλος, η επικράτηση του αποτελέσματος της αποθαρρυμένης εργαζόμενης δημιουργεί την «κρυμμένη ανεργία», δηλαδή το φαινόμενο κατά το οποίο γυναίκες επιθυμούν να εργαστούν, αλλά θεωρούν ότι οι θέσεις είναι τόσο σπάνιες, ώστε κάθε αναζήτηση κρίνεται ανώφελη. Βεβαίως, η κρυμμένη ανεργία πλήττει εξίσου και άνδρες.

Γυναίκες και διακρίσεις

Εκτός από την ανεργία και εν γένει περιθωριοποίησή τους, οι γυναίκες αντιμετωπίζουν, ως απασχολούμενες, οξυμένες διακρίσεις και προκαταλήψεις σε περιόδους κρίσης. Οι διακρίσεις αυτές επηρεάζουν την επαγγελματική κινητικότητα και αποτυπώνονται στον οριζόντιο και κάθετο καταμερισμό της εργασίας, που εκφράζει τις όποιες ανισότητες πλήττουν τις γυναίκες στην αγορά εργασίας. Ο κατά φύλο επαγγελματικός καταμερισμός συνιστά το αποτέλεσμα της διαφοροποίησης τόσο των ρόλων όσο και των φύλων εντός της οικογένειας. Συγκεκριμένα, στον οριζόντιο καταμερισμό, οι γυναίκες αποφεύγουν, κατά κανόνα, εργασίες σε μακρινές αποστάσεις, λόγω των οικογενειακών τους υποχρεώσεων, ενώ επιλέγουν επαγγέλματα παροχής υπηρεσιών, που αντανακλούν τους ανατιθέμενους γυναικείους ρόλους στο νοικοκυριό, διαμορφώνοντας την «τάξη των υπηρεσιών - service class». Ως προς τον κάθετο, οι άνδρες καταλαμβάνουν υψηλόβαθμες θέσεις, ενώ οι γυναίκες αρκούνται πιο συχνά σε χαμηλόβαθμες θέσεις της επαγγελματικής ιεραρχίας, αν και απασχολούνται στον ίδιο κλάδο με άνδρες συναδέλφους τους.

Επιπλέον, έννοιες όπως εκείνη της συμπληρωματικότητας που τηρούν τα φύλα μέσα στην οικογένεια διαπερνά και την αγορά εργασίας, επιφέροντας διάκριση ανάμεσα σε γυναικεία και ανδρικά επαγγέλματα αλλά και θέσεις. Το γεγονός έχει ως συνέπεια να υποβαθμίζονται οι άνισες υλικές συνέπειες του επαγγελματικού διαχωρισμού στα φύλα, αφού αυτός αποδίδεται στη διαφορετική κοινωνική αξιολόγηση του χώρου και του χρόνου εργασίας και της προσωπικής ζωής ανδρών και γυναικών. Υπό το πρίσμα αυτό, γίνεται κατανοητός και ο λόγος που οι αμειβόμενες εργασίες, οι θεωρούμενες ως προέκταση του ρόλου των γυναικών εντός σπιτιού, αναλαμβάνονται ως επί το πλείστον από γυναίκες και επιπρόσθετα τους αποδίδονται γυναικεία χαρακτηριστικά.

Ως προς τις υφιστάμενες ανισότητες πρόσβασης στην αγορά εργασίας, για άτομα με ίδια μόρφωση, εμπειρία και ηλικία, αλλά και τις διακρίσεις στη μεταχείρισή τους ως προς τις προσλήψεις, τους μισθούς, τις αναθέσεις εργασιών, τις προαγωγές και τις απολύσεις, αυτές ερμηνεύονται είτε με το νεοκλασικό υπόδειγμα των διακρίσεων σε βάρος των γυναικών είτε αιτιολογούνται με τη θεσμική προσέγγιση της δυαδικής αγοράς εργασίας. Το νεοκλασικό υπόδειγμα διακρίσεων υποστηρίζει ότι οι προτιμήσεις των εργοδοτών ευθύνονται για τις διακρίσεις σε βάρος των γυναικών: οι εργοδότες επειδή πιστεύουν ότι οι γυναίκες έχουν λιγότερα προσόντα ή παραμένουν μικρότερο χρονικό διάστημα στην αγορά εργασίας συγκρινόμενες με τους άνδρες, κατατάσσουν τα άτομα σε ομάδες, όχι με βάση τα χαρακτηριστικά, αλλά ανάλογα με το φύλο και την εθνικότητά τους. Οι προκαταλήψεις των εργοδοτών για την παραγωγικότητα των γυναικών οδηγούν στην υπερσυγκέντρωσή τους σε «γυναικεία επαγγέλματα», στα οποία η ζήτηση είναι μικρή και αποτελούν δευτερεύουσες εργαζόμενες που δεν επιδιώκουν τη σταδιοδρομία, αλλά έρχονται αντιθέτως αντιμέτωπες με επαγγελματική αστάθεια.

Από την πλευρά της, η θεσμική προσέγγιση της δυαδικής αγοράς εργασίας ανήκει στη θεωρία των κατατμημένων αγορών εργασίας: η αγορά εργασίας δεν είναι ομοιογενής, αλλά επικρατεί η κύρια ή εσωτερική αγορά εργασίας και η δευτερεύουσα ή εξωτερική αγορά εργασίας. Η θεωρία αποδίδει τη μισθολογική ανισότητα στις άνισα κατανεμημένες ευκαιρίες και στις άνισες συνθήκες εργασίας στο εσωτερικό των επιχειρήσεων, διατηρώντας κριτική στάση απέναντι στη σχολή του ανθρώπινου κεφαλαίου που συνδέει την επένδυση σε ανθρώπινο κεφάλαιο με την ειδίκευση, στοχεύοντας στη δικαιότερη ανακατανομή του εισοδήματος σε μη προνομιούχες ομάδες, όπως είναι οι γυναίκες.

Φυλετικοί διαχωρισμοί

Εστιάζοντας στην ελληνική πραγματικότητα σε περίοδο ύφεσης και κρίσης, καθίσταται, επομένως, αντιληπτό ότι, παρά τις όποιες κοινωνικές, τεχνολογικές και οικονομικές αλλαγές έχουν συντελεστεί, η αγορά εργασίας διέπεται από έντονους φυλετικούς διαχωρισμούς. Το γεγονός συνεπάγεται κατ' ουσία την υποδεέστερη θέση των Ελληνίδων στην απασχόληση, τις συνθήκες και τους όρους εργασίας τους, τις αμοιβές, τις προοπτικές εξέλιξης, αλλά και το επίπεδο κοινωνικής προστασίας και ασφάλισης. Διενεργηθείσες έρευνες αποδεικνύουν ότι τα ποσοστά ανεργίας και οικονομικής αδράνειας είναι υψηλότερα για τις γυναίκες κάτω των σαράντα με παιδιά, σε αντίθεση με τους άνδρες της ίδιας ηλικίας και αντίστοιχων οικογενειακών υποχρεώσεων. Εδώ, πρέπει να σημειωθεί ότι η αλληλεπίδραση μεταξύ οικογένειας και αγοράς εργασίας διαμορφώνει σταθερά το εργασιακό πρότυπο των Ελληνίδων, οδηγώντας κατά τρόπο καθοριστικό στην ύπαρξη μισθολογικού χάσματος, αλλά και έντονων ανισοτήτων και διακρίσεων σε βάρος των γυναικών στη χώρα μας.

Ασφαλώς, η εικόνα αυτή ίσχυε πριν την εφαρμογή των μνημονιακών πολιτικών με πρόσχημα την κρίση. Πλέον σήμερα έχει σαρωθεί ως και η έννοια της απασχόλησης. Το εργατικό δίκαιο που κατακτήθηκε μετά από σκληρούς αγώνες των εργαζομένων, γυναικών και ανδρών, δεν υφίσταται πια. Τα ποσοστά ανεργίας καταγράφονται συντριπτικά στις γυναίκες, και ιδίως στις νέες, ως και άνω του 65%. Επιπλέον, καταστρατηγείται ο κατώτατος μισθός, όσοι εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα είναι στην πλειοψηφία τους ανασφάλιστοι, ενώ μένουν για μεγάλα διαστήματα απλήρωτοι. Η διαθεσιμότητα στον δημόσιο τομέα πλήττει πολύ σκληρά τις γυναίκες, οι οποίες κυριαρχούν αριθμητικά έναντι των ανδρών. Οι προσφάτως απολυμένες καθαρίστριες του υπουργείου Οικονομικών έδωσαν και δίνουν συγκλονιστικό αγώνα επιβίωσης.

Ο Συνήγορος του Πολίτη στην Ετήσια Έκθεσή του το 2012 με Θέμα «Φύλο και Εργασιακές Σχέσεις» διαπίστωνε ότι: «Φαίνεται πως η οικονομική κρίση χρησιμοποιείται ως πρόφαση και μοχλός πίεσης από εργοδότες απέναντι σε ήδη εργαζόμενους ή σε όσους αναζητούν εργασία. Η αναζήτηση και διατήρηση της θέσης εργασίας φέρουν τους τελευταίους, και κυρίως τις γυναίκες, σε εξαιρετικά αδύναμη θέση. Οι επιπτώσεις της κρίσης έχουν επηρεάσει εμφανώς συνολικά τους εργαζόμενους, ωστόσο, παρατηρείται αναντίρρητα διαφοροποίηση στη μεταχείριση των φύλων, ιδίως σε βάρος των γυναικών, και μάλιστα σε φάσεις που συνδέονται με την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα».

Συνοπτικά, προκειμένου να αντιμετωπισθεί η ύφεση της οικονομίας έχει μεγαλύτερη σημασία, τώρα παρά ποτέ, να γίνουν επενδύσεις στο ανθρώπινο δυναμικό και τις κοινωνικές υποδομές, ώστε γυναίκες και άνδρες να μπορέσουν να αξιοποιήσουν πλήρως τις δυνατότητές τους. Και η ισότητα των φύλων αποτελεί παράγοντα-κλειδί για την αντιμετώπιση των ελλείψεων σε εργατικό δυναμικό. Η ενσωμάτωση της αρχής της ίσης μεταχείρισης σε όλους τους τομείς της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, είναι, άρα, μέρος της απάντησης στην κρίση. Η ελληνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία, οι συλλογικές και διεθνείς συμβάσεις εργασίας, αλλά και η βούληση των κοινωνικών εταίρων πρέπει να δημιουργήσουν ασφαλές νομοθετικό και κοινωνικό πλαίσιο, στο οποίο αφενός θα στηρίζονται οι διεκδικήσεις με την οπτική του φύλου και ταυτόχρονα θα θεσμοθετείται η ισότιμη συμμετοχή των γυναικών στην τρέχουσα δύσκαμπτη αγορά εργασίας.

* Η Βασιλική Μελέτη είναι υποψήφια διδάκτωρ του Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου, Ms University of Strasbourg

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

ΜΜΕ και αυτοσεβασμός

Υπάρχουν Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης που υπερασπίζονται την εγκυρότητα και την αντικειμενικότητά τους, ακολουθούν αυστηρά τους κανόνες δεοντολογίας και συχνά προθέτουν και δικούς τους. Το χαρακτηριστικό των μέσων αυτών είναι ο αυτοσεβασμός.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο