Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το σχέδιο νόμου του υπ. Παιδεία για την έρευνα, τεχνολογική ανάπτυξη και καινοτομία

Σήμερα, εν μέσω πολυετούς κρίσης και ύφεσης και ενώ οι νέοι επιστήμονες ήδη μεταναστεύουν μαζικά και η ανεργία καλπάζει, μεγάλη κουβέντα γίνεται σχετικά με τον «νέο» ρόλο που πρέπει να παίξουν η Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία για την έξοδο από την κρίση.

Πατρίτσια Κυπριανίδου, Δρ. Χημικός, ΕΚΕΦΕ Δημόκριτος

Υπεύθυνη συντονισμού της Θεματικής για την Έρευνα-Τμήμα Παιδείας ΣΥΡΙΖΑ

Σήμερα, εν μέσω πολυετούς κρίσης και ύφεσης και ενώ οι νέοι επιστήμονες ήδη μεταναστεύουν μαζικά και η ανεργία καλπάζει, μεγάλη κουβέντα γίνεται σχετικά με τον «νέο» ρόλο που πρέπει να παίξουν η Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία για την έξοδο από την κρίση.

Στο πλαίσιο αυτό, και σε συντονισμό με τις ευρωπαϊκές πολιτικές για την Έρευνα και Καινοτομία, το ΥΠΑΙΘ και η ΓΓΕΤ κατέθεσαν στη δημόσια διαβούλευση τον περασμένο Δεκέμβριο (9-30/12) νέο Σχέδιο Νόμου. Όπως αναφέρθηκε και σε επίσημες δηλώσεις, στόχος είναι η δημιουργία ευνοϊκότερων συνθηκών για τη διασύνδεση της έρευνας με την επιχειρηματικότητα, βασική προϋπόθεση για την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Το Σχέδιο Νόμου συνδυάζεται με το Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο για την Έρευνα και Καινοτομία (ΕΤΑΚ) 2014-2020 και το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα «Ορίζοντας 2020» προκειμένου, όπως λέγεται, η χώρα να συμβάλλει στις προσπάθειες της Ευρώπης να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας και να ενισχύσει την παγκόσμια ανταγωνιστικότητά της σε τομείς αιχμής.

Στο πλαίσιο αυτό, το Σ/Ν αποτελεί μια προσπάθεια στείρας, πιστής αντιγραφής των ευρωπαϊκών πολιτικών. Δεν προσπαθεί να απαντήσει στα δύσκολα προβλήματα του ελληνικού παραδείγματος, στις σημερινές σύνθετες ανάγκες της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Παραγνωρίζοντας τις σημερινές αναπτυξιακές ανάγκες της χώρας, τις χρόνιες παραμορφώσεις του οικονομικού μοντέλου, αλλά και τις σοβαρές ανισομέρειες εντός ΕΕ ειδικά στους τομείς της Έρευνας & Καινοτομίας, το Σ/Ν χαρακτηρίζεται από ιδεοληψία νεοφιλελεύθερης αντίληψης για την Έρευνα, Ανάπτυξη και Καινοτομία περιγράφοντας ως στόχο: «την ενίσχυση των επενδύσεων στην ΕΤΑΚ και τον ελεύθερο ανταγωνισμό». Εφόσον εφαρμοστεί, θα οδηγήσει σε αναπροσανατολισμό τη δημόσια Έρευνα βάζοντας τα θεμέλια για πλήρη απορρύθμιση, η οποία ενδέχεται να καθορίσει το τεχνολογικό και αναπτυξιακό αύριο της χώρας. Από την άλλη πλευρά, το Σ/Ν δεν καλύπτει ώριμες ανάγκες για επικαιροποίηση του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου ευρισκόμενο στους αντίποδες του Ν.1514/85. Εάν δεν περιέγραφε μία εντελώς διαφορετική κατεύθυνση για το μέχρι τώρα δημόσιο σύστημα Ε&Α, θα μπορούσε κανείς να το συγκρίνει με τον Ν.2919/2001 («Σύνδεση Έρευνας & Τεχνολογίας με την παραγωγή και άλλες διατάξεις»). Βασικά στοιχεία του είναι:

Η ριζική αναθεώρηση του ρόλου και των προτεραιοτήτων των δημόσιων ερευνητικών φορέων και η μετατροπή τους από φορείς παραγωγής νέας γνώσης με σκοπό το δημόσιο συμφέρον, σε φορείς εκπόνησης στοχευμένης έρευνας με βάση βραχυπρόθεσμες ανάγκες των επιχειρήσεων και της αγοράς.

Η περαιτέρω συρρίκνωση του ακαδημαϊκού ρόλου ειδικά των δημόσιων Ερευνητικών Κέντρων.

Η δημιουργία κατάλληλου θεσμικού και χρηματοδοτικού περιβάλλοντος για τη μετατροπή δημόσιων και εθνικής ή/και διεθνούς εμβέλειας ερευνητικών και τεχνολογικών υποδομών σε υποδομές του ιδιωτικού τομέα.

Η θέσπιση χρηματοδοτικών όρων, φοροαπαλλαγών και άλλων διευκολύνσεων προς τις επιχειρήσεις ως προς τη χρήση των διατιθέμενων πόρων για Ε&Α.

Η περαιτέρω περικοπή της δημόσιας χρηματοδότησης προς τους ερευνητικούς φορείς.

Ο περαιτέρω συγκεντρωτισμός στο μοντέλο διοίκησης και στη λήψη αποφάσεων.

Με τον τρόπο αυτό, κατά τη γνώμη μας, το Σ/Ν δεν πρόκειται να εξυπηρετήσει την παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας, ούτε το δημόσιο συμφέρον. Το δημόσιο σύστημα Ε&Α δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ύπαρξη και λειτουργία καινοτόμου παραγωγικού τομέα, ούτε επιτρέπεται να ιδιωτικοποιηθούν κρίσιμες ερευνητικές και τεχνολογικές δημόσιες υποδομές.

Είναι γεγονός ότι φτωχή ήταν και είναι η συνεργασία των δημοσίων φορέων της έρευνας με τον ιδιωτικό τομέα, πράγμα που αποτυπώνεται και στα διαθέσιμα στοιχεία: Για το 2006, το πιο πρόσφατο έτος για το οποίο διατίθενται στοιχεία (!), οι δαπάνες των επιχειρήσεων για Ε&Α ήταν από τις χαμηλότερες στον ΟΟΣΑ και η ακαθάριστη εγχώρια δαπάνη για Ε&Α αναλογούσε σε €1,223 δις ή 0,6% του ΑΕΠ (έναντι 1.9% του ευρωπαϊκού μέσου όρου) και αφορούσε κυρίως δημόσιους πόρους. Όμως, η περιορισμένη έρευνα που διεξάγεται στον ιδιωτικό τομέα και τα χαμηλά επίπεδα καινοτομίας, είναι στοιχεία που έχουν να κάνουν με το παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Είναι ένα σύνθετο πρόβλημα που δεν έχει εύκολη απάντηση και το οποίο απαιτεί μια συνολικότερη κατά τη γνώμη μας αναπτυξιακή και οικονομική πολιτική. Με μεγάλη ευκολία αποδίδονται ευθύνες σήμερα στο δημόσιο ερευνητικό σύστημα και στο ανθρώπινο δυναμικό του για προβλήματα της αγοράς σε μια προσπάθεια να ενοχοποιηθεί και να αποδεχθεί τη μετάλλαξή του. Στο πλαίσιο παρόμοιων νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων, πότε φταίει η διόγκωση του δημόσιου τομέα, πότε ότι ο ερευνητής είναι δημόσιος υπάλληλος και δεν κινητοποιείται ώστε να αξιοποιήσει εμπορικά τα ερευνητικά αποτελέσματα κλπ

Απέναντι σε όλη αυτή τη προβληματική πρέπει από την πλευρά μας να θέσουμε μια κατεξοχήν θεωρητική αιτιολόγηση, που αφορά στην υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα της έρευνας και τη διασύνδεσή της με την κοινωνία. Οι φορείς που υλοποιούν ΕΤΑΚ, τα ερευνητικά κέντρα και ινστιτούτα, τα ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και ο καινοτόμος βιομηχανικός τομέας οφείλουν να έχουν ισόρροπο, διακριτό και συνεργατικό ρόλο υπό την εποπτεία της Πολιτείας και του Κράτους (τρίγωνο της γνώσης). Από τη πλευρά τους οι δημόσιοι φορείς Ε&Α πρέπει να λειτουργούν με σκοπό το δημόσιο συμφέρον και να συμβάλουν στη υγεία, την ασφάλεια της χώρας, του περιβάλλοντος & του πολίτη. Δεν είναι τυχαίο, που παγκοσμίως είναι υπό δημόσια χρηματοδότηση, παίζουν τον κύριο ρόλο σε διεθνείς συνεργασίες, ερευνητικά δίκτυα κλπ και αποτελούν βασική προϋπόθεση για την έρευνα που διεξάγεται στον ιδιωτικό τομέα.

Δυστυχώς το ελληνικό σύστημα Ε&Α υποφέρει επί δεκαετίες από έλλειψη μακροπρόθεσμου οράματος και εθνικής στρατηγικής. Η σποραδική φύση της χρηματοδότησης έργων, προγραμμάτων, υποτροφιών, η πλήρης εξάρτηση από χρηματοδοτήσεις των ΠΠ της ΕΕ – σε θεματικές προτεραιότητες της ΕΕ, η μακρόχρονη περικοπή δαπανών για Ε&Α, η απουσία Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, η μη προκήρυξη θέσεων νέων ερευνητών, η μικροδιαχείριση, το πελατειακό κράτος, οι διευθυντικές ιεραρχίες και άλλα γνωστά δεινά, αποτελούν κοινό τόπο. Την αλήθεια αυτή διαπιστώνει με τον δικό της τρόπο και η έκθεση της RAND Europe, μια σύντομη ανασκόπηση του ελληνικού συστήματος Ε&Α που εκπονήθηκε το 2011 κατ' ανάθεση του ΥΠΑΙΘ και η οποία έμεινε στα χαρτιά και δεν τροφοδότησε πολιτικές αποφάσεις. Τα αξιοσημείωτα ερευνητικά επιτεύγματα τα οποία κατά γενική ομολογία υπάρχουν, δεν οφείλονται σε μακρόπνοες πολιτικές που αποδίδουν σταθερά ερευνητικά αποτελέσματα, αλλά στο πείσμα και στο υψηλό επίπεδο ειδίκευσης των ελλήνων και ελληνίδων επιστημόνων, που παρά τις δυσμενείς συνθήκες, στάθηκαν με επιτυχίες απέναντι στον ευρωπαϊκό και διεθνή ανταγωνισμό - με όποιο κόστος και εάν αυτό είχε τελικά, τόσο στο ερευνητικό περιβάλλον, όσο και στον περαιτέρω κατακερματισμό του ερευνητικού ιστού, του ανθρώπινου δυναμικού και των πόρων.

Σήμερα δεν υπάρχει άλλος καιρός για χάσιμο. Η πλειοψηφία των ερευνητών ανώτερων βαθμίδων συνταξιοδοτείται και οι υποδομές απαξιώνονται. Οι νεότεροι επιστήμονες όταν δεν μεταναστεύουν, απασχολούνται ως εργολάβοι με μπλοκάκια και οι συνδικαλιστικοί φορείς της έρευνας διαπιστώνουν συνθήκες σοβαρής απειλής για τη βιωσιμότητα του συστήματος. Πρέπει επειγόντως να συνειδητοποιήσουν οι κρατούντες ότι η έρευνα και η τεχνολογία, παρά τη μαγεία που αναμφιβόλως εξασκούν στον ανθρώπινο νου, δεν έχουν μαγικές ιδιότητες: χωρίς επενδύσεις από την Πολιτεία, χωρίς στρατηγική και προγραμματισμό, η δημόσια έρευνα δεν θα μπορέσει να αποτελέσει λύση, αλλά θα συνεχίσει να είναι μέρος του προβλήματος.

Για τη παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και την υλοποίηση του προγράμματος μιας κυβέρνησης της Αριστεράς, η αξιοποίηση της Ε&Α και του εγχώριου επιστημονικού δυναμικού πρέπει να αποτελούν κομβικό στοιχείο. Για να υπάρξουν χρήσιμα για τη κοινωνία και την οικονομία αποτελέσματα, χρειαζόμαστε ένα δημόσιο σύστημα Ε&Α με σαφή και μακρόχρονη στρατηγική και με ένα επίπεδο αυτονομίας, αυτορρυθμιζόμενο μέσω των αυτόνομων θεσμών του υπό την εποπτεία του Κράτους, το οποίο θα μπορεί να εξηγεί κάθε στιγμή στη Κοινωνία τη χρήση του δημοσίου χρήματος. Ένα τέτοιο σύστημα, μπορεί παράλληλα με την έρευνα υψηλού επιπέδου, να προωθήσει συνεταιριστικά σχήματα που να δίνουν διέξοδο στην επιχειρηματική δραστηριότητα νέων επιστημόνων, να υποστηρίξει δράσεις μεταφοράς τεχνολογίας, να αφήσει χώρο για δημιουργία μικρών και μικρομεσαίων εταιρειών έντασης γνώσης σε τομείς ειδικά όπου η χώρα έχει συγκριτικό πλεονέκτημα, συμπεριλαμβανομένων των τεχνών και των ανθρωπιστικών & κοινωνικών επιστημών και να παίξει ρόλο στη δημιουργία οικονομικού και κοινωνικού αποτελέσματος και νέων σταθερών θέσεων απασχόλησης.

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Ο κύριος Βορίδης

O κύριος Βορίδης ξεκίνησε τη λαμπρή πολιτική του σταδιοδρομία ως στέλεχος του Μιχαλολιάκου στη νεολαία της ΕΠΕΝ και αργότερα διάδοχός του στην ηγεσία αυτής της διαβόητης χουντοφασιστικής οργάνωσης.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο