Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Απεργία ή αποχή των πανεπιστημιακών;

Το ζήτημα που εξετάζεται στο σημείωμα αυτό ανέκυψε για πολλοστή φορά με αφορμή την κινητοποίηση των πανεπιστημιακών για συμπαράσταση στους εκατοντάδες διοικητικούς υπαλλήλους των ελληνικών πανεπιστημίων, οι οποίοι τίθενται εντελώς αυθαίρετα σε διαθεσιμότητα ή απολύονται.

Του Κώστα Σταμάτη*

Α. Το ζήτημα που εξετάζεται στο σημείωμα αυτό ανέκυψε για πολλοστή φορά με αφορμή την κινητοποίηση των πανεπιστημιακών για συμπαράσταση στους εκατοντάδες διοικητικούς υπαλλήλους των ελληνικών πανεπιστημίων, οι οποίοι τίθενται εντελώς αυθαίρετα σε διαθεσιμότητα ή απολύονται.

Έχω τη γνώμη ότι τα μέλη διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού των ΑΕΙ γενικώς νομιμοποιούνται να προβαίνουν συλλογικά σε αποχή –όχι κατ' ακριβολογία «απεργία»–, προκειμένου να προβάλλουν δημοσίως ευρύτερα αιτήματα για το καλό της ανώτατης εκπαίδευσης. Καθότι δημόσιοι λειτουργοί σε αυτοδιοικούμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, οι πανεπιστημιακοί υπέχουν την ηθικοπολιτική ευθύνη να ενεργούν έτσι, διότι εκ του λειτουργήματός τους είναι ταγμένοι να διεκδικούν έναντι της Πολιτείας αξιοπρεπείς όρους παροχής ανώτατης εκπαίδευσης, ως γενικό συμφέρον της κοινωνίας. Τέτοιος όρος, μεταξύ άλλων, είναι εκ του Συντάγματος «η δωρεάν παιδεία σε όλες της βαθμίδες της στα κρατικά εκπαιδευτήρια».

Η διεκδίκηση αυτή καθίσταται επιβεβλημένη, ιδίως σε περιστάσεις στις οποίες η Πολιτεία αρνείται πεισματικά να ανταποκριθεί επαρκώς σε αυτή τη «βασική αποστολή» της (άρθ. 16 παρ. 2 και 4). Ακόμη περισσότερο, καθίσταται επιτακτική, όταν η Κυβέρνηση αποδύεται σε μια στρατηγική σταδιακής απορρύθμισης και υπόσκαψης των υλικών και θεσμικών όρων κάτω από τους οποίους γίνεται δυνατή η δημόσια χρηματοδότηση της εν λόγω βασικής αποστολής του Κράτους.

Κατ' εξοχήν σε παρόμοιες περιστάσεις η πανεπιστημιακή κοινότητα οφείλει να αντισταθεί σε αντικοινωνική (εκπαιδευτική και οικονομική) πολιτική, η οποία εξ αντικειμένου τείνει σε παράλυση ή και διάλυση της ανώτατης παιδείας, προς ανεπανόρθωτη ζημία εις βάρος του ελληνικού λαού. Εν τοιαύτη περιπτώσει υπαίτια θα είναι η κυβερνητική πολιτική και όχι οι πανεπιστημιακοί που θα εξεγερθούν εναντίον της, προς υπεράσπιση ενός όντως γενικού συμφέροντος της ελληνικής κοινωνίας. Με ποια πρόσφορη μορφή αγώνα;

B. Η ιδιαιτερότητα της ανώτατης παιδείας είναι τέτοια, ώστε η αποχή π.χ. από το διδακτικό και το εξεταστικό έργο των πανεπιστημιακών δεν μπορεί να ισοδυναμεί με «απεργία» κλασικού τύπου. Αυτή προσιδιάζει στη φύση άλλων εργασιακών κλάδων και κατά κανόνα εκδηλώνεται με πλήρη απουσία των εργαζομένων από το χώρο της δουλειάς τους. Ούτε βέβαια είναι ορθό να αποφασίζει οποιοσδήποτε μονομερώς να βάλει λουκέτο σε χώρους των δημόσιων ΑΕΙ, ώστε να απαγορευθεί η προσέλευση συναδέλφων, φοιτητών ή και πολιτών, οι οποίοι δικαιωματικά θα επιθυμούσαν να εισέλθουν σ' αυτούς.

Επομένως, εάν πρόκειται να κυριολεκτούμε, το ορθό είναι ότι οι πανεπιστημιακοί «απέχουμε», δεν «απεργούμε». Ασχέτως αν αυτό μπορεί να ξενίζει κάποιους και οπωσδήποτε δεν είναι η επικρατούσα γλωσσική χρήση. Επιμένω πάντως στη διάκριση αυτή, κυρίως για δύο λόγους, πολύ ουσιαστικούς και καθόλου γλωσσικούς.

Πρώτον, διότι το έργο μας ως πανεπιστημιακών καθόλου δεν εξαντλείται στη διδασκαλία και τις εξετάσεις. Καθώς είναι γνωστό, συμπεριλαμβάνει και διοικητικό έργο, συναντήσεις με φοιτητές, ποικίλες μορφές συνεργασίας, πειραματικές εργασίες σε εξέλιξη, κλινικό έργο, μετεωρολογική ή σεισμολογική παρατήρηση, καθημερινές εργασίες προσωπικού σε αγρόκτημα ή στάνη και πολλές άλλες εκφάνσεις πανεπιστημιακής ζωής. Σε αρκετές από αυτές τυχόν αναβολή τους θα ισοδυναμούσε εμπράκτως με ματαίωσή τους. Τούτο όμως είναι αρκούντως επαχθές, ενίοτε και ηθικά ανεπίτρεπτο.

Ως εκ τούτου, κατά βάση απαιτείται συνέχιση της φυσικής παρουσίας των διδασκόντων στο Πανεπιστήμιο, ακόμη και σε περίοδο αγωνιστικής τους κινητοποίησης. Δεν μπορεί να νεκρώνει κάθε δραστηριότητα αδιακρίτως μέσα στους πανεπιστημιακούς χώρους και γενικά στους χώρους ευθύνης του Πανεπιστημίου, όποτε χρειαστεί οι πανεπιστημιακοί να προσφύγουν στην έσχατη λύση της αποχής. Νομίζω ότι αυτό θα ήταν ανεύθυνο έναντι ημών των ιδίων, αλλά και απέναντι στην κοινωνία. Θα συνεπαγόταν ολοσχερή αναστολή, έστω και πρόσκαιρη, στην παροχή μιας πολύπλευρης δημόσιας υπηρεσίας προς τον ελληνικό λαό.

Δεύτερον, σε αντιδιαστολή με μακρά σειρά άλλων μορφών παροχής εργασίας, ο εργάσιμος χρόνος που χάνεται κατά τη διάρκεια της κινητοποίησης πανεπιστημιακών μπορεί εν πολλοίς και πρέπει να αναπληρώνεται, κατά το δυνατόν. Αυτό μπορεί να γίνει με πρόσθετες ώρες διδασκαλίας, με μετάθεση των εξετάσεων πιο πίσω και γενικά με κάθε άλλο πρόσφορο μέσο. Απεναντίας, στην κλασική μορφή απεργίας, σε άλλους επαγγελματικούς κλάδους, αυτό είναι πρακτικά δυσχερές ή και ανέφικτο.

Όποιος τυχόν εκλάβει ότι ο παραπάνω προβληματισμός είναι ανώδυνο παιχνίδι λέξεων ή φιλολογικός σχολαστικισμός, ας αναλογισθεί πιο συγκεκριμένα πώς οφείλει να δρα μαζί με άλλους εν καιρώ κινητοποιήσεων, καθώς βεβαίως και τις επιπτώσεις της κοινής δράσης ως προς το φοιτητικό κοινό. Εκτιμώ ότι η ακαδημαϊκή μας συνείδηση μας φέρνει ακόμη και τότε μέσα στο Πανεπιστήμιο, δεν μας αφήνει έξω από αυτό. Ούτε στο σπίτι μας ούτε σε ιδιωτικό (επαγγελματικό) γραφείο, με πρόσχημα ότι ο κλάδος τελεί σε «απεργία», άρα ότι μπορούμε κάλλιστα να λείπουμε σε όλη τη διάρκεια της κινητοποίησης.

Για τους ίδιους ακριβώς λόγους θεωρώ επίσης αβάσιμη και άδικη την περικοπή μισθού κατά τις αντίστοιχες μέρες της αποχής. Τούτο αρμόζει να αντιτάσσει το συνδικαλιστικό κίνημα των πανεπιστημιακών σε πιέσεις της εκτελεστικής εξουσίας, προκειμένου οι απέχοντες διδάσκοντες σώνει και καλά να δηλώσουν ότι «απεργούν», ώστε να τους κοπεί τμήμα του μισθού. Επομένως αξίζει να αποκρούουμε με συνέπεια ότι τάχα οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι αξιώνουν ιδιοτελώς και την «απεργία» τους να κάνουν και ακέραιο το μισθό τους να λαμβάνουν, όπως στερεοτύπως κατηγορούμαστε –ακόμη και εντός των τειχών. Φρονώ ότι αυτή η τοποθέτηση παρανοεί διττά τη φύση του πανεπιστημιακού λειτουργήματος. Και περιγραφικά ανακριβής είναι και κανονιστικά αποδοκιμαστέα.

Κατά συνέπεια, εύκολα κανείς αντιλαμβάνεται καλόπιστα ότι εδώ διόλου δεν πρόκειται για λεκτική ακροβασία, αλλά για ουσιώδες ζήτημα ηθικής της συλλογικής δράσης. Κοντολογίς, η συλλογική μας δράση ως μελών ΔΕΠ, ακόμη και ως προς τη μορφή και τα μέσα αγώνα που αναγκάζεται να μετέρχεται, οφείλει να ευθυγραμμίζεται με τη θεμελιώδη αποστολή των δημόσιων ΑΕΙ. Η αποχή μας θα πρέπει να διεξάγεται με τέτοιον τρόπο, ώστε να συνάδει με τον γενικό γνώμονα, ότι οφείλουμε να διαπλάθουμε τους νέους ανθρώπους όχι μόνο σε καλούς επιστήμονες, αλλά και «σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες» (άρθ. 16 παρ. 2 του Συντάγματος).

 

* Ο Κώστας Σταμάτης είναι καθηγητής στο Τμήμα Νομικής του ΑΠΘ.

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Ο κύριος Βορίδης

O κύριος Βορίδης ξεκίνησε τη λαμπρή πολιτική του σταδιοδρομία ως στέλεχος του Μιχαλολιάκου στη νεολαία της ΕΠΕΝ και αργότερα διάδοχός του στην ηγεσία αυτής της διαβόητης χουντοφασιστικής οργάνωσης.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο