Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Όταν η Ουάσιγκτον χειραγωγούσε τις ρωσικές προεδρικές εκλογές

ΑΠΕ

Επιμέλεια: Ελίνα Βέτση

Ενώ η αμερικανική Δικαιοσύνη αναζητά αποδείξεις για την εμπλοκή της Ρωσίας στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2016, η Ουάσιγκτον επιδιώκει να ανατρέψει τον Πρόεδρο Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα. Μη ανεκτές στην αμερικανική επικράτεια, τέτοιου είδους παρεμβάσεις θα μπορούσαν άραγε να δικαιολογηθούν όταν ικανοποιούν τα συμφέροντα των ΗΠΑ; Αυτό μαρτυρά η ρωσική προεδρική εκλογή του 1996. Την περίοδο εκείνη, η Ουάσιγκτον και οι σύμμαχοί της έριξαν όλο το βάρος τους στην πολιτική διάσωση ενός Προέδρου άρρωστου και αναξιόπιστου..., πάντα στο όνομα της δημοκρατίας.

Της Hélène Richard*

Πλέον, στην πολιτική ζωή της πλειονότητας των δυτικών κρατών μάλλον πρέπει να ασκούνται ρωσικές παρεμβάσεις. Για τον Γάλλο Πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν, το κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων» θα μπορούσε εν μέρει να εξηγηθεί από μια απόπειρα αποσταθεροποίησης της Γαλλίας καθοδηγούμενη από μια «ξένη δύναμη». Όλοι κατάλαβαν ποια είναι: η Ρωσία. Τι κρύβεται πίσω από την εμφάνιση ενός σημαντικού κινήματος ανεξαρτησίας στην Καταλωνία; Η Ρωσία. Πίσω από την ψήφο των Βρετανών υπέρ της εξόδου της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το 2016; Και πάλι η Ρωσία. Πίσω από την ήττα της υποψήφιας Χίλαρι Κλίντον στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2016; Πάντα η Ρωσία.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η ιδέα πως μια ξένη χώρα προσπαθεί με αυτόν τον τρόπο να επηρεάσει την πορεία των πολιτικών γεγονότων προκαλεί αναστάτωση στις αίθουσες σύνταξης και στους κύκλους εξουσίας. Οδήγησε μέχρι και στην έναρξη ερευνών για μια ενδεχόμενη συνωμοσία μεταξύ Ντόναλντ Τραμπ και Μόσχας.

Όχι πως η Ουάσιγκτον έδειχνε πάντα σεβασμό προς την εθνική κυριαρχία των άλλων κρατών, όπως θα μας έκανε να υποθέσουμε ένας τέτοιος φόβος. «Τη δεκαετία του 1940 στην Ιταλία και τη δεκαετία του 1950 στη Γερμανία η CIA χειραγώγησε τα αποτελέσματα των εκλογών. Πέρα από τα εκλογικά τεχνάσματα, συνέβαλε επίσης υπογείως στην ανατροπή των εκλεγμένων ηγετών στο Ιράν και στη Γουατεμάλα τη δεκαετία του 1950», παραδέχεται ο Τόμας Μέλια, πρώην αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ1. Τότε όμως ήταν η περίοδος του Ψυχρού Πολέμου, σπεύδει να προσθέσει.

Μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, οι ρωσικές και αμερικανικές παρεμβάσεις δεν ήταν «ηθικά ισοδύναμες». Η Ουάσιγκτον από τη μεριά της «προωθεί προγράμματα για την ενίσχυση των δημοκρατικών διαδικασιών στο εξωτερικό (χωρίς να επιδιώκει ένα συγκεκριμένο εκλογικό αποτέλεσμα)». Αντιθέτως, η Ρωσία «χειραγωγεί τα αποτελέσματα των εκλογών άλλων κρατών με σκοπό να σκορπίσει το χάος, να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στο πολιτικό σύστημα και να βλάψει την κοινωνική σταθερότητα». Η σύγκριση των δύο δυνάμεων είναι «σαν να εξισώνουμε κλέφτες κι αστυνόμους υπό το πρόσχημα ότι και οι δύο κρατάνε περίστροφα» προσθέτει ο Στίβεν Χολ, πρώην επικεφαλής των ρωσικών επιχειρήσεων της CIA2. Οι πολιτικές που αποσκοπούν στην ανατροπή του Προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο αντικατοπτρίζουν τη συλλογιστική αυτή: την προαγωγή της δημοκρατίας από την αμερικανική πλευρά, σε αντίθεση με τη ρωσική στήριξη ενός «ανελεύθερου» δικτάτορα. Ωστόσο, η επανεκλογή του Μπόρις Γιέλτσιν το 1996 μάλλον μας καλεί να μην πάρουμε τοις μετρητοίς αυτή τη θέση.

Τον Φεβρουάριο του 1996, με την ανακοίνωση της υποψηφιότητας του Γιέλτσιν στις ρωσικές προεδρικές εκλογές για τη διαδοχή του, οι πιθανότητες επιτυχίας έμοιαζαν ισχνές. Στις βουλευτικές εκλογές του Δεκεμβρίου, το πολιτικό του κίνημα «Το σπίτι μας, η Ρωσία» συγκέντρωσε μόλις το 10% των ψήφων. Το Κομμουνιστικό Κόμμα, με επικεφαλής τον Γενάντι Ζιουγκάνοφ, είχε γίνει ο πρώτος πολιτικός σχηματισμός της χώρας, στέλνοντας -με περίπου το ένα τέταρτο των ψήφων- 157 βουλευτές στη Δούμα (έναντι 42 την προηγούμενη βουλευτική περίοδο). Ο Γιέλτσιν, ο οποίος εμφανίστηκε τον Οκτώβριο με μπλε αθλητική φόρμα και παπούτσια πόλης σε νοσοκομειακή καρέκλα, έλαβε μόλις το 3% των θετικών γνωμών στις δημοσκοπήσεις. Στις 3 Ιουλίου, εντούτοις, επικράτησε στον δεύτερο γύρο των εκλογών έναντι του κομμουνιστή αντιπάλου του συγκεντρώνοντας περίπου το 54% των ψήφων. Τι συνέβη στο μεσοδιάστημα;

Με έτος κυκλοφορίας το 2003, η κωμωδία «Spinning Boris», σε σκηνοθεσία Ρότζερ Σπότισγουντ, απαθανάτισε για το ευρύ κοινό τον ρόλο των Αμερικανών μυστικοσυμβούλων στην πολιτική διάσωση του Προέδρου Γιέλτσιν, ενώ συγχρόνως εστίασε την προσοχή του στις πιο πικάντικες λεπτομέρειες. Η χολιγουντιανή αυτή παραγωγή εξιστορεί την αληθινή ιστορία τριών spin doctors (επικοινωνιολόγων ειδικών στη χειραγώγηση του κοινού), των Τζορτζ Γκόρτον, Τζόζεφ Σούμεϊτ και Ρίτσαρντ Ντρέσνερ, οι οποίοι αναχωρούν για τη Μόσχα έπειτα από πρόσκληση της ομάδας του Μπόρις Γιέλτσιν προκειμένου να διδάξουν στους Ρώσους τις τεχνικές που τους επέτρεψαν να εκλέξουν με συνοπτικές διαδικασίες το 1991 ως κυβερνήτη της Καλιφόρνιας τον Ρεπουμπλικανό γερουσιαστή Πίτερ Γουίλσον. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας, ελισσόμενοι ανάμεσα σε βαλίτσες με χαρτονομίσματα και μπράβους, οι τρεις άντρες βοηθούν την ανάσταση της επικοινωνιακής καμπάνιας του υποψήφιου Προέδρου μέσω δημοσκοπήσεων, ποιοτικών μελετών (που επιτρέπουν τη δοκιμή των πολιτικών ομιλιών σε πραγματικό χρόνο με ομάδες ψηφοφόρων) και αρνητικών διαφημίσεων -τηλεοπτικά σποτ με στόχο τη δυσφήμηση του αντιπάλου- με πλάνα κινηματογραφικών επικαίρων βγαλμένων από τις κούτες με τα αρχεία, που δείχνουν μπολσεβίκους να καίνε εκκλησίες. «Καταφέραμε να δημιουργήσουμε ένα αίσθημα πανικού στην ιδέα της επιστροφής στον κομμουνισμό (...): οι ουρές αναμονής, οι ελλείψεις σε προϊόντα όπως τσιγάρα, σαπούνι, αλκοόλ. 'Ψήφισε, αλλιώς θα χάσεις', 'Ο Θεός ας μας φυλάει', 'Αγόρασε τροφή για τελευταία φορά!'. Τα συνθήματα αυτά λειτούργησαν» εξέφραζε με ικανοποίηση ένα μέλος της ομάδας της προεκλογικής εκστρατείας του Γιέλτσιν (Ρωσικό BBC, 5 Ιουλίου 2016).

Πολύ πριν από την προβολή της ταινίας στους κινηματογράφους και λίγο μετά την ανακοίνωση των εκλογικών αποτελεσμάτων, το αμερικανικό περιοδικό «Time» είχε ήδη αποκαλύψει «τη μυστική ιστορία του τρόπου με τον οποίο οι Αμερικανοί σύμβουλοι βοήθησαν τον Γιέλτσιν να κερδίσει» - με την καρικατούρα του επανεκλεγμένου Προέδρου Γιέλτσιν με μια αμερικανική σημαία παραμάσχαλα, να γίνεται ένα από τα διασημότερα εξώφυλλά του3. Μιλώντας στον Τύπο, οι ενδιαφερόμενοι προσπάθησαν χωρίς αμφιβολία να αναδείξουν τα κατορθώματά τους, όπως αντίστοιχα οι υποστηρικτές του Γιέλτσιν να γιορτάσουν τα δικά τους. Αυτό που μπορούμε να διαβεβαιώσουμε -και που η ταινία δεν αναφέρει- είναι ότι τα μηνύματα μεταφέρονταν στον Λευκό Οίκο μέσω του ενδιάμεσου Ρίτσαρντ Μόρις, ο οποίος υπήρξε πολιτικός μέντορας του Μπιλ Κλίντον, πριν τον προδώσει, και στενός φίλος του Ντρέσνερ4. Ο Αμερικανός πρόεδρος απολάμβανε να λαμβάνει τις πληροφορίες αυτές από πρώτο χέρι. Είχε επίσης βάλει στο μυαλό του να εμφυσήσει στον Ρώσο Πρόεδρο τις δικές του συμβουλές. «Κατά τη διάρκεια των εκλογών αυτών, θα πρέπει να καλούμε ο ένας τον άλλο και να μιλάμε πιο συχνά», του πρότεινε τηλεφωνικώς, ενώ και ο ίδιος ετοιμαζόταν για εκλογές τη χρονιά εκείνη. «Εάν πότε νιώσετε την ανάγκη να καλέσετε, παρακαλώ κάντε το ανά πάσα στιγμή»5.

Η άμεση παρέμβαση στη ρωσική εκλογική διαδικασία είχε φτάσει να προκαλεί νευρικότητα στους αξιωματούχους του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. «Ισχυρίζονταν ότι θα έπρεπε να συμβιβαστούμε όποιος κι αν είναι ο νικητής των εκλογών» θυμάται ο Μόρις. «'Μην εμπλακείτε σε μεγάλο βαθμό' έλεγαν. Ο Κλίντον απαντούσε: 'Να πάτε στον διάολο! Βάζω όλα τα αυγά μου στο καλάθι του Γιέλτσιν (...)'. Το σχέδιό του ήταν να απαλλαγούμε από κάθε περίσκεψη. Να εμπλακούμε ενεργά, να είμαστε επιθετικοί, έντονα μαχητικοί, ποντάροντας όλοι στο ίδιο άλογο»6.

Για να κατανοήσουμε τις πηγές της επανεκλογής του Γιέλτσιν, δεν χρειάζεται καν να καταφύγουμε στους μυστικούς συμβούλους: η στήριξη των δυτικών πρωτευουσών είναι εμφανής και μετριέται σε δολάρια. Από την Ουάσιγκτον μέχρι το Βερολίνο, οι Δυτικοί επένδυσαν σε μια σχέση από την οποία υπολόγιζαν να αποκομίσουν οφέλη -και δεν σκόπευαν να πάρουν το ρίσκο αλλαγής συνομιλητή. Ο Γάλλος πρωθυπουργός Αλέν Ζιπέ επισκέπτεται τη Μόσχα στις 14 Φεβρουαρίου, ημερομηνία ανακοίνωσης της υποψηφιότητας του Γιέλτσιν. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του, εκφράζει την επιθυμία η προεκλογική αυτή εκστρατεία να αποτελέσει «την ευκαιρία να τονιστεί η αξία των κεκτημένων της μεταρρυθμιστικής πολιτικής του Προέδρου Γιέλτσιν» («Ισβέστια», 13 Φεβρουαρίου 1996).

Ο καγκελάριος Χέλμουτ Κολ ακολουθεί το παράδειγμά του. Είναι η δεύτερη επίσκεψη που πραγματοποιεί στη χώρα μέσα σε διάστημα πέντε μηνών. Η υπέρ του Γιέλτσιν κινητικότητά του πυροδοτεί αρκετά καυστικά άρθρα στον γερμανικό Τύπο. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα δήλωνε σε τηλεοπτική συνέντευξη που μεταδόθηκε από το γερμανικό ARD: «Είναι προφανές ότι θα αντιμετωπίσουμε πολύ περισσότερες δυσκολίες με αυτόν [σ.σ.: τον Ζιουγκάνοφ] απ’ ό,τι με τον Γιέλτσιν, έναν αυθεντικό φίλο της Γερμανίας». Κατά τη μετάβασή του στη Μόσχα θα παρουσιάσει τον Γιέλτσιν ως «έναν εταίρο απολύτως αξιόπιστο, που πάντοτε τίμησε τις δεσμεύσεις του»: αναφερόταν στην απόσυρση των ρωσικών στρατευμάτων από την Ανατολική Γερμανία μετά την επανένωση της χώρας. «Ελπίζουμε ο ρωσικός λαός να ψηφίσει με γνώμονα το μέλλον» διακήρυσσε ο Κλίντον στις 20 Απριλίου, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στη Μόσχα, όπου δεν έκρυψε την προτίμησή του για τον απερχόμενο Πρόεδρο, παρά την υπόσχεσή του «να τιμήσει την απόφαση» των ψηφοφόρων.

Η βοήθεια προς τον Μπόρις Γιέλτσιν έμοιαζε με τη βασιλική οδό για την παραμονή της Ρωσίας στην τροχιά των «μεταρρυθμίσεων» - δηλαδή των ιδιωτικοποιήσεων, των πολιτικών χρηματοοικονομικής σταθερότητας και του ανοίγματος προς τους ξένους επενδυτές. Αυτές οι προοπτικές δικαιολογούν λοιπόν όλες τις ωθήσεις που δόθηκαν και κυρίως εκείνες που είχαν ως στόχο να παρουσιάσουν τη νέα προεδρία Γιέλτσιν ως τη συνέχιση του δρόμου προς τη δημοκρατία μπροστά στην απειλή ενός μεγάλου άλματος προς τα πίσω, προς τον ολοκληρωτισμό του κομμουνισμού. Και τι σημασία έχει εάν ο άνθρωπος, ο οποίος το 1991, σκαρφαλωμένος σε ένα στρατιωτικό άρμα, αντιτάχθηκε στο στρατιωτικό πραξικόπημα ενός μέρους του Κόκκινου Στρατού, στη συνέχεια -το 1993- οδήγησε τα ρωσικά τεθωρακισμένα ενάντια στο Κοινοβούλιο7, κυβερνούσε μέσω προεδρικών διαταγμάτων και κήρυξε έναν πόλεμο ιδιαίτερης αγριότητας στην Τσετσενία;

Ο απολογισμός της οικονομικής πολιτικής του Γιέλτσιν είναι καταστροφικός. Οι μαφίες μάχονται στους δρόμους για τα εναπομείναντα κομμάτια της σοβιετικής βιομηχανίας. Οι συντάξεις, όταν το κράτος τις καταβάλλει, μετά βίας επιτρέπουν τους ηλικιωμένους να επιβιώσουν. Για να έχει λοιπόν ελπίδες να κερδίσει, ο απερχόμενος Πρόεδρος έχει ανάγκη από χρήματα -και μάλιστα γρήγορα. Τον Φεβρουάριο, με την ανακοίνωση της πρόθεσής του να συμμετέχει στις εκλογές, υπόσχεται ταυτόχρονα να διαθέσει 2,8 δισεκατομμύρια δολάρια για τη διευθέτηση ενός μέρους των καθυστερούμενων μισθών των δημοσίων υπαλλήλων. «Θα ήθελα να χρησιμοποιήσετε την επιρροή σας [σ.σ: στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο], ώστε να λάβουμε ίσως κάτι παραπάνω, από 9 έως 13 δισεκατομμύρια δολάρια, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τα κοινωνικά προβλήματα και να βοηθήσουμε τον λαό σε αυτή την ιδιαιτέρως σημαντική προεκλογική περίοδο» παρακαλούσε τον Αμερικανό ομόλογό του στις 21 Φεβρουαρίου, κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής συνομιλίας τους9. «Θα δω τι μπορεί να γίνει» απαντούσε ο Κλίντον.

Δύο ημέρες αργότερα, ο Μισέλ Καμντεσί, γενικός διευθυντής του ΔΝΤ, ανακοινώνει τη χορήγηση δανείου ύψους 10,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε βάθος τριών ετών στη Ρωσία, εκ των οποίων 4 δισεκατομμύρια θα εκταμιεύονταν μέσα στο πρώτο έτος. «Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί από πολλούς ως στοίχημα υπέρ του Γιέλτσιν ή αντίθετα ως κατασπατάληση χρήματος. Όμως, τίποτα καλύτερο δεν θα μπορούσε να γίνει την παρούσα χρονική στιγμή για να επιτευχθεί η παγκόσμια ευημερία» εξηγούσε στους δημοσιογράφους των «New York Times», υποδεχόμενός τους στο γραφείο του10. Μέσω του υπευθύνου επικοινωνίας του, το ΔΝΤ ισχυρίζεται, διαστρεβλώνοντας την κατάσταση, πως «η άρνηση χορήγησης δανείου θα συνιστούσε πραγματική πολιτική παρέμβαση, στην πράξη θα ήταν η συμπαράταξη με μια άλλη, ανεπαρκώς καθορισμένη, λύση»11. Με άλλα λόγια, η πραγματική ξένη παρέμβαση θα ήταν... να αφεθεί ένας κομμουνιστής να νικήσει στις εκλογές.

Στις 29 Απριλίου, η Ρωσία λαμβάνει από τη Λέσχη των Παρισίων προθεσμία είκοσι πέντε ετών για την αποπληρωμή εξωτερικού χρέους ύψους 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Τέσσερις ημέρες αργότερα, η Παγκόσμια Τράπεζα θα χορηγήσει δάνειο 200 εκατομμυρίων δολαρίων για την υποστήριξη των κοινωνικών υπηρεσιών της χώρας. Ακόμα και οι πιο ενθουσιώδεις παρατηρητές της περεστρόικα σαστίζουν από τις τόσο χονδροειδείς διαδικασίες. «Εάν ο Μπόρις Γιέλτσιν ζητούσε το φεγγάρι, θα το έπαιρνε χωρίς καμία αμφιβολία» σάρκαζε ο ανταποκριτής της εφημερίδας «Libération» στη Μόσχα (22 Φεβρουαρίου 1996).

Μια δυσκολία παραμένει: πώς να βοηθήσεις έναν υποψήφιο χωρίς να φαίνεται στα μάτια του κοινού υποχρεωμένος απέναντί σου; Η ερώτηση τίθεται με ακόμα μεγαλύτερη ένταση τη στιγμή που η διεύρυνση του ΝΑΤΟ αντιπροσωπεύει μια ταπείνωση που ο Γιέλτσιν δεν είναι σε θέση να αποφύγει12. «Μόνο οι διαβουλεύσεις με τα μέλη της Σύμπραξης για την Ειρήνη13 έχουν προγραμματιστεί, όλα όμως θα παραμείνουν εμπιστευτικά» τον διαβεβαιώνει ο Μπιλ Κλίντον, παραμένοντας διακριτικός σε σχέση με το ζήτημα, χωρίς να υποχωρεί ωστόσο από τους τελικούς στόχους14.

Στις 3 Ιουλίου, μετά την εκλογή του, ο απερχόμενος Πρόεδρος, ο οποίος αντιμετώπισε επιτυχώς τον Γενάντι Ζιουγκάνοφ στον δεύτερο γύρο των εκλογών, δεχόταν τα θερμά συγχαρητήρια των δυτικών χωρών. «Η Ρωσία έκανε ένα ιστορικό βήμα μπροστά, αφήνοντας πίσω της το απολυταρχικό παρελθόν» έγραφε με ενθουσιασμό το «Time» (15 Ιουλίου). «Η δημοκρατία θριάμβευσε και μαζί με αυτή τα εργαλεία των μοντέρνων προεκλογικών εκστρατειών, συμπεριλαμβανομένων των πανουργιών και των τρικλοποδιών που οι Αμερικανοί γνωρίζουν πολύ καλά. Οι μέθοδοι αυτές δεν είναι πάντα αξιέπαινες, το αποτέλεσμα όμως στο οποίο συνέβαλαν σίγουρα είναι».

Για να επαναλάβουμε τα λόγια του Τόμας Μέλια, σπανίως η «προώθηση της δημοκρατίας» έχει ταυτιστεί σε τέτοιο βαθμό με την πολιτική διάσωση ενός ανθρώπου. Εάν η Ουάσιγκτον συνέβαλε στη διατήρηση της «κοινωνικής σταθερότητας» της χώρας, βοηθώντας την επανεκλογή του Γιέλτσιν, το έκανε παγιώνοντας μια κοινωνία γεμάτη ανισότητες. Παραδόξως, η εκλογή αυτή, έντονα επηρεασμένη από τη Δύση, μέσω της «υπονόμευσης της εμπιστοσύνης του κοινού στο πολιτικό σύστημα», αμαύρωσε διά παντός την ιδέα της δημοκρατίας στη Ρωσία. Κάποιος Βλαντίμιρ Πούτιν άλλωστε, τον οποίο ο Γιέλτσιν είχε ορίσει πρωθυπουργό πριν του παραχωρήσει τη θέση του τον Δεκέμβριο του 1999, συνεχίζει να κατέχει το Κρεμλίνο.

 

1. Thomas O. Melia, «Russia and America aren’t morally equivalent», «The Atlantic», Βοστώνη, 27 Φεβρουαρίου 2018.

2. Αναφέρεται στο Scott Shane, «Russia isn’t the only one meddling in elections. We do it, too», «The New York Times», 17 Φεβρουαρίου 2018.

3. «Yanks to the rescue», «Time», Νέα Υόρκη, 15 Ιουλίου 1996.

4. James Goldgeier και Michael McFaul, «Power and Purpose: US Policy Toward Russia After the Cold War», Brookings Institution Press, Ουάσιγκτον, 2003.

5. «The Clinton-Yeltsin relationship in their own words», έγγραφο 06 (αποχαρακτηρισμένο), 21 Φεβρουαρίου 1996, National Security Archives, www.nsarchive.gwu.edu.

6. Αναφέρεται στο James Goldgeier και Michael McFaul, «Power and Purpose», ό.π.

7. Βλ. Jean-Marie Chauvier, «Octobre 1993, le libéralisme russe au son du canon», «Le Monde diplomatique», Οκτώβριος 2014.

8. Βλ. Karel Bartak, «Tchétchénie, une “guerre sans nom”», «Le Monde diplomatique», Μάιος 1995.

9. «The Clinton-Yeltsin relationship in their own words», έγγραφο 06 (αποχαρακτηρισμένο), ό.π.

10. Jeff Gerth και Elaine Sciolino, «IMF head: He speaks, and money talks», «The New York Times», 2 Απριλίου 1996.

11. Michel Camdessus, «La scène de ce drame est le monde. Treize ans à la tête du FMI», Les Arènes, Παρίσι, 2014.

12. Βλ. «Quand la Russie rêvait d’Europe», «Le Monde diplomatique», Σεπτέμβριος 2018.

13. Ομάδα εθελοντών κρατών - μη μελών του ΝΑΤΟ, που χρησίμευσε ως προθάλαμος για την ένταξη των πρώην κομμουνιστικών χωρών της Ανατολικής Ευρώπης.

14. «The Clinton-Yeltsin relationship in their own words», έγγραφο 06 (αποχαρακτηρισμένο), ό.π.

 

* Η Hélène Richard είναι συντάκτης της «Le Monde diplomatique»


 

Δείτε όλα τα σχόλια